Η ιδέα μιας ευρωπαϊκά θεμελιωμένης πυρηνικής αποτροπής αποτελούσε μέχρι πρόσφατα κυρίως αντικείμενο… ακαδημαϊκού προβληματισμού, δεδομένου ότι η ασφάλεια της ηπείρου θεωρούνταν διασφαλισμένη υπό την πυρηνική ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών. Καθώς, όμως, οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας καθίστανται όλο και πιο «θολές» και η Ουάσινγκτον ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους της να αναλάβουν το μερίδιο που τους αναλογεί για την άμυνά τους, το ζήτημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας δεν μπορεί πλέον να εξεταστεί ανεξάρτητα από την επάρκεια της πυρηνικής αποτροπής. Υπό την πίεση του ρωσικού ρεβιζιονισμού, αλλά και της ανάδυσης της Κίνας ως ισχυρής παγκόσμιας πυρηνικής δύναμης, η ευρωπαϊκή πυρηνική διάσταση παύει να αποτελεί ταμπού και προβάλλει ολοένα περισσότερο ως επιλογή αναγκαιότητας για την Ευρώπη.
Το ζήτημα τέθηκε ανοιχτά από τον καγκελάριο της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, κατά την ομιλία του από το βήμα της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, όπου γνωστοποίησε ότι το Βερολίνο έχει ήδη ξεκινήσει συνομιλίες με τη Γαλλία για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο πυρηνικής αποτροπής, τονίζοντας την ανάγκη να ενισχυθεί η ήπειρος, προκειμένου να «επαναφέρει τις ισορροπίες» στη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Η διεθνής τάξη που βασίζεται σε δικαιώματα και κανόνες καταστρέφεται αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Μερτς, επισημαίνοντας ότι «αυτή η τάξη, όσο ατελής κι αν υπήρξε, δεν υπάρχει πλέον με την ίδια μορφή». Τα ασυνήθιστα ωμά λόγια Τραμπ για τον Ντόναλντ Τραμπ συνοδεύτηκαν τόσο από κριτική στην Ευρώπη για την υπέρμετρη εξάρτηση από τις ΗΠΑ με δική της ευθύνη, και την αδυναμία της να ενισχύσει την ασφάλεια και την οικονομία της, όσο και από κάλεσμα προς την ίδια την Ουάσινγκτον για επανεκκίνηση σχέσεων με υγιή όρια και στη βάση αμοιβαίου σεβασμού.
Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την ομιλία Μερτς, το Βερολίνο έσπευσε να προβεί σε διευκρινίσεις: Οι συνομιλίες μεταξύ του καγκελαρίου Μερτς, και του Γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, σχετικά με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτρεπτικής ισχύος βρίσκονται σε αρχικό στάδιο και δεν αποσκοπούν στη μείωση του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών, δήλωσε εκπρόσωπος της καγκελαρίας. «Δεν πρόκειται για αντικατάσταση της αμερικανικής ασπίδας προστασίας, αλλά για συμπλήρωση και ενίσχυση της [...]Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ. Αυτό ισχύει σήμερα και θέλουμε να παραμείνει έτσι και στο μέλλον», προσέθεσε.
Από το ίδιο βήμα στο Μόναχο, ο πρόεδρος της Γαλλίας, της μοναδικής πυρηνικής δύναμης της ΕΕ μετά το Brexit, αναφέρθηκε στην ανάγκη «αναδιατύπωσης της πυρηνικής αποτροπής», παράλληλα με τα στρατηγικά συμβατικά όπλα, όπως οι πύραυλοι βαθιάς κρούσης. Οι συνομιλίες με τους Ευρωπαίους συμμάχους σχετικά με τα πυρηνικά όπλα της Γαλλίας είναι «σημαντικές, διότι αποτελούν έναν τρόπο τοποθέτησης της πυρηνικής αποτροπής σε μια ολιστική προσέγγιση της άμυνας και της ασφάλειας», δήλωσε.
Τα βλέμματα στρέφονται τώρα στη βαρυσήμαντη ομιλία του Εμανουέλ Μακρόν, τις επόμενες ημέρες, όσον αφορά το πυρηνικό δόγμα της Γαλλίας.
Η ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή βασίζεται σήμερα σε τρεις πυλώνες: την ισχυρή αποτροπή των ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ, τις εθνικές δυνάμεις της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και τις συμφωνίες κατανομής των πυρηνικών δυνάμεων εντός του ΝΑΤΟ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν στρατηγικές δυνάμεις και αεροσκάφη διπλής δυνατότητας στην Ευρώπη και ηγούνται της Ομάδας Πυρηνικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ (Nuclear Planning Group - NPG).
Η ανεξάρτητη πυρηνική δύναμη κρούσης της Γαλλίας αποτελείται κυρίως από βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύονται από υποβρύχια και πυραύλους κρουζ που εκτοξεύονται από αεροσκάφη. Η Γαλλία είναι ο μοναδική χώρα του ΝΑΤΟ που δεν συμμετέχει στην NPG. Η αποχή της αντικατοπτρίζει τη μακροχρόνια πολιτική της χώρας να διατηρεί τον πλήρη, ανεξάρτητο έλεγχο της πυρηνικής δύναμής της, η οποία δεν αποτελεί μέρος της ενιαίας στρατιωτικής διοίκησης του ΝΑΤΟ.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός της ΕΕ αλλά με κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, διαθέτει πυρηνικά όπλα που εκτοξεύονται από ναυτικές δυνάμεις και συμμετέχει πλήρως στον πυρηνικό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με έκθεση που παρουσιάστηκε στη Διάσκεψη του Μονάχου, πέντε είναι οι επιλογές πολιτικής που συζητούνται στην Ευρώπη: α) η συνέχιση της εξάρτησης από την πυρηνική αποτροπή των ΗΠΑ, β) η ενίσχυση του ρόλου των βρετανικών και γαλλικών πυρηνικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή αποτροπή, γ) η ανάπτυξη της «ευρωπαϊκής βόμβας», ενός κοινού ευρωπαϊκού υπερεθνικού αποτρεπτικού μέσου, δ) η ανάπτυξη νέων, ανεξάρτητων πυρηνικών οπλοστασίων από ευρωπαϊκά κράτη και ε) εστίαση σε συμβατικά αποτρεπτικά μέσα χωρίς χρήση πυρηνικής πρώτης ύλης.
Η σχετική έκθεση βασίζεται σε συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν από «ευρωπαϊκούς κύκλους άμυνας και ασφάλειας σε μία σειρά εργαστηρίων από τον Φεβρουάριο του 2024», δηλαδή πριν από την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ και της επακόλουθης δυσπιστίας που προκάλεσε στις διατλαντικές σχέσεις η πολιτική του έναντι των Ευρωπαίων συμμάχων. Ως εκ τούτου, η πρώτη επιλογή δεν θεωρείται σήμερα ρεαλιστική από την πλευρά των Ευρωπαίων, παρόλο που Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται καθησυχαστικοί, όσον αφορά τη διατήρηση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας πάνω από την Ευρώπη. Είναι ωστόσο ενδεικτική όσον αφορά το πεδίο επί του οποίου κινούνται οι συζητήσεις αυτές και ποιες επιλογές -ρεαλιστικές ή μη- τίθενται επί τάπητος. Το ερώτημα εξάλλου σήμερα σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα της Ευρώπης δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη πρέπει να σκεφτεί την πυρηνική αποτροπή, αλλά πώς και μέχρι ποιο βαθμό μπορεί αυτή να προχωρήσει.
Δεν συμμερίζονται ωστόσο όλοι την ανάγκη «πυρηνικοποίησης» της Ευρώπης. Η τελευταία επιλογή της προαναφερθείσας έκθεσης, η ενίσχυση δηλαδή της συμβατικής αποτρεπτικής ισχύος βρίσκει υποστηρικτές. Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, παραδέχεται μεν ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη για να αποτρέψει τη Ρωσία, αλλά πιστεύει «ακράδαντα ότι ο πυρηνικός επανεξοπλισμός δεν είναι ο σωστός τρόπος για να το επιτύχουμε».
Αλλά και ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, σχολιάζοντας τις δηλώσεις Μερτς στο Μόναχο, δήλωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την συμβατική αποτροπή και άμυνα της. Η ευρύτερη πυρηνική προστασία «παρέχεται και θα παρέχεται από τις ΗΠΑ, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον». Υπενθύμισε ότι η Γερμανία είναι νομικά υποχρεωμένη να μην διαθέτει πυρηνικά όπλα, ωστόσο, όπως είπε, θα μπορούσε να υποστηρίξει τις αμυντικές δυνατότητες της Γαλλίας και άλλων συμμάχων «με συμβατικά μέτρα, αλλά όχι όσον αφορά τη συμμετοχή σε πυρηνικά προγράμματα -και αυτό νομίζω ότι είναι αρκετά σαφές».
Δύο ανώτεροι Ευρωπαίοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, τους οποίους επικαλείται το Politico, φέρεται να δήλωσαν ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν θεωρητικά να συμβάλουν στην υποστήριξη της πυρηνικής αποτρεπτικής δύναμης της Γαλλίας, παρέχοντας συμβατικά στρατιωτικά μέσα, όπως υποβρύχια. Το Παρίσι θα μπορούσε επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο να αυξήσει το πυρηνικό του οπλοστάσιο, με την επιχορήγηση άλλων χωρών. Ορισμένες χώρες καλούν τη Γαλλία να συμμετάσχει στην διαδικασία πυρηνικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, η οποία, όπως υποστηρίζουν, θα συνδέσει στενότερα το γαλλικό οπλοστάσιο με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Όμως, η αναπληρωτής υπουργός Άμυνας της Γαλλίας, Αλίς Ρουφό, δήλωσε στο Μόναχο ότι το Παρίσι δεν έχει καμία πρόθεση να πράξει κάτι τέτοιο.
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, εμφανίζεται ως ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συνεργασίας για την πυρηνική αποτροπή στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτονομίας. Έχει επανειλημμένα περιγράψει το πυρηνικό οπλοστάσιο της Γαλλίας ως «απαραίτητο μέρος της άμυνας της ευρωπαϊκής ηπείρου» και έχει καλέσει τους Ευρωπαίους εταίρους να συμμετάσχουν σε έναν στρατηγικό διάλογο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι γαλλικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συμβάλουν πιο αποτελεσματικά στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το 2025 προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας ότι η Γαλλία είναι έτοιμη να «εξετάσει την επέκταση της ομπρέλας προστασίας» του πυρηνικού της οπλοστασίου στους Ευρωπαίους συμμάχους υπό ορισμένες πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις (έχει υπονοήσει πιθανές συμφωνίες συγχρηματοδότησης, ιδίως με τη Γερμανία), επιμένοντας, ωστόσο, ότι η διοίκηση των γαλλικών πυρηνικών δυνάμεων θα παραμείνει αυστηρά γαλλική.
Τον περασμένο Ιούλιο, κατά την επίσημη επίσκεψη του στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πρώτη αρχηγού κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά το Brexit, ο Εμανουέλ Μακρόν υπέγραψε με τον Κιρ Στάρμερ τη Δήλωση του Νόρθγουντ, επιβεβαιώνοντας για πρώτη φορά ότι οι δύο πυρηνικές δυνάμεις της Ευρώπης συντονίζουν τις προσπάθειες ανάπτυξης των δυνατοτήτων της ανεξάρτητης πυρηνικής αποτροπής τους. Το μήνυμα που έστελνε η από κοινού δήλωση ήταν ότι η ήπειρος θα προστατευτεί από ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, ακόμη και αν εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία της πυρηνικής ομπρέλας των ΗΠΑ.
«Είναι ένα πολύ περίπλοκο ζήτημα, διότι η γαλλική πυρηνική αποτρεπτική δύναμη δεν είναι μια πραγματική πυρηνική ομπρέλα όπως αυτή που μας προσφέρει το ΝΑΤΟ», υποστηρίζει από την πλευρά του ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ ντε Βέβερ, μιλώντας στο Bloomberg. «Αν μιλάμε για πυρηνικά όπλα, τότε μιλάμε για δαπάνες πολλών χρημάτων».
Δεν είναι δεδομένο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία θα έχουν πάντα κυβερνήσεις προσηλωμένες στην ιδέα της προστασίας της υπόλοιπης Ευρώπης, δηλώνει και η ερευνήτρια του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (IFRI), Ελουάζ Φαγέ. Στη Γαλλία θα διεξαχθούν προεδρικές εκλογές το επόμενο έτος και η Μαρίν Λεπέν με τον εκλεκτό της πρόεδρο της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης, Ζορντάν Μπαρντελά, έχουν ταχθεί ενάντια σε οποιαδήποτε ιδέα από κοινού χρήσης του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου. «Οι σύμμαχοί μας μπορεί να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να βασίζονται σε εμάς», δήλωσε η Φαγέ.
Την ώρα που στην Ευρώπη εντείνεται ο προβληματισμός για το εάν και πώς πρέπει να ενισχυθεί ο ευρωπαϊκός κλάδος της Συμμαχίας όσον αφορά την πυρηνική αποτροπή, το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών στρέφεται σε δύο άλλα μεγάλα κεφάλαια του διεθνή πυρηνικού ανταγωνισμού, στη σύναψη μία νέας Συνθήκης για τον έλεγχο των πυρηνικών και την Κίνα.
Η ισχύς της New START, της τελευταίας Συνθήκης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας που αφορούσε τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων έληξε στις αρχές Φεβρουαρίου και ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε για μια νέα συμφωνία που θα περιλαμβάνει και την Κίνα, της οποίας το πυρηνικό οπλοστάσιο παραμένει μεν πολύ μικρότερο από εκείνα της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά αυξάνεται ταχύτατα.
Ο Κρίστοφερ Φορντ, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τον έλεγχο και τη μη διασπορά των εξοπλισμών, μιλώντας στο Hudson Institute, ανέφερε πως υπάρχουν ενδείξεις ότι η Κίνα και η Ρωσία πραγματοποιούν μυστικές δοκιμές και για τον λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να απαντήσουν με δικές τους πυρηνικές δοκιμές χαμηλής ισχύος εάν χρειαστεί. Η τελευταία αμερικανική πυρηνική δοκιμή με έκρηξη είχε γίνει το 1992.
