Απέναντι στο δίλημμα αν η Ευρώπη πρέπει να μιλήσει με τον Πούτιν
Alexander Shcherbak/Sputnik Kremlin, Pool Photo via AP
Alexander Shcherbak/Sputnik Kremlin, Pool Photo via AP

Απέναντι στο δίλημμα αν η Ευρώπη πρέπει να μιλήσει με τον Πούτιν

Η συζήτηση που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πολιτικά τοξική στις Βρυξέλλες -αν, πότε και με ποιους όρους η Ευρώπη θα πρέπει να μιλήσει απευθείας με τον Βλαντιμίρ Πούτιν- έχει πλέον ανοίξει δημόσια. Όχι ως κοινή θέση, ούτε ως συγκροτημένη στρατηγική, αλλά ως ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή πλευρά αναζητά τρόπο να επανατοποθετηθεί σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης για την Ουκρανία που εξελίσσεται επί της ουσίας ερήμην της. Οι αμερικανικές πρωτοβουλίες, οι απευθείας επαφές Ουάσινγκτον-Μόσχας και ένας πόλεμος που πλέον μετρά τέσσερα χρόνια επαναφέρουν μία συζήτηση που είχε μπει στον «πάγο» από το 2022.

Οι τοποθετήσεις των Ευρωπαίων ηγετών δεν συνθέτουν ενιαία γραμμή, αλλά διαμορφώνουν δύο διακριτές τάσεις. Από τη μία, όσοι υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη οφείλει να ανοίξει συντεταγμένα δίαυλο επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, ώστε να αποκτήσει λόγο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή έκβαση για την Ουκρανία και την ίδια την Ευρώπη. Από την άλλη, όσοι επιμένουν ότι οποιαδήποτε επαναπροσέγγιση χωρίς να έχουν προηγηθεί ρωσικές παραχωρήσεις θα υπονόμευε τη στρατηγική πίεσης και θα επιβράβευε έως και θα νομιμοποιούσε τη ρωσική επιθετικότητα.

Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι ο ηγέτης που επανέφερε επιτακτικά το ζήτημα. Τον Δεκέμβριο επανήλθε προσεκτικά σε μια θέση που είχε υιοθετήσει το 2022, όταν πριν και μετά τη ρωσική εισβολή, διατηρούσε ανοιχτή γραμμή με το Κρεμλίνο τόσο για να ενισχύσει την πιθανότητα διπλωματικής διευθέτησης όσο και για να διαχειριστεί ανθρωπιστικά ζητήματα, στάση όμως που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής. Η εικόνα της «άβολης» συνάντησής του με τον Πούτιν στο Κρεμλίνο, στο υπερμεγέθες λευκό τραπέζι που συμβόλιζε την απόσταση και τη δυσπιστία, παραμένει σημείο αναφοράς εκείνης της περιόδου. Σήμερα, ο Γάλλος πρόεδρος υποστηρίζει εκ νέου ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι έτοιμη να μιλήσει με τη Μόσχα εάν οι διαπραγματεύσεις με αμερικανική διαμεσολάβηση αποτύχουν, ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπη με τετελεσμένα που θα καθορίσουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ο Μακρόν ανακοίνωσε δημόσια προ ημερών ότι η Γαλλία κινείται προς την κατεύθυνση της επαναφοράς του διαύλου επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, με τον ίδιο να επιμένει πως είναι αναγκαίος ο διάλογος για να διαπραγματευτεί η Ευρώπη τις εγγυήσεις ασφαλείας για την μεταπολεμική Ουκρανία - αν και αναγνώρισε ότι ο Πούτιν ουδεμία πρόθεση δείχνει να συναινέσει σε κατάπαυση του πυρός. Το ίδιο το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε πως βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες σε τεχνικό επίπεδο δίχως να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες. Υψηλόβαθμος Γάλλος διπλωμάτης φέρεται να μετέβη την περασμένη Τρίτη στη Μόσχα για προπαρασκευαστικές συνομιλίες σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters που ούτε επιβεβαίωσε, ούτε διέψευσε το Ελιζέ.

Η στάση του Παρισιού στο ζήτημα των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων δεν είναι ασύνδετη με την επανατοποθέτηση αυτή. Ο Μακρόν απέσυρε πριν από την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου την υποστήριξή του στην πρωτοβουλία του Γερμανού καγκελάριου, Φρίντριχ Μερτς, και της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, λίγες μόλις εβδομάδες αφότου είχε ταχθεί υπέρ της πλήρους αξιοποίησης των ρωσικών asset. Η κίνηση αυτή ερμηνεύθηκε στο Βερολίνο ως σοβαρή ρήξη εμπιστοσύνης και ως προσπάθεια του Μακρόν να διατηρήσει περιθώριο ελιγμών έναντι της Μόσχας.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον Γάλλο πρόεδρο κινείται η Τζόρτζια Μελόνι. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της επαναφοράς ενός ευρωπαϊκού διαλόγου με τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι εάν η Ευρώπη συνομιλεί μόνο με τη μία πλευρά, η δυνατότητά της να επηρεάσει την έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι περιορισμένη. «Θεωρώ ότι είναι καιρός η ΕΕ να μιλήσει και με τη Ρωσία» δηλώνει. Παράλληλα, προτείνει το διορισμό ειδικού Ευρωπαίου απεσταλμένου που θα μπορούσε να εκπροσωπήσει τα 27 κράτη-μέλη σε συνομιλίες με τον Πούτιν, δίχως να «δείξει» συγκεκριμένο πρόσωπο.

Στο Βερολίνο, από την άλλη, ο Φρίντριχ Μερτς δεν δείχνει να έχει πειστεί για την ανάγκη απευθείας διαλόγου με τον Βλαντιμίρ Πούτιν: «Θα πρέπει να διατηρήσουμε την πίεση και τις κυρώσεις και να τις εντείνουμε όπου είναι δυνατόν. Επί του παρόντος, συντονίζονται οι συνομιλίες μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, καθώς και με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Είμαστε πλήρως ενήμεροι για τις προετοιμασίες και την πρόοδο αυτών των συνομιλιών. Δεν βλέπω επομένως προς το παρόν ανάγκη να ανοίξουμε επιπλέον κανάλια επικοινωνίας», αναφέρει.

Τη συζήτηση όξυνε περαιτέρω ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Λουξεμβούργου, Σαβιέ Μπετέλ, δηλώνοντας ανοιχτά ότι «η Ευρώπη είναι απούσα» από τις κρίσιμες συνομιλίες. Ο Μπέτελ υποστήριξε ότι χωρίς απευθείας συνομιλίες με το Κρεμλίνο δεν μπορεί να υπάρξει λύση, επισημαίνοντας ότι η Μόσχα δεν θεωρεί συνομιλήτρια την επικεφαλής διπλωματίας της ΕΕ Κάγια Κάλας. Οι δηλώσεις του, που συνοδεύτηκαν από κριτική στη θεσμική αρχιτεκτονική της Ένωσης, ανέδειξαν το βαθύτερο πρόβλημα: Ποιος μιλά εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με ποια εντολή. «Ποιος εκπροσωπεί την Ευρώπη; Η Κάγια Κάλας, για παράδειγμα, δεν ήταν στην Ουάσινγκτον όταν διεξάγονταν συνομιλίες με τον πρόεδρο Τραμπ. Αυτό είναι δική της αρμοδιότητα» είπε ο Μπετέλ μιλώντας στο Euronews για να προσθέσει ότι η ΕΕ χρειάζεται να εκπροσωπηθεί από έναν «άμεσα εκλεγμένο ηγέτη με νομιμοποίηση».

Με σαφώς σκληρή γραμμή απέναντι στη Μόσχα, η ίδια η Κάγια Κάλας απορρίπτει την ιδέα επαναπροσέγγισης χωρίς απτές ρωσικές παραχωρήσεις. Υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν έχει τίποτα να προσφέρει στη Ρωσία πέραν όσων ήδη συζητά η Ουάσινγκτον και ότι οποιαδήποτε βιαστική επαφή ενέχει τον κίνδυνο να νομιμοποιήσει τη ρωσική επιθετικότητα και να εξυπηρετήσει την τακτική Πούτιν. Τη θέση αυτή στηρίζουν ανοιχτά η Πολωνία και άλλες χώρες της ανατολικής πτέρυγας, με τον Πολωνό υπουργό Εξωτερικών, Ράντοσλαβ Σικόρσκι, να επιμένει ότι η ΕΕ έχει ήδη φωνή και αυτή είναι η Κάλας.

Η Κομισιόν από πλευράς της επιχειρεί να κρατήσει ισορροπία. Η εκπρόσωπός της, Πάουλα Πίνιο, αναγνώρισε ότι «κάποια στιγμή» θα υπάρξουν συνομιλίες με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αναφέροντας ωστόσο ότι «δεν είμαστε εκεί ακόμη», όσο η Ρωσία συνεχίζει τις επιθέσεις και ο Πούτιν αρνείται ακόμη και μια συνάντηση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφεύγει να τοποθετηθεί στο ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο όταν φθάσει η στιγμή, επιμένοντας ότι το βάρος πρέπει να πέσει στη ρωσική πλευρά.

Η Βρετανία, εκτός ΕΕ αλλά με ρόλο καθοριστικό, έχει απορρίψει τη γαλλο-ιταλική θέση. Η υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, δηλώνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως ο Πούτιν επιδιώκει πραγματικά ειρήνη, υπογραμμίζοντας ότι η πίεση -οικονομική μέσω κυρώσεων και στρατιωτική- πρέπει να συνεχιστεί.

Σε αυτό το πολιτικό τοπίο, η συζήτηση που «άνοιξε» μεταξύ ειδικών το Carnegie Europe προσφέρει ένα πλαίσιο αποτίμησης των επιλογών και των κινδύνων:

Η Γκουέντολιν Σάσε, ανώτερη ερευνήτρια στο Carnegie Europe, θεωρεί ότι η Ευρώπη μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στις διαπραγματεύσεις μόνο αν προσέλθει με ένα ευρωπαϊκό-ουκρανικό ειρηνευτικό σχέδιο που δεν θα περιορίζεται από το σχέδιο των 28 σημείων του Ντόναλντ Τραμπ, παράλληλα με νέες κυρώσεις που θα στοχεύουν στην εξάρτηση της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου και με τη χρήση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.

«Οι δύο πλευρές δεν έχουν πολλά να συζητήσουν. Αυτό μπορεί να αλλάξει μόνο αν οι Ευρωπαίοι αρχίσουν να χρησιμοποιούν την επιρροή τους. Παρά την προπαγάνδα του, το Κρεμλίνο ενδιαφέρεται για το τι θα συμβεί με τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσίας στην Ευρώπη» επισημαίνει και η Γιάνα Κόμπζοβα, ανώτερη ερευνήτρια στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR).

Η Βερόνικα Άνγκελ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Robert Schuman Centre for Advanced Studies του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου (EUI), τονίζει ότι η ευρωπαϊκή παρουσία στις συνομιλίες είναι επιβεβλημένη ακριβώς επειδή το Κρεμλίνο δεν την επιθυμεί. Ο κύριος στόχος δεν είναι απλώς η ειρήνη, αλλά η αποδυνάμωση της ρωσικής διαπραγματευτικής θέσης και η καθιέρωση αξιόπιστων εγγυήσεων ασφαλείας για το Κίεβο. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει η ίδια τη διαπραγμάτευση, αποδεσμεύοντας τις ΗΠΑ από μία διαδικασία που αποσπά την προσοχή τους και θα μπορούν έτσι να επικεντρωθούν στην Κίνα και τις εσωτερικές υποθέσεις τους.

Στον αντίποδα, ο Σάμιουελ Γκριν, καθηγητής Ρωσικής Πολιτικής στο King’s College του Λονδίνου, προειδοποιεί ότι ο χρόνος δεν είναι ακόμη κατάλληλος. Κρίνει δε ως δομικά εσφαλμένη τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει με συνομιλίες Μόσχας-Κιέβου ενώ δεν έχουν «κλειδώσει» εγγυήσεις ασφάλειας. Αντ' αυτού, οι δυτικοί εταίροι πρέπει πρώτα να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη δομή αποτροπής για την Ουκρανία, διαφορετικά η Ρωσία θα αξιοποιήσει τις συνομιλίες για να διχάσει τους Ευρωπαίους, κατά τον ίδιο.

Στο ίδιο πνεύμα και ο Γιουτζίν Ρούμερ, ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος Ρωσίας και Ευρασίας του Carnegie Endowment for International Peace. Υποστηρίζει ότι το ζήτημα για την ΕΕ δεν είναι αν θα διαπραγματευτεί με τη Ρωσία, αλλά πώς. Όπως λέει, η Ευρώπη διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά και στρατιωτικά εργαλεία για να επιβληθεί ως στρατηγικός παίκτης, εφόσον προχωρήσει σε επανεξοπλισμό και δεσμευτεί σε μακροπρόθεσμη στήριξη της Ουκρανίας. Η σύμπτωση αυτών των προϋποθέσεων είναι ό,τι θα επιτρέψει στη διπλωματία να ακουστεί στο Κρεμλίνο.

Ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, διευθυντής του Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας του Carnegie, θεωρεί από πλευράς του ότι η ΕΕ έχει καθυστερήσει υπερβολικά να αποκαταστήσει απευθείας διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα. Στην εποχή Μπάιντεν οι Ευρωπαίοι βασίζονταν στις ΗΠΑ για τις δύσκολες συνομιλίες με το Κρεμλίνο, όμως σήμερα αυτό δεν είναι πλέον δεδομένο, αναφέρει. Αν η ΕΕ θέλει σοβαρά να έχει ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την Ουκρανία, οφείλει να «εμφανιστεί στο τραπέζι» και να αναλάβει το πολιτικό κόστος του διαλόγου· διαφορετικά, κινδυνεύει να βρεθεί απλός θεατής αποφάσεων.