Η σκληρή καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν δεν κατάφερε να καταπνίξει την κοινωνική οργή, αλλά αντίθετα την οδήγησε σε ανοιχτή ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων στρωμάτων της ιρανικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Economist, το οποίο και σημειώνει ότι το κρίσιμο πλέον ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν θα αλλάξει, αλλά αν μπορεί να παραμείνει ενωμένο ως κράτος.
Καθώς χαλαρώνει η πολύμηνη διακοπή του διαδικτύου, αποκαλύπτονται συγκλονιστικές εικόνες. Οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα καταγράφουν πάνω από 6.500 νεκρούς, ενώ άλλες 17.000 περιπτώσεις παραμένουν υπό διερεύνηση. Αντιπολιτευόμενα μέσα ανεβάζουν τον αριθμό σε δεκάδες χιλιάδες. Οικογένειες αναζητούν τους νεκρούς σε πρόχειρα νεκροτομεία, πληρώνοντας ακόμα και για τις σφαίρες που τους στέρησαν τη ζωή, προκειμένου να παραλάβουν τα σώματα.
Μαρτυρίες από πόλεις όπως η Τεχεράνη και το Μασχάντ περιγράφουν σκηνές που θυμίζουν εμπόλεμη ζώνη: καμένες τράπεζες και τζαμιά, αναποδογυρισμένα οχήματα ασφαλείας, κατεστραμμένες κάμερες, φωτιές και οδοφράγματα. Στις 8 Ιανουαρίου, διαδηλωτές φέρονται να είχαν τον έλεγχο ολόκληρων συνοικιών για ώρες.
Σύμφωνα με πηγές, ένοπλοι πολίτες επιτέθηκαν σε μέλη των Μπασίτζ, των παραστρατιωτικών δυνάμεων του καθεστώτος. «Είναι ήδη εμφύλιος πόλεμος», λέει μια νεαρή γυναίκα στο Μασχάντ. «Απλώς δεν το παραδεχόμαστε».
Η προσδοκία ότι ο φόβος γενικευμένου χάους θα συγκρατούσε τη βία δεν επαληθεύεται. Οι διαιρέσεις βαθαίνουν σε μια πολυεθνική και πολυθρησκευτική χώρα. Το καθεστώς κατηγορεί τους διαδηλωτές για συνεργασία με ξένους πράκτορες, ενώ οι αντίπαλοί του κάνουν λόγο για εισαγόμενους μισθοφόρους που ενισχύουν την καταστολή. Οι απειλές κλιμακώνονται.
Το καθεστώς δείχνει αποφασισμένο να μη συμβιβαστεί. Drones επιτηρούν τις πόλεις, τα κινητά τηλέφωνα ελέγχονται επιτόπου, και η ψηφιακή οικονομία έχει παραλύσει. Η τριών εβδομάδων διακοπή του διαδικτύου επιδείνωσε την οικονομική απομόνωση, ενώ το ιρανικό νόμισμα κατέρρευσε σε ιστορικά χαμηλά.
Η μεταρρυθμιστική αντιπολίτευση έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί. Πρώην πρόεδροι και στελέχη βρίσκονται υπό κατ’ οίκον περιορισμό ή σιωπηρή απομόνωση, αφήνοντας τις πιο ριζοσπαστικές φωνές να κυριαρχήσουν.
Το ενδεχόμενο οι διαδηλώσεις να εξελιχθούν σε οργανωμένο ένοπλο αγώνα δεν είναι πλέον θεωρητικό. Οι συζητήσεις για λαθραία εισαγωγή όπλων και εξωτερική βοήθεια πολλαπλασιάζονται. Η εμπειρία της Αραβικής Άνοιξης δείχνει ότι η μετάβαση από τη διαμαρτυρία στα όπλα συχνά οδηγεί σε μακροχρόνιο εμφύλιο και κρατική κατάρρευση.
Σημαντικό είναι ότι οι σημερινοί διαδηλωτές προέρχονται πλέον κυρίως από φτωχότερα κοινωνικά στρώματα που παλαιότερα υποστήριζαν το καθεστώς, και όχι από τη μεσαία τάξη.
