Η συνάντηση Γουίτκοφ -  Νετανιάχου και οι «κόκκινες» γραμμές του Ισραήλ έναντι του Ιράν
Ανάλυση Jerusalem Post

Η συνάντηση Γουίτκοφ - Νετανιάχου και οι «κόκκινες» γραμμές του Ισραήλ έναντι του Ιράν

Ως μία προσπάθεια να δοκιμαστούν οι «κόκκινες γραμμές» του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν και να αξιολογηθεί ποιο είδος συμφωνίας θα μπορούσε να αποδεχθεί η Ιερουσαλήμ, εκλαμβάνουν οι Ισραηλινού αξιωματικοί την επίσκεψη του απεσταλμένου του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος είχε συνομιλίες σήμερα το απόγευμα με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στην ισραηλινή πρωτεύουσα, σύμφωνα με την Jerusalem Post.

Η συζήτηση για την πιθανότητα άμεσων διαπραγματεύσεων ΗΠΑ - Ιράν έχει μετατοπιστεί από τα ήσυχα κανάλια στη δημόσια σφαίρα, εν μέσω της άφιξης του ειδικού απεσταλμένου της κυβέρνησης Τραμπ στο Ισραήλ την Τρίτη, όπου θα συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και άλλους Ισραηλινούς αξιωματούχους.

Το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζει την επίσκεψη ως τυπική διαδικασία, αλλά ως μια προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να γεφυρώσει κενά και να συζητήσει ποιες κινήσεις στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από το Ισραήλ και ποιες θα ξεπερνούσαν τις κόκκινες γραμμές του.

Οι ισραηλινές εκτιμήσεις θεωρούν ότι ο Πρόεδρος Τραμπ ενδιαφέρεται για διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, αλλά όχι απαραίτητα επειδή πιστεύει ότι θα λύσουν το «ιρανικό πρόβλημα». Η κινητήρια λογική του είναι η δημιουργία ενός αποτελέσματος που μπορεί να παρουσιαστεί και να πωληθεί ως επίτευγμα.

Σε αντίθεση με άλλους τομείς, μια συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν πιθανότατα δεν θα προχωρήσει στην Ουάσινγκτον χωρίς τη συγκατάθεση του Ισραήλ - όχι λόγω επίσημου βέτο, αλλά επειδή ο Νετανιάχου θεωρείται, ιδιαίτερα εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, σύμβολο της σκληρής γραμμής κατά του Ιράν. Θα ήταν δύσκολο για τον Τραμπ να παρουσιάσει μια «νικηφόρα εικόνα» αν το Ισραήλ την απορρίψει δημόσια.

Είναι πιθανό, επομένως, ότι ο Γουίτκοφ επιχειρεί να διευκρινίσει όχι τι θα ήταν πρόθυμο να συζητήσει το Ιράν, αλλά τι δεν θα ήταν πρόθυμος να συζητήσει ο Νετανιάχου.

Η Τεχεράνη, διαμηνύει ότι σύμφωνα με τα οποία κεντρικά ζητήματα, όπως τα πυρηνικά και τα βαλλιστικά προγράμματα, δεν θα τεθούν προς διαπραγμάτευση. Εάν οι ΗΠΑ προχωρήσουν στις συνομιλίες, η πρακτική σημασία θα μπορούσε να είναι παραχωρήσεις σε ορισμένα ζητήματα που είχαν τεθεί στο παρελθόν.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι σε αυτήν την περίπτωση το Ισραήλ θα μπορούσε να μείνει με μια συμφωνία που παρουσιάζεται ως επίτευγμα των ΗΠΑ, αλλά τα κύρια ζητήματα θα παραμένουν άλυτα.

Ακόμη και αν ο Γουίτκοφ βρει σαφή κατεύθυνση, ενδέχεται να μην ληφθεί τελική προεδρική απόφαση. Οι ισραηλινές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η δομή εργασίας της κυβέρνησης Τραμπ περιλαμβάνει έναν απεσταλμένο που προωθεί, δοκιμάζει και διαμορφώνει πλαίσια και, κατά καιρούς, παρουσιάζει στον Τραμπ τα αποτελέσματα εκ των υστέρων, οπότε εκείνος αποφασίζει αν θα τα εγκρίνει ή θα ζητήσει αλλαγές.

Δεν είναι απίθανο ο Γουίτκοφ να προσπαθεί να ανοίξει μια πόρτα, φέρνοντας κάτι πίσω στον Λευκό Οίκο για συζήτηση, και μόνο τότε να ενημερωθεί για το τι διαπραγματεύτηκε. Οι ισραηλινές εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο Νετανιάχου δεν θα θέσει τελεσίγραφο βιαστικά. Θα αναλύσει απαιτήσεις, επιφυλάξεις και πιθανούς συνδυασμούς, και στη συνέχεια ο Γουίτκοφ θα συζητήσει μια πρακτική πρόταση με τους Ιρανούς.

Υπέρτατος παράγοντας παραμένει η Τεχεράνη και ο Ανώτατος Ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι προς το παρόν επιτρέπει στον Ιρανό ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγκτσί να κερδίσει χρόνο και να δημιουργήσει την αίσθηση συνεχιζόμενης διαπραγματευτικής διαδικασίας, χωρίς όμως εντολή να παραχωρήσει ουσιαστικά.

Σε περίπτωση αποτυχίας, οι συνομιλίες θα μπορούσαν να καταρρεύσουν γρήγορα, όχι λόγω τεχνικών ζητημάτων, αλλά λόγω έλλειψης ικανότητας να διαπραγματευτεί κάποιος ουσιαστικά. Τότε η ομάδα διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης Τραμπ θα χρειαστεί να εξηγήσει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο απεσταλμένος, αλλά η έλλειψη συνομιλητή, ξεκινώντας έτσι το επόμενο, εξίσου επικίνδυνο στάδιο.

Reuters: Στο επίκεντρο της συνάντησης το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Νωρίτερα το Reuters μετέδωσε ότι η νέα αυτή επίσκεψη στο Ισραήλ του απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ, πραγματοποιείται πριν από τις συνομιλίες που αναμένεται να διεξαχθούν αυτή την εβδομάδα μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, ορκισμένου εχθρού του Ισραήλ.

Ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί αναμένεται να συναντηθούν την Παρασκευή στην Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο μια πιθανή πυρηνική συμφωνία, σύμφωνα με το Axios, το οποίο επικαλείται δύο πηγές με γνώση του θέματος.

Πάντως, το μέσο επικαλείται και μια τρίτη πηγή, η οποία ανέφερε ότι η εν λόγω συνάντηση αποτελεί το «καλύτερο δυνατό σενάριο για την επίλυση του ζητήματος», διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι ακόμα τίποτα δεν είναι οριστικό.

Αν τελικά πραγματοποιηθεί η συνάντηση, θα είναι η πρώτη χρονικά μεταξύ αξιωματούχων των ΗΠΑ και του Ιράν μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων και τον 12ήμερο πόλεμο τον περασμένο Ιούνιο. Η συνάντηση πραγματοποιείται εν μέσω μαζικής στρατιωτικής ενίσχυσης των ΗΠΑ στον Κόλπο και με τον πρόεδρο Τραμπ να επιμένει ότι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η στρατιωτική σύγκρουση είναι μια γρήγορη συμφωνία.

Ο Αραγτσί δήλωσε σε ομιλία του τη Δευτέρα ότι το Ιράν είναι έτοιμο για μια διπλωματική λύση. «Ωστόσο, η διπλωματία είναι ασυμβίβαστη με την πίεση, τον εκφοβισμό και τη βία. Ελπίζουμε ότι τα αποτελέσματά της θα γίνουν σύντομα εμφανή», είπε.

Η μακροχρόνια απαίτηση της κυβέρνησης Τραμπ ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να καλύπτει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το πυραυλικό του πρόγραμμα και τους «συμμάχους» του στην περιοχή, έρχεται σε αντίθεση με την πάγια θέση της Τεχεράνης ότι μόνο το πυρηνικό ζήτημα βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Τραμπ: Αν δεν κλειστεί συμφωνία με το Ιράν, θα γίνουν «κακά πράγματα»

Τη Δευτέρα ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διεμήνυσε για πολλοστή φορά χθες Δευτέρα ότι εάν δεν συναφθεί συμφωνία ανάμεσα στη χώρα του και το Ιράν «πιθανόν θα γίνουν κακά πράγματα» για την Ισλαμική Δημοκρατία, συνεχίζοντας την πίεση των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, με αφορμή σε αυτή τη φάση την αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων τον Ιανουάριο.

Η Ουάσιγκτον, που δεν αποκλείει τη στρατιωτική επιλογή, ανέπτυξε ισχυρές αεροναυτικές δυνάμεις στην περιοχή του Κόλπου. Αυτή η «μεγάλη δύναμη», θύμισε ο ρεπουμπλικάνος σε δημοσιογράφους χθες, «θα είναι σύντομα εκεί».

«Δεν θα σας πω τι αποφάσισα (για το Ιράν)», συνέχισε. «Θα ήθελα να κλειστεί συμφωνία με διαπραγματεύσεις (...) Αυτή τη στιγμή τους μιλάμε, μιλάμε με το Ιράν κι αν μπορέσουμε να καταλήξουμε σε συμφωνία θα είναι σούπερ. Αν δεν μπορέσουμε, πιθανόν θα γίνουν κακά πράγματα», συμπλήρωσε.