Η Κίνα παρακολουθεί τον πόλεμο στο Ιράν και σκέφτεται τον επόμενο κόσμο

Η Κίνα παρακολουθεί τον πόλεμο στο Ιράν και σκέφτεται τον επόμενο κόσμο

Ο πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο γεωπολιτικό ερώτημα: ποιος πραγματικά ωφελείται από αυτή τη σύγκρουση; Η απάντηση ίσως βρίσκεται όχι στη Μέση Ανατολή αλλά στο Πεκίνο.

Η Sophia Yan, ανώτερη διεθνής ανταποκριτρια της Telegraph, θέτει εύστοχα το ερώτημα: «Πού βρίσκεται η Κίνα σε όλα αυτά;». Η ίδια επισημαίνει ότι το Πεκίνο παρακολουθεί την κρίση χωρίς να εμπλακεί άμεσα, θεωρώντας ότι η σύγκρουση αποκαλύπτει τις αδυναμίες του δυτικού συστήματος συμμαχιών. Σύμφωνα με την Yan, ο Xi Jinping πιθανότατα βλέπει την Ουάσιγκτον να σέρνει τους συμμάχους της σε ένα δύσκολο και αμφίβολο γεωπολιτικό παιχνίδι, ενώ οι ίδιοι οι σύμμαχοι είτε πιέζονται να προσφέρουν στρατιωτική βοήθεια είτε γίνονται στόχοι επειδή φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις.

Αυτή η ανάγνωση δεν είναι παράλογη. Η Κίνα δεν έχει σπεύσει να προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική βοήθεια στο Ιράν. Γιατί να εκτεθεί χωρίς άμεσο όφελος; Αντίθετα, μπορεί να παρακολουθεί τη φθορά της δυτικής συνοχής και να αξιοποιεί πολιτικά το αφήγημα ότι η αμερικανική παγκόσμια τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε παρακμή.

Αυτό το επιχείρημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν δούμε τη μεγάλη εικόνα της διεθνούς πολιτικής. Για δεκαετίες, ο κόσμος ήταν διπολικός: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση καθόριζαν το παγκόσμιο σύστημα. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, το διεθνές σύστημα έγινε ουσιαστικά μονοπολικό, με τις ΗΠΑ να αποτελούν τη μοναδική υπερδύναμη.

Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε σε μια διαφορετική φάση. Το διεθνές σύστημα μετασχηματίζεται σε πολυπολικό. Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαντική επιρροή ασκούν πλέον η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι κρίσεις, όπως αυτή στη Μέση Ανατολή, δεν έχουν μόνο περιφερειακή σημασία αλλά λειτουργούν ως δοκιμασία ισχύος μεταξύ ανταγωνιστικών μοντέλων διεθνούς τάξης.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν την Κίνα τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο διευθυντής της CIA William Burns έχει χαρακτηρίσει την Κίνα «τον μεγαλύτερο μακροπρόθεσμο γεωπολιτικό ανταγωνιστή», επισημαίνοντας ότι διαθέτει την οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ για να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια τάξη. 

Με άλλα λόγια, ενώ το Ιράν αποτελεί άμεση απειλή σε περιφερειακό επίπεδο, η Κίνα αποτελεί τη στρατηγική πρόκληση του 21ου αιώνα.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό αλλά και κανονιστικό. Το κινεζικό μοντέλο διεθνών σχέσεων βασίζεται σε μια αυστηρή ερμηνεία της κρατικής κυριαρχίας και της μη παρέμβασης. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι οικονομικές και στρατιωτικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς ηθικούς ή πολιτικούς περιορισμούς.

Έτσι, ένα κράτος μπορεί να πουλά όπλα σε ένα καθεστώς που ξεκινά επιθετικούς πολέμους, όπως η Ρωσία, ή να συνεργάζεται στενά με καθεστώτα που κατηγορούνται για στήριξη τρομοκρατίας, όπως το Ιράν, χωρίς να θεωρεί ότι παραβιάζει κάποιο διεθνές πρότυπο.

Αν αυτή η λογική επικρατήσει πλήρως στο διεθνές σύστημα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πιο επικίνδυνη διεθνής τάξη. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με όλους τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της, επιχείρησε τουλάχιστον να θέσει κάποιους κανόνες: περιορισμούς στη χρήση βίας, κυρώσεις για επιθετικούς πολέμους και μηχανισμούς διεθνούς συνεργασίας.

Ένα σύστημα στο οποίο οι συναλλαγές ισχύος γίνονται χωρίς κανονιστικούς φραγμούς μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερες εμπόλεμες συρράξεις, όχι λιγότερες.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα του πολέμου στο Ιράν να μην είναι μόνο τι θα συμβεί στη Μέση Ανατολή. Το πιο σημαντικό ερώτημα είναι ποιο μοντέλο διεθνούς τάξης θα επικρατήσει στον 21ο αιώνα. Και σε αυτή τη μάχη, η Κίνα, παρατηρώντας υπομονετικά, φαίνεται να παίζει το δικό της μακροπρόθεσμο παιχνίδι.


*Ο Δρ. Χριστόφορος Ιωαννίδης είναι επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Roehampton του Λονδίνου, με ειδίκευση στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στη Φιλοσοφία Δικαίου.