Βιβλίο: «Όσο και να σε ζορίσει η αλήθεια, δεν τρέχεις μακριά»

«Όσο και να σε ζορίσει η αλήθεια, δεν τρέχεις μακριά»

Δημοσθένης Παπαμάρκος, «Γκιακ», εκδ. Πατάκη, 2020, σελ. 206

Τιμήθηκε με το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών το 2015, με το βραβείο του περιοδικού «www.oanagnostis.gr» την ίδια χρονιά, έγινε θεατρικό και ανέβηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, κυκλοφόρησε σε ρεκόρ αντιτύπων για διηγήματα, μα πάνω απ’ όλα αγαπήθηκε, συζητήθηκε, και επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Στο μεταξύ όλοι μας μάθαμε τι θα πει Γκιακ: «Γκιακ» θα πει αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή.

Επίσης μάθαμε και κάτι άλλο καλά, το ότι «καθαρός δεν είν’ κανένας, μοναχά ο άπραγος».

Ας μου επιτρέψετε παρακάτω να γίνω κάπως προσωπική, ξεκινώντας από ένα απόσπασμα, που δικαιολογεί και την ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου:

«Ποιο; Τούτο δω στο χέρι; Όχι, δεν είναι μαρτάκι. Μάρτης ακόμα; Αφού έχει περάσει το Πάσχα. Τούτο το ‘χω χρόνια πολλά. Προτού να παντρευτώ. Μου το ‘χε πλέξει η μάνα μ’ φυλαχτό. Είναι δεμένο με γητειές για τα στοιχειά. Μην το γελάς. Τότες ο κόσμος έβλεπε πράγματα, γιατί είχε πίστη. Τώρα, βλέπεις, γινήκαμε όλοι διάολοι. Σκιάξαμε και τα δαιμόνια» [Ταραραρούρα]

Με συγκλόνισε από τον τίτλο. Γνωρίζω καλά από τα αρβανίτικα της γιαγιάς μου το «Γκιακ», λατρεύω τον Κανταρέ και τον «Ρημαγμένο Απρίλη» του, με έχει βασανίσει το Κανούν, κι όσο για εκείνο το τραγούδι «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε» αιώνες το άκουγα μισοκοιμισμένο παιδί τις νύχτες σε γάμους. Ο παππούς μου ο Γιώργης ο βαφέας, εκ Μικρασίας, πολέμησε χρόνια στο Μικρασιατικό. Ε κι όταν επέστρεψε, ασκήτεψε. Ό,τι χρήματα έπιανε τα έδινε σε χήρες και ορφανά, πήρε το ντιβανάκι κι απομονώθηκε κι ας ήταν δυο μέτρα άντρας πανέμορφος. Για τον πόλεμο, ποτέ δεν είπε μιλιά.

Κι έρχεται τώρα ένα νέο παιδί, συγγραφέας σπουδαίος– ούτε λόγος, τ’ απόδειξε με την «ΜεταΠοίηση»- για να φωτίσει λοξά το τι έγινε εκεί, πότε χάσαμε, εντέλει, τον προσανατολισμό μας συναντώντας τη πιο σκοτεινή κόχη της αντιφατικής μας ψυχής. Με μια σειρά από εννέα διηγήματα, εκ των οποίων η μια «Παραλογή», και με ήρωες που επέστρεψαν, τελικά, από την κόλαση του πολέμου πίσω στην όντως κόλαση.

«Τι; Ε, είναι δυνατόν, ρε χαμένε, να πέθανα και να σου μιλάω τώρα δα; Δεν ξέρω γιατί. Έχασα την πίστη μ’ κείθε πέρα. Μπορεί γι’ αυτό. Έκαμα κι είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι άνθρωποι».

Διότι εκεί, το κουτί της Πανδώρας όσον αφορά τα ανθρώπινα έχει ανοίξει για τα καλά, και ο καθένας το ξέρει επιστρέφοντας:

«Γιατί καθαρός δεν είν’ κανένας, μοναχά ο άπραγος. Ίσως αυτή να ήταν και η πιο σπουδαία συμβουλή που μου ΄δωκε άνθρωπος…»

Οι ήρωες των ιστοριών κι εκεί κι εδώ. Έχουν επιστρέψει, ολόκληροι υποτίθεται, αλλά ωστόσο σημαδεμένοι για πάντα.

Στο «Ντο τ’ α πρες κοτσίδετε» η εκδίκηση είναι αυστηρά προσωπική. Οι κομμένες κοτσίδες σημάδι κατατεθέν του θύτη κι ο συναγωνιστής εξαφανίζεται.

«Τα μπουκουμπάρδια» τρώγονται αλλά στον πόλεμο όλα γυρίζουν ανάποδα κι ο Θεός, τιμωρός.

«Ο αρραβώνας» είναι υπόθεση βλάμηδων και της κοινότητας, και η τιμωρία αλλόκοτη.

Το «Ταραραραούρα» είναι ο πόλεμος που συνεχίζεται εντός μας και μετά την επιστροφή.

Στη «Παραλογή», μια γυναίκα μάχεται στα μαρμαρένια αλώνια με τον Χάροντα για τον νεκρό άντρα της. Σε αρκετούς ίσως θυμίζει «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» με την Αρετή και τον Κωνσταντή. Σε μένα θύμισε, όμως, τον Κανταρέ και το «Ποιος έφερε την Ντορουντίν».

Στο «Ήρθε ο καιρός να φεύγουμε», και πάλι η μπέσα και ο λόγος που δίνεται αλλά δεν κρατιέται, δυο φορές.

Το «Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί» είναι η αγριότητα του πολέμου που είναι η Μνήμη μας ωστόσο γι’ αυτό κι η λαχτάρα μας.

Στο «Γυάλινο μάτι» είναι η αλλόκοτη σχέση δυο ανδρών.

Ο «Νόκερ» ενδεχομένως να είναι και ο απόλυτος σπαραγμός. Η αλήθεια που δεν αντέχεται από τους συγγενείς, οι οικείοι ξένοι και η μετανάστευση στην Αμερική.

Παρ’ ότι «Όσο και να σε ζορίσει η αλήθεια, δεν τρέχεις μακριά».

Αλλ’ είναι και αυτή η στιχομυθία που αποτελεί, τελικά, σφραγίδα ζωής:

«… Αργύρη, πόσο αίμα αθώων έχεις χύσει παιδάκι μ’; Τότες σα να μ’ ακούμπησε ο Άγιος στον ώμο έγινε μια μπουνάτσα και γυρνάω και του λέω, γι’ αυτό είναι το αίμα, πατέρα για να χύνεται. Σύρε μέσα τώρα κι άσε με να καπνίσω με την ησυχία μου». Επειδή «Και να την ξέρει ο άλλος την αλήθεια, όταν τη βλέπει, γυρνάει τα μάτια αλλού, έτσ’ και τούτοι».

Ο συγγραφέας με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αυστηρά προσωπική, αβάσταχτα ειλικρινή και σπαρακτική, αναποδογυρίζει τον κόσμο, αξίες, αναδεικνύει τους άγραφους κώδικες:

«Αλλά το’ξερα ότι η βρωμιά θα μ’ ακολούθαγε. Δέκα χρόνια ήταν αυτά. Άντρας δεν έγινα με τη δουλειά, όπως οι άλλοι, αλλά με το σκοτωμό».

«Έτσ’ κάθσα και σκέφτκα και τότες κατάλαβα ότι η βρωμιά δεν είναι παντού βρωμιά. Να σ’ το πω αλλιώς, άμα δεις έναν ζευγά με τις λάσπες μες στην εκκλησία, βρωμιάρη θα τον πεις. Άμα τον δεις όμως με τις λάσπες στο χωράφ’ θα τον πεις άξιο. Επειδή το λοιπόν αυτές οι λάσπες δεν καθαρίζουνε ποτές από τα παπούτσια κανενός, γιατί απ’ αυτές είναι φτιαγμένη η ψυχή τ’, πρέπει να κοιτάξεις να βρεις το σωστό χωράφ’. Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι».

«Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται, αρκεί να μην τα βλέπει και να τα κάνει άλλος».

«Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι».

«Απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ».

Ο Παπαμάρκος στο «Γκιακ» γυρίζει ανάποδα σαν το πουλόβερ την ανθρώπινη ψυχή. Κι αποδεικνύει, εκτός του ότι είναι μεγάλος διηγηματογράφος, πώς η εκδίκηση είναι αλλόκοτο πράγματα, η μπέσα υπάρχει φαίνεται δεν φαίνεται, και ο λεκές μένει ακόμα κι όταν λαμπίκο φανεί ότι έχει καθαριστεί:

«Κι άμα τους στέλνω κάθε τόσο τα τσέκια με τα λιεφτά είναι για να θυμούνται, είναι για να παίρνω εκδίκηση για όσα μου κάνανε. Να μην ξεχάσουνε ποτέ ότι από όσους σκοτώσανε τούτα τα χέρια κάνουν ακόμα προκοπή».

Ένα έξοχο βιβλίο, ποίηση ακριβή.

Για το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος, σε συνέντευξή μας και στην ερώτηση «Γιατί το “Γκιακ” σήμερα», έχει πει: «Γιατί θέμα του δεν είναι η ηθογραφική αναπαράσταση μιας περασμένης εποχής, κάτι που θα το καθιστούσε ξεπερασμένο και ανεπίκαιρο, αλλά η εξερεύνηση και αναδίφηση των αρχαϊκών εκείνων δυνάμεων και καταβολών της ανθρώπινης φύσης με τις οποίες δεν έχει πάψει να αναμετράται το άτομο μέσα στην ιστορία.»

Όσο για το ότι επιλέγει την Μικρασιατική εκστρατεία ως ιστορικό χρόνο του, θα είναι σαφής: «Θα απαντούσα γιατί είναι η εποχή που περιγράφει καλύτερα τους ανθρώπους για τους οποίους διαλέγω να μιλήσω στα διηγήματά μου. Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή συνιστά μεταιχμιακό σημείο της ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους και σηματοδοτεί την απαρχή των διαδικασιών εκείνων που δίνουν στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία –και πολιτεία- τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της. Αντίστοιχα, οι ήρωες των διηγημάτων του «Γκιακ» βιώνουν μία υπαρξιακή κατάσταση που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο γνώριμο και στο ξένο, στο παλιό και το νέο, και να τα συμβιβάσει. Μ’ αυτόν τον τρόπο δηλαδή τα γεγονότα της Μικράς Ασίας χρησιμοποιούνται ως παράλληλο της προσωπικής πορείας των ηρώων. Μιας πορείας που στόχος της είναι η αντιμετώπιση ενός τραύματος που έχει προκληθεί από την εμπειρία του πολέμου, αλλά και η προσπάθεια επανοικείωσης του νέου εαυτού τους με ένα περιβάλλον –προσωπικό, ιδεολογικό, ηθικό- του οποίου ήταν κάποτε οργανικά μέλη, αλλά που πια τους αντιμετωπίζει ως δυνάμει παραβατικούς παρίες, καθώς διακρίνει πάνω τους τα σημάδια του καθολικού κλονισμού της συνείδησής τους».

Όσο για το «Ποια σχέση μπορεί να έχει ένας νέος συγγραφέας που έχει γεννηθεί μόλις το 1983 και είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στην Οξφόρδη, με τα πάθη και την τραχύτητα των ηρώων του», η απάντηση είναι ακριβώς αυτή που ακολουθεί:

«Θέλω να πιστεύω πως παρά την ιδιαιτερότητα των παθών των ηρώων μου και την τραχύτητά τους, ή καλύτερα θα έλεγα, τα αρχαϊκά τους ορμέμφυτα, είναι ήρωες σύγχρονοι. Και το λέω αυτό γιατί ανεξάρτητα από τον τρόπο που εκφράζονται μέσα από το λόγο και τις πράξεις τους αυτό που ζητούν και επιδιώκουν είναι να βρουν τη θέση τους μέσα σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στο ότι οι ίδιοι έχουν αλλάξει. Με άλλα λόγια, οι ήρωες υπερβαίνουν την συγχρονία τους και τα χαρακτηριστικά –πολιτισμικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, κλπ- που αυτή τους προσδίδει, γιατί επωμίζονται έναν αγώνα άρσης του εαυτού τους και επαναπροσδιορισμού του μέσα σε συνθήκες που λίγο-πολύ απειλούν να συντρίψουν την προσωπική τους φωνή. Η αναλογία αυτών των συνθηκών με τις συνθήκες που βιώνουμε κι εμείς σήμερα, αποτελεί το κλειδί για να προσεγγίσουμε τους ήρωες του «Γκιακ» και να συνομιλήσουμε μαζί τους, παρ’ όλο που φαίνεται να στέκονται στους αντίποδες της νεωτερικότητας».