Έχει περάσει πάνω από ένας μήνας από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ χάραξε «κόκκινη γραμμή» απέναντι στο Ιράν, προειδοποιώντας ότι αν οι αρχές πυροβολήσουν διαδηλωτές, οι ΗΠΑ θα απαντήσουν «εκεί που πονάει» και κάλεσε τους διαδηλωτές να συνεχίσουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αμερικανική βοήθεια βρίσκεται καθ’ οδόν, αναφέρει αρχικά σε ανάλυσή του το CNN, σημειώνοντας ωστόσο ότι η απειλή δεν υλοποιήθηκε.
Όπως επισημαίνει, στα μέσα Ιανουαρίου ο πρόεδρος υποστήριξε ότι «οι δολοφονίες έχουν σταματήσει», ενώ στην πράξη η καταστολή συνεχίστηκε. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, η ρητορική του μετατοπίστηκε από την προστασία των διαδηλωτών στο ζήτημα των πυρηνικών, με επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις για «κακές συνέπειες» αν δεν επιτευχθεί συμφωνία.
Το τελευταίο διάστημα η υπόθεση δείχνει να πλησιάζει σε κρίσιμη καμπή. Μετά τις πρόσφατες έμμεσες συνομιλίες στη Γενεύη, ο Τραμπ δήλωσε ότι αποφάσεις θα ληφθούν «εντός, πιθανότατα, δέκα ημερών». Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι επιχειρησιακά έτοιμες ακόμη και άμεσα, χωρίς όμως να έχει ληφθεί τελική απόφαση. Ο πρόεδρος φέρεται να σταθμίζει επιχειρήματα υπέρ και κατά της στρατιωτικής δράσης, συμβουλευόμενος στενούς συνεργάτες και συμμάχους.
Σε αντίθεση με προηγούμενες, περιορισμένες ενέργειες στο εξωτερικό, το ενδεχόμενο πλήγμα στο Ιράν φέρει σαφώς μεγαλύτερο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό. Δημοσκοπήσεις του περασμένου μήνα κατέγραψαν καθαρή αντίθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης σε περαιτέρω εμπλοκή: η πλειονότητα απορρίπτει πυραυλικά πλήγματα ως απάντηση στην καταστολή των διαδηλώσεων και αντιτίθεται σε στρατιωτική δράση ακόμη και αν συνεχιστούν οι απώλειες αμάχων.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών καταγράφεται πλειοψηφική επιφύλαξη.
Η στάση αυτή συνοδεύεται από έντονη ανησυχία για κλιμάκωση: ευρεία μερίδα των ερωτηθέντων φοβάται ότι ένα περιορισμένο πλήγμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη σύγκρουση ή σε αντίποινα κατά αμερικανικών στόχων και πολιτών. Παράλληλα, πολλοί αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των περιορισμένων επιθέσεων, εκτιμώντας ότι μπορεί να αυξήσουν - και όχι να μειώσουν - το επίπεδο απειλής.
Το πολιτικό δίλημμα είναι σαφές. Ο Τραμπ καλείται είτε να επιβάλει, έστω καθυστερημένα, τη δική του «κόκκινη γραμμή», είτε να αποφύγει μια ενέργεια με υψηλό εσωτερικό κόστος. Σε κάθε περίπτωση, έχει εγκλωβιστεί σε μια επιλογή που βαθαίνει την πολιτική του φθορά.
