Με σφοδρούς βομβαρδισμούς κατά ενεργειακών και αστικών υποδομών στο Κίεβο, την Οδησσό και το Χάρκοβο ...συνόδευσε το καθεστώς Πούτιν την παρουσία του στις τριμερείς συνομιλίες του Άμπου Ντάμπι, παρουσία του διδύμου Γουίτκοφ-Κούσνερ. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται σήμερα, ωστόσο ο δρόμος προς μία βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία παραμένει μακρύς, με τη Ρωσία να επιμένει στις πάγιες μαξιμαλιστικές απαιτήσεις ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει στο γνώριμο μοτίβο του ενεργειακού «στραγγαλισμού» της Ουκρανίας και της τρομοκράτησης των αμάχων.
Ενόσω ο Βλαντιμίρ Πούτιν εργαλειοποιεί τον χειμώνα -τον σκληρότερο χειμώνα ενός απρόκλητου επιθετικού πολέμου που προσεχώς συμπληρώνει τέσσερα χρόνια-, οι συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι συμπίπτουν με την εκπνοή της Συνθήκης-ορόσημο New START - του τελευταίου εναπομείναντος πλαισίου για τον περιορισμό και τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, εξέλιξη που γεννά ανησυχίες για μια νέα κούρσα εξοπλισμών. Την ίδια στιγμή, τηλεφωνική συνομιλία Πούτιν-Σι ήλθε χθες να επαναβεβαιώσει τη στρατηγική σύγκλιση Μόσχας-Πεκίνου, ενώ ακολούθησε επικοινωνία του Κινέζου προέδρου με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Παρότι η συνέχιση των απευθείας τριμερών διαβουλεύσεων που είχαν ξεκινήσει στα τέλη Ιανουαρίου στο Άμπου Ντάμπι θεωρείται θετική εξέλιξη, δεν υπάρχουν ενδείξεις ουσιαστικής προόδου πρωτίστως στο ζήτημα του Ντονμπάς. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, επανέφεραν με σαφήνεια τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Μόσχας, ταυτόχρονα με την επαναδιατύπωση αφηγημάτων περί απειλών από το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη.
Η Ρωσία επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη παραχώρηση από την Ουκρανία του συνόλου της ανατολικής περιοχής του Ντονμπάς, συμπεριλαμβανομένων περιοχών που δεν έχει καταφέρει να καταλάβει έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου. Το Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά αυτούς τους όρους, προκρίνοντας το πάγωμα της σύγκρουσης κατά μήκος της σημερινής γραμμής του μετώπου και αποκλείοντας μονομερή απόσυρση των ουκρανικών δυνάμεων.
Οι πιέσεις των ΗΠΑ προς την Ουκρανία επικεντρώνονται κυρίως στο ζήτημα των εδαφικών παραχωρήσεων, με την υπόσχεση μελλοντικών εγγυήσεων ασφαλείας να συνδέεται άμεσα με την αποδοχή συμβιβασμών. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, έχει δηλώσει ότι οι διαπραγματεύσεις «κρέμονται» από ένα και μόνο ζήτημα: το εδαφικό. Παρότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εναλλακτικών ρυθμίσεων, όπως τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης, οι πιέσεις από την Ουάσιννγκτον επικεντρώνονται στην αποδοχή εδαφικών παραχωρήσεων ως προϋπόθεση για εγγυήσεις ασφαλείας.
Ταυτόχρονα, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Η Ρωσία έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα δεχθεί την παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων σε ουκρανικό έδαφος -προϋπόθεση που το Κίεβο θεωρεί απαραίτητη για την αξιοπιστία οποιασδήποτε συμφωνίας. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επανέλαβε ενώπιον της ουκρανικής Βουλής, κατά την προχθεσινή επίσκεψή του στο Κίεβο, ότι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν δεσμευθεί να αναπτύξουν δυνάμεις στην Ουκρανία μετά την επίτευξη συμφωνίας.
Όσο βρίσκονταν χθες σε εξέλιξη οι συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, διεμήνυε από τη Μόσχα ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα συνεχίσουν να πολεμούν έως ότου το Κίεβο λάβει «αποφάσεις» που θα οδηγήσουν στον τερματισμό του πολέμου. Το ενδεχόμενο απευθείας συνάντησης Πούτιν-Ζελένσκι ήταν και παραμένει μακρινό, με το Κρεμλίνο να δηλώνει ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα δεχόταν συνομιλίες μόνο αν ο Ζελένσκι ταξίδευε στη Μόσχα.
Οι υπό αμερικανική διαμεσολάβηση συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι διεξάγονται εμφανώς σε περιβάλλον εξαιρετικά περιορισμένων προσδοκιών, αλλά εξίσου προφανείς είναι οι λόγοι για τους οποίους και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές επιλέγουν να παραμείνουν σε αυτές. Από ρωσικής πλευράς, η διαπραγμάτευση με την προεδρία Τραμπ προσφέρει μια ευκαιρία να προωθηθούν ευρύτεροι γεωπολιτικοί στόχοι μέσω μιας συναλλακτικής διπλωματίας, ακόμη και αν δεν υπάρξει άμεση συμφωνία για την Ουκρανία. Το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει την Ουκρανία ως ένα μόνο κομμάτι μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης με την Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας μια συνολική αναθεώρηση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και του μεταψυχροπολεμικού συστήματος ασφαλείας στην Ευρώπη.
Για την Ουκρανία, η αμερικανική διπλωματική πρωτοβουλία αποτελεί ίσως τη μοναδική οδό για τον τερματισμό της ρωσικής επιθετικότητας και την εξασφάλιση μακροπρόθεσμης οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης της Δύσης. Το Κίεβο δεν έχει περιθώρια να αποχωρήσει από τη διαδικασία· δεν μπορεί να διακινδυνεύσει την οργή Τραμπ και μία ενδεχόμενη διακοπή της συνεργασίας στον ζωτικής σημασίας τομέα της ανταλλαγής πληροφοριών, και αυτό που ελπίζει είναι ότι η όλη διαδικασία θα εκθέσει τον Πούτιν και θα επιφέρει, ίσως, αμερικανική οικονομική πίεση στη Μόσχα.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε κατόπιν της πρώτης ημέρας συνομιλιών ότι η διαδικασία δεν μπορεί να καταλήξει να δώσει περισσότερο χρόνο και περιθώρια στο Κρεμλίνο να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά να οδηγήσει σε «πραγματική ειρήνη», καλώντας εκ νέου τους εταίρους της Ουκρανίας στη Δύση να ασκήσουν πίεση στη Μόσχα και να παράσχουν ρητές εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο.
Στις συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι από ουκρανικής πλευράς συμμετέχουν ο Κίριλο Μπουντάνοφ, πρώην επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR και νυν επικεφαλής του προεδρικού γραφείου, και ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Αντρίι Χνάτοφ. Της ρωσικής αντιπροσωπεία ηγείται ο Ιγκόρ Κοστιούκοφ, επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GRU, πλαισιωμένος από ανώτατα στελέχη των ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας και τον ειδικό απεσταλμένο του Κρεμλίνου Κίριλ Ντμίτριεφ. Η επιλογή προσώπων από τις υπηρεσίες πληροφοριών υπογραμμίζει ότι οι συνομιλίες παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες με τις εξελίξεις στο πεδίο.
Όπου στο πεδίο, η Ρωσία κλιμακώνει τη λεγόμενη στρατηγική «υποταγής μέσω ψύχους». Πέντε ημέρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι ο Πούτιν συμφώνησε σε εβδομαδιαία παύση επιθέσεων λόγω ακραίου ψύχους, η Μόσχα επανέλαβε τους μαζικούς βομβαρδισμούς στο Κίεβο, καθώς και στην Οδησσό και το Χάρκοβο. Παρότι ο Ζελένσκι κατήγγειλε παραβίαση της συμφωνίας για προσωρινή παύση, ο Τραμπ αρνήθηκε να καταδικάσει τα πλήγματα στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές, δηλώνοντας ότι ο Ρώσος πρόεδρος «τήρησε τον λόγο του», καθώς η κατάπαυση είχε συμφωνηθεί έως την Κυριακή.
Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, η Ρωσία εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη επίθεση με βαλλιστικούς πυραύλους και drones από την έναρξη του πολέμου, πλήττοντας κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις. Χιλιάδες κτίρια έμειναν χωρίς θέρμανση σε συνθήκες πολικού ψύχους, ενώ άμαχοι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν σε αστικά κέντρα. «Η εκμετάλλευση του ψύχους για την τρομοκράτηση ανθρώπων είναι για τη Ρωσία σημαντικότερη από τη διπλωματία», είπε ο Ζελένσκι ενώ ο Ουκρανός υπουργός Ενέργειας έκανε λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες που έμειναν χωρίς βασικές υπηρεσίες στις πιο σκληρές ημέρες του χειμώνα.
Το όλο περιβάλλον γύρω από το Ουκρανικό γίνεται ακόμη πιο δυσοίωνο λόγω της εκπνοής της Συνθήκης New START, που αφαιρεί τα τελευταία νομικά δεσμευτικά όρια στα πυρηνικά οπλοστάσια ΗΠΑ και Ρωσίας. Για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, δεν θα υπάρχει κανένας μηχανισμός ελέγχου των στρατηγικών πυρηνικών όπλων, ενισχύοντας τους φόβους για μια νέα κούρσα εξοπλισμών σε ένα ήδη αποσταθεροποιημένο διεθνές περιβάλλον.
Η πιο πρόσφατη συμφωνία, η New START, υπεγράφη το 2010 από τον Μπαράκ Ομπάμα και τον τότε πρόεδρο της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ και παρατάθηκε για πέντε χρόνια το 2021. Η Συνθήκη θέτει ανώτατο όριο τις 1.550 τοποθετημένες, έτοιμες για εκτόξευση, πυρηνικές κεφαλές και περιορίζει τους φορείς εκτόξευσης -πυραύλους, βομβαρδιστικά και υποβρύχια- σε 700. Πρόκειται για αριθμούς υπεραρκετούς ώστε Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία να αλληλοκαταστραφούν, αλλά παραμένουν όρια, σχολιάζει ο Ίβορ Μπένετ, ανταποκριτής του Sky News στη Μόσχα, επισημαίνοντας ότι ελλείψει συμφωνίας της τελευταίας στιγμής, ο κόσμος εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα εξόδου.
Η στρατηγική σταθερότητα δεν πρόκειται να ανατραπεί από τη μια μέρα στην άλλη, όμως η απουσία οποιουδήποτε πλαισίου ελέγχου καταδεικνύει το βάθος της κατάρρευσης των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων και αυξάνει τον κίνδυνο ενός πιο επικίνδυνου διεθνούς περιβάλλοντος. Η λήξη ισχύος της Συνθήκης σηματοδοτεί το τέλος μιας μακράς παράδοσης συμφωνιών με στόχο να επιβραδυνθεί η κούρσα των εξοπλισμών και να αποφευχθεί μία καταστροφική παρεξήγηση, και ακόμη και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, οι δύο πλευρές μπορούσαν να συμφωνήσουν ως προς αυτό.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει προτείνει μια άτυπη παράταση ενός έτους, πρόταση στην οποία ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει επί του παρόντος ανταποκριθεί επισήμως, δηλώνοντας ότι επιθυμεί μια «καλύτερη συμφωνία» που θα περιλαμβάνει και την Κίνα.
Οι υπογράφοντες της New START, ο Μπαράκ Ομπάμα και ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ (που έχει εν τω μεταξύ εξελιχθεί σε ένα από τα σκληρότερα «γεράκια» κατά της Δύσης σε βαθμό γραφικότητας), παρενέβησαν δημόσια ενόψει της σημερινής εκπνοής της Συνθήκης. Ο Ομπάμα προειδοποίησε ότι η λήξη της ισοδυναμεί με άσκοπη «κατεδάφιση» δεκαετιών διπλωματίας, ικανή να πυροδοτήσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών και να καταστήσει τον κόσμο λιγότερο ασφαλή. Ο Μεντβέντεφ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι η εξέλιξη θα πρέπει να «ανησυχήσει τους πάντες», υπογραμμίζοντας πως η απουσία συμφωνίας αποτελεί ένδειξη εξάντλησης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αβεβαιότητας, η στρατηγική σύμπλευση Ρωσίας και Κίνας αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι Βλαντιμίρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ, σε χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία, χαρακτήρισαν τις σχέσεις Μόσχας-Πεκίνου «σταθεροποιητικό παράγοντα» εν μέσω παγκόσμιας αναταραχής. Ο Σι μίλησε για ανάγκη ενός «μεγάλου σχεδίου» εμβάθυνσης της συνεργασίας, ενώ ο Πούτιν εξήρε τη στρατηγική ενεργειακή σύμπραξη των δύο χωρών και αποδέχθηκε πρόσκληση να μεταβεί στο Πεκίνο.
Η Κίνα έχει αναδειχθεί σε βασικό οικονομικό στήριγμα της Ρωσίας μετά τις δυτικές κυρώσεις, ενώ η «συνεργασία χωρίς όρια» που διακηρύχθηκε λίγο πριν από την εισβολή στην Ουκρανία εξακολουθεί να καθορίζει τη γεωπολιτική δυναμική. Λίγο μετά την επικοινωνία με τον Πούτιν, ο Κινέζος πρόεδρος είχε συνομιλία και με τον Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς να δοθούν λεπτομέρειες, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η ουκρανική κρίση εντάσσεται πλέον σε ένα πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό παζλ.
