Λάθε βιώσας ή «είσαι θεοπάλαβος»;

Η εικόνα της παράδοσης του βραβείου Νόμπελ από την Μαρία Κορίνα Ματσάδο στον Ντόναλντ Τραμπ, στα μάτια μου ήταν σοκαριστική. Και για εκείνη που το παρέδωσε, αλλά και για κείνον που το αποδέχτηκε χαμογελώντας αυτάρεσκα. Θα πείτε, εδώ ζούμε πράγματα πρωτοφανή και επικίνδυνα σε πλανητική κλίμακα, η μεταβίβαση ενός βραβείου σε πείραξε; Ε ναι λοιπόν, σε επίπεδο συμβολισμών και αποκάλυψης χαρακτήρων, η εικόνα του παραφουσκωμένου σαν χριστουγεννιάτικο γάλο Τραμπ να «τσιμπάει» το Νόμπελ της κακόμοιρης της Ματσάδο, ήταν εξίσου τραγική με όσα έγιναν στην Βενεζουέλα ή όσα ανενδοίαστα λέγονται για την Γροιλανδία.

Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, στέρεος λαϊκός άνθρωπος δίχως ιδιαίτερη μόρφωση αλλά με ξεκάθαρες ηθικές αρχές, το πρώτο που μου έμαθε ως παιδάκι, ήταν ότι «δεν παίρνουμε κάτι που δεν μας ανήκει». Είναι υπεξαίρεση, κλεψιά, ληστεία, απατεωνία ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το. Το δεύτερο που προσπάθησε να μου μάθει ήταν «να αναγνωρίζεις την αξία του άλλου και να προσπαθείς να τον φτάσεις με την δική σου αξία, όχι να τον ζηλεύεις ή να προσπαθείς να τον ρίξεις κάτω για να φανείς εσύ ψηλότερος». Απλοϊκές ηθικολογίες σ’ έναν κόσμο αδυσώπητο, θα πείτε. Σύμφωνοι, αλλά αυτά τα απλοϊκά μας λείπουν και ο πλανήτης έγινε Κολοσσαίο.

Αυτή η δύσμοιρη η Ματσάδο, παραδίδοντας το βραβείο της, απέδειξε απλώς ότι δεν το άξιζε. Το αντάλλαξε με την αόριστη άδεια του πλανητάρχη να παίξει μελλοντικά κάποιο πολιτικό ρόλο στην χώρα της. Ντροπής πράγματα, που δεν θα της βγουν κιόλας. Γραμμένη την έχει ο πλανητάρχης και το λέει φόρα παρτίδα, παρά το Νόμπελ που έβαλε στο ράφι του. Αλλά όταν φτάσαμε στο σημείο να προσκυνάνε τα αφεντικά των πραξικοπημάτων ως και οι κάτοχοι του Νόμπελ Ειρήνης, τι να περιμένει κανείς από τα απλά και ανήμπορα ανθρωπάκια που δεν έχουν που την κεφαλήν κλείναι;

Και πάμε μετά στον άλλον αθεόφοβο. Πόσος ναρκισσισμός πια, πόσο έλλειμμα στοιχειώδους αιδούς; Τι τύπος είναι τούτος; Όπως λένε και οι ψυχίατροι, ο ναρκισσιστής δεν «κλέβει» κάτι που δεν του ανήκει, απλώς θεωρεί αυτονόητο πως ό,τι πολύτιμο κυκλοφορεί στον χώρο, τον αφορά ευθέως. Το βραβείο, η δόξα, η αναγνώριση λειτουργούν σαν καθρέφτες. Αν του τα προσφέρουν, δεν αναρωτιέται «γιατί», αλλά αναφωνεί «επιτέλους».

Σύμφωνοι, όμως πόσο πρέπει να φοβόμαστε κάποιον που κατέχει μια τεράστια δύναμη στα χέρια του, ενώ παράλληλα του λείπει εντελώς εκείνο το εσωτερικό φρένο που στον κανονικό άνθρωπο ψιθυρίζει το αυτονόητο «αυτό δεν είναι για σένα»; Πόσο πρέπει να ανησυχούμε όταν κυβερνά τον πλανήτη ένας άνθρωπος, εντός του οποίου έχει καταργηθεί η διάκριση ανάμεσα στο γελοίο και το μεγαλειώδες;

Και ποια είναι η υγιής αντίδραση ανθρώπων και χωρών, απέναντι σ’ ένα τέτοιον ανερμάτιστο και επικίνδυνο τύπο; Τον γλύφουμε και τον προσκυνούμε σαν την Ματσάδο εκλιπαρώντας την αρρωστημένη του εύνοια; Καταφεύγουμε στο Επικούρειο «λάθε βιώσας» (ζήσε στην αφάνεια, ζήσε κρυφά) μπας και καταφέρουμε να την βγάλουμε καθαρή; Ή παίζουμε κορώνα-γράμματα το κεφάλι μας (κυρίως οι χώρες και δη οι μικρές), λέγοντας του κατάμουτρα ότι είναι παλαβός και χρειάζεται επειγόντως θεραπεία, κρατώντας τουλάχιστον την αξιοπρέπεια μας; Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι αυτό.