ΓΔ: 897,55 5,86 (0,66 %)

Τζίρος: 86,12 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 1989η
Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

ΓΔ: 897,55 5,86 (0,66 %)

Τζίρος: 86,12 εκατ. €   RT

Συνέντευξη: Μαρία Ξυλούρη: «Σαν να καθαρίζεις μια αγκινάρα για να μείνει η καρδιά της»

Μαρία Ξυλούρη: «Σαν να καθαρίζεις μια αγκινάρα για να μείνει η καρδιά της»

«Για μένα τουλάχιστον η βασική “κίνηση” των διηγημάτων αυτών είναι μεταξύ των διπόλων που ανέφερα παραπάνω: ζωή και θάνατος, κίνηση και ακινησία. Γύρω από αυτά τα δίπολα συγκροτείται, νομίζω, ολόκληρο το βιβλίο. Πολλοί ήρωες σ’ αυτές τις ιστορίες μένουν παγωμένοι στη θέση τους ενώ γύρω τους η ζωή προχωρά, χωρίς πάντα να τους παίρνει μαζί της ή έστω να ρίχνει μια ματιά πίσω της για να βεβαιωθεί ότι την ακολουθούν. Και με ενδιαφέρει πολύ αυτή η στιγμή του “παγώματος”, η στιγμή που νιώθεις πως δεν μπορείς πουθενά να πας ή διστάζεις να κάνεις ένα βήμα – το οποίο βήμα μερικές φορές μοιάζει να το κάνει η ίδια η ζωή για σένα χωρίς να σου ζητήσει την άδεια: όπως όταν είσαι σε ένα πλοίο και χωρίς εσύ ο ίδιος να κουνιέσαι, σε πηγαίνει το πλοίο.»

Την διαβάζεις και στέκεσαι παγωμένος ή μαγεμένος σα να σε πηγαίνει το πλοίο ή το βιβλίο κι ανασαίνεις μόνο όταν φτάνεις ή όταν το βιβλίο σου έχει τελειώσει. Η Μαρία Ξυλούρη είναι μια συγγραφέας μάγισσα σε όλα της τα βιβλία. Ξεκινώντας από το «Rewind» το 2009 με το οποίο πρωτομπήκε στη λογοτεχνία και το «Πώς τελειώνει ο κόσμος» με την ιδιαίτερη δομή του που τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature τo 2013 και τη «Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου» το 2015 για το νησί που ταξιδεύει το 2015 και το ακολούθησε ως τα «Πέτρινα Πλοία» με κεντρικό άξονα τον θάνατο το 2021, με δεκαπέντε διηγήματα για νησιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στο μεταξύ έχει μεταφράσει Ντέιβιντ Μίτσελ, Χάνια Γιαναγκιχάρα, Πολ Όστερ.

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

- Κυρία Ξυλούρη, όλοι έχουν πρόσβαση στη «μέσα θέα»; Οι συγγραφείς;

Όλοι, νομίζω. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο συγγραφέας προσπαθεί - μεταξύ άλλων, φυσικά - να καταγράψει και να μοιραστεί κάτι απ’ αυτή τη μέσα θέα. Κι ίσως διαβάζοντας γι’ αυτήν ο αναγνώστης να διαπιστώνει ότι μερικές φορές, γυρίζοντας το βλέμμα προς τα μέσα, βλέπουμε κάτι κοινό.

- Τι παραπάνω πρέπει να έχει το διήγημα σε σχέση με το μυθιστόρημα; Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος συμπυκνωμένη ζωή;

Το παραπάνω του διηγήματος ίσως να είναι ακριβώς το λιγότερό του: όπως το σκέφτομαι - μπορεί να κάνω και λάθος - στο διήγημα γδύνεις ό,τι μπορείς από τα γύρω γύρω – σαν να καθαρίζεις μια αγκινάρα για να μείνει η καρδιά της.

Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί με την οικονομία της αφήγησης, αυτή τη χρησιμοποιούμε εμείς για να μπορέσουμε να βγάλουμε ένα νόημα και να προχωρήσουμε. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην οικονομία της αφήγησης και το ανοικονόμητο της ζωής με απασχολεί πάντα όταν γράφω.

- Η καρακάξα στο ομώνυμο διήγημα θα μπορούσε να είναι ένας ταχυδακτυλουργός που δεν είναι, ένας γίγαντας που δεν φαίνεται ή ένας υπαρκτός ή ανύπαρκτος Θεός;

Υπάρχει ένα αγγλικό τραγουδάκι σύμφωνα με το οποίο μια καρακάξα σημαίνει καημό, δύο καρακάξες σημαίνουν χαρά κ.ο.κ. Το σκεφτόμουν πολύ γράφοντας το διήγημα· όπως και το ότι σε άλλους πολιτισμούς οι καρακάξες είναι καλοί οιωνοί – στην Κίνα, για παράδειγμα· τα πλάσματα δεν είναι μονοσήμαντα, σηκώνουν, όπως οι λέξεις, πολλές ερμηνείες. Τα πουλιά που υπάρχουν στις ιστορίες μου δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία· είναι, για μένα τουλάχιστον, παρουσίες εξίσου ζωτικές και σημαίνουσες με αυτές των ανθρώπων.

Η καρακάξα λοιπόν θα μπορούσε να είναι και τα τρία – και ταχυδακτυλουργός, και γίγαντας, και θεός. Είναι επίσης και ένα από τα νήματα που συνδέουν τα Πέτρινα πλοία με το προηγούμενο βιβλίο μου, τη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, και αυτό που αν όλα πάνε καλά θα ακολουθήσει.

- «Νερό», νεράκι η ζωή μας και κυλάει, κι ο θάνατος ο κεντρικός άξονας σ’ αυτή τη συλλογή; Ωστόσο, «πέτρινα» τα πλοία που θα μας ταξιδέψουν, κυρία Ξυλούρη;

Ο θάνατος είναι άξονας, μαζί ωστόσο με το αντίθετο και συμπληρωματικό του, τη ζωή. Χωρίς αυτήν εξάλλου δεν υπάρχει. Όπως ελπίζω να είναι άξονας και το δίπολο του τίτλου, αυτό της ακινησίας (της πέτρας) και της κίνησης (του πλοίου).

Σκεφτόμουν τα πέτρινα πλοία που έστηναν κάποτε γύρω απ’ τους τάφους των νεκρών για να τους πάνε στον άλλο κόσμο. Κι ότι τα ταφικά μνημεία υπάρχουν κυρίως για τους ζωντανούς – μέρος της προσπάθειάς μας να δώσουμε σχήμα στο πένθος και να διαχειριστούμε την απουσία (όπως είναι, τελικά, όλες οι τελετουργίες που συνοδεύουν τον θάνατο), γιατί όταν σταματά η ζωή του ενός με τον θάνατο, η ζωή των γύρω συνεχίζεται.

Πολλές από αυτές τις ιστορίες είναι οι ίδιες ταφικά μνημεία – η Πέτρα, πρώτα πρώτα, που είναι και το παλιότερο διήγημα της συλλογής: μια αληθινή ιστορία που την αφηγήθηκε ο πρωταγωνιστής της για να δείξει ποιος είναι, και έγινε μ’ έναν τρόπο κομμάτι της παρακαταθήκης του. Τα πέτρινα πλοία είναι κατά κάποιο τρόπο η μνήμη, δηλαδή, που κουβαλάμε μαζί μας και προχωράμε: ένας τόπος όπου το παρελθόν μας, το παρόν μας και το μέλλον μας συναντιούνται, παρακάμπτοντας - αν όχι και διαψεύδοντας - την κατά τ’ άλλα γραμμική αντίληψή μας για τον χρόνο.

Σκεφτόμουν επίσης τους ανθρώπους ως νησιά, και τα νησιά ως πέτρινα πλοία: «καράβια πέτρινα που πλέουν στον χρόνο, ώσπου ν’ αποφασίσει ο χρόνος να τ’ αποτελειώσει».

- Τα διηγήματά σας έχουν μια κίνηση, μια ρευστότητα, ένα αύριο που τελικά πραγματοποιείται, σαν σελίδα που γυρίζει, κεφάλαιο που αλλάζει, νησί που μετακινείται, κείμενο που ανασαίνει, πώς γίνεται αφηγηματικά όλο αυτό;

Για μένα τουλάχιστον η βασική «κίνηση» των διηγημάτων αυτών είναι μεταξύ των διπόλων που ανέφερα παραπάνω: ζωή και θάνατος, κίνηση και ακινησία. Γύρω από αυτά τα δίπολα συγκροτείται, νομίζω, ολόκληρο το βιβλίο. Πολλοί ήρωες σ’ αυτές τις ιστορίες μένουν παγωμένοι στη θέση τους ενώ γύρω τους η ζωή προχωρά, χωρίς πάντα να τους παίρνει μαζί της ή έστω να ρίχνει μια ματιά πίσω της για να βεβαιωθεί ότι την ακολουθούν. Και με ενδιαφέρει πολύ αυτή η στιγμή του «παγώματος», η στιγμή που νιώθεις πως δεν μπορείς πουθενά να πας ή διστάζεις να κάνεις ένα βήμα – το οποίο βήμα μερικές φορές μοιάζει να το κάνει η ίδια η ζωή για σένα χωρίς να σου ζητήσει την άδεια: όπως όταν είσαι σε ένα πλοίο και χωρίς εσύ ο ίδιος να κουνιέσαι, σε πηγαίνει το πλοίο.

- Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Την πρώτη γραφή την κάνω πάντα στο χέρι, στα τετράδιά μου, που είναι γεμάτα επεισόδια, δοκιμές, ιστορίες, παραλλαγές: όταν ξαναδιαβάζοντας αισθάνομαι ότι έχω μια καλή «μαγιά» αυτά τα θραύσματα τα συναρμολογώ σχεδόν σαν παζλ στη δακτυλογράφηση. Μου δίνεται έτσι και η δυνατότητα την πρώτη διόρθωση να την κάνω καθώς δακτυλογραφώ. Από αυτή τη διαδικασία ξεμένουν στα τετράδιά μου πολλές εναλλακτικές διαδρομές ανοιχτές, πολλές ιστορίες που ίσως δεν χωρούν σε ό,τι γράφω το συγκεκριμένο διάστημα αλλά μπορεί να μου χρησιμεύσουν αργότερα, να γίνουν η αρχή για κάτι άλλο· και βέβαια πάρα πολλές σελίδες που δεν θα δακτυλογραφηθούν ποτέ.

Επειδή δεν βιοπορίζομαι από το γράψιμο, δεν μπορώ να έχω τη συνέπεια και τη σταθερότητα που θα ήθελα στο πρόγραμμά μου. Γράφω όποτε μπορώ. Αλλά αφήνω και περιόδους που δεν γράφω τίποτα: κατά κάποιο τρόπο, κι αυτές είναι κομμάτι της διαδικασίας.

- Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Στο διήγημα είναι κάπως ευκολότερο, λόγω της έκτασης, να έχεις την ιστορία λίγο πολύ διαμορφωμένη πριν τη βάλεις στο χαρτί, και να τη γράψεις σχεδόν «μονοκοντυλιά» (για να επανέλθεις, αργότερα, με διορθώσεις και αναθεωρήσεις). Στο μυθιστόρημα συνήθως δεν έχω ολόκληρη την ιστορία – μπορεί να έχω έναν χαρακτήρα που θέλω να παρακολουθήσω λίγο παραπάνω, ορισμένες εικόνες και μια γενική ιδέα. Οπότε περνώ πολύ καιρό διαβάζοντας και γράφοντας σκόρπια, εξερευνώντας πιθανότητες, περιστατικά, διαδρομές ώσπου να συγκροτηθεί, έστω αδρά, ο κόσμος του βιβλίου. Κάποια στιγμή επανέρχομαι στα χειρόγραφα, αποφασίζω ποια θέλω να κρατήσω και ποια όχι, και διαμορφώνω το βιβλίο καθώς περνάω πια το κείμενο στον υπολογιστή. Μου παίρνει τουλάχιστον τρία χέρια.

- Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Μάλλον αυτό εδώ, κυρίως επειδή για καιρό δεν είχα συναίσθηση ότι έγραφα βιβλίο. Οι ιστορίες γράφτηκαν σε διάστημα μιας δεκαετίας περίπου, ξεχωριστά, και μόνο ξαναδιαβάζοντάς τες διαπίστωσα ότι επικοινωνούν μεταξύ τους και αποτελούν κάτι ενιαίο.

- Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφοι κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Ο θάνατος, σίγουρα. Όσο περνούν τα χρόνια, ο τόπος, τα νησιά ιδίως, και τα πουλιά, καθώς και η σχέση μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Σταθερά το μοντάζ της αφήγησης και το πώς μπορεί η αφήγηση, ελεγχόμενη και πεπερασμένη, να αποδώσει κάτι κατ’ εξοχήν ανεξέλεγκτο και ανοικονόμητο, τη ζωή.

- Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Να αισθάνομαι ότι έχει γωνιές που μου είναι κρυφές, πράγματα που θα ανακαλύψω γράφοντας. Κι ότι έχει κάτι παράξενο, αλλόκοτο.

- Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Να είναι άνθρωποι που, αν τύχαινε να ακούσω τη φωνή τους στο δρόμο, θα γυρνούσα να τους ρίξω δεύτερη ματιά, θα αναρωτιόμουν ποιοι είναι κι από πού ήρθαν. Άνθρωποι που, είτε καλοί, είτε κακοί, με ενδιαφέρει να περάσω κάποιο χρόνο μαζί τους.

- Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;

Μάλλον ο Αδαμάντιος Ραγκούδης της Νυχτερινής βάρδιας του καλλιγράφου. Προσπαθούσα να φτιάξω μια ιστορία για έναν τόπο, και μου φάνηκε ότι ξεφύτρωσε από το χώμα αυτού του τόπου και μπήκε στην ιστορία από μόνος του.