Κώστας Λάβδας: Πού το πάει η Τουρκία

Κώστας Λάβδας: Πού το πάει η Τουρκία
Eurokinissi

Παγίωση των τετελεσμένων που επιχειρεί να δημιουργήσει σε Κύπρο, Αιγαίο και Αν.Μεσόγειο, επιδιώκει με την χρήση διπλωματικών μέσων η Τουρκία, δηλαδή με τα ανοίγματα που κάνει τα τελευταία 24ωρα προς την Αθήνα για διάλογο, μέσω του υπ. Εξωτερικών αλλά και του πρέσβη της στην Αθήνα. “Τα περί αναδίπλωσης και στροφής στην “διπλωματία της ειρήνης” είναι αστειότητες”, σημειώνει ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Παντείου Κώστας Λάβδας, εξηγώντας ότι πρόκειται για μια συνεπή προσέγγιση της πρακτικής: τετελεσμένα - παγίωση. 

“Πρώτα πετυχαίνουμε κάποια τετελεσμένα (ελαφρά ή βαρέα), μετά επιχειρούμε να χτίσουμε σε αυτά παγιώνοντας τη νέα κατάσταση, χρησιμοποιώντας και διπλωματικά μέσα και συνομιλίες”, αναφέρει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει ότι είναι λάθος να θεωρηθεί ότι οι όποιες συμφωνίες έχει πετύχει ή πρόκειται να πετύχει η Αθήνα με γύρω χώρες (Ιταλία, Αιγυπτο), θα ανακόψουν τα τουρκικά επεκτατικά σχέδια. Η Τουρκία επιμένει ότι το Αιγαίο αποτελεί ειδική περίπτωση και έχει αναπτύξει μια δική της αντίληψη η οποία εστιάζεται στην «συνεκμετάλλευση» την οποία θεωρεί ευθύδικη λύση. Θα εξακολουθήσει επομένως να υποστηρίζει τις απόψεις της και να προωθεί τις βλέψεις της, ανάλογα με την συγκυρία, θεωρώντας και ότι η περίοδος πριν τις αμερικανικές εκλογές της δίνει ένα παράθυρο ευκαιρίας.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Εν μέσω προκλήσεων, προετοιμασίας ερευνών και με πανταχού παρών το τουρκολιβυκό μνημόνιο, πρώτα ο Τούρκος υπ. Εξωτερικών Μ.Τσαβούσογλου και μετά ο πρέσβης της χώρας στην Αθήνα Μ. Οζουγκέργκιν μέσω συνέντευξης του στην «Καθημερινή», επανέλαβαν ότι η Αγκυρα είναι έτοιμη για διάλογο και ανοικτή σε συζητήσεις με την Αθήνα. Τι επιδιώκει η Τουρκία;

Οι δηλώσεις του Τούρκου Υπ.Εξ., κ. Τσαβούσογλου, όπως επίσης και του πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα που ακολούθησαν είναι σαφείς αλλά και συνεπείς. Δεν πρόκειται ούτε για αναδίπλωση ούτε για πιρουέτα ούτε για στροφή στη «διπλωματία της ειρήνης» Πρόκειται, αντίθετα, για μια συνεπή προσέγγιση που αναφέρεται στο δίπολο: Τετελεσμένα - παγίωση. Πρώτα πετυχαίνουμε κάποια τετελεσμένα (ελαφρά ή βαρέα), μετά επιχειρούμε να χτίσουμε σε αυτά παγιώνοντας τη νέα κατάσταση, χρησιμοποιώντας και διπλωματικά μέσα, συνομιλίες κλπ. 

Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τη γενικότερη προσπάθεια της Άγκυρας να πετύχει τετελεσμένα και στην ΑΟΖ της Κύπρου και στο Αιγαίο και στην Αναταλική Μεσόγειο, ενθαρρυνόμενη και από τις εξελίξεις στην Λιβύη. Με το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να διαρρήξει τη συνέχεια μεταξύ ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου ενώ με την αμφισβήτηση για το Καστελόριζο επιχειρεί να διαρρήξει, αντίστοιχα, τη συνέχεια μεταξύ ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου. Πρέπει να μας γίνει σαφές αυτό το κλασικό δίπολο: Τετελεσμένα – προσπάθεια παγίωσης. Τα περί αναδίπλωσης είναι αστειότητες.   

-Μπορεί αυτές οι κινήσεις να έρχονται μετά και τις πιέσεις των ΗΠΑ προς την Άγκυρα, αλλά και την ανακήρυξη ΑΟΖ με την Ιταλία ή δεν επηρεάζονται καθόλου από τα παραπάνω;

Η Τουρκία από επιτήδειος ουδέτερος του Β’ ΠΠ έχει εξελιχθεί σε επιτήδειο ακροβάτη του σήμερα. Επιτήδειος ακροβάτης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, εκμεταλλευόμενη καταρχήν την ανικανότητα της ΕΕ. Η αδυναμία π.χ. της Επιχείρησης «Ειρήνη» να αστυνομεύσει την είσοδο όπλων στην Λιβύη είναι εκκωφαντική και οδηγεί σε ενίσχυση όσων στηρίζουν η Τουρκία και το Κατάρ στην ευρύτερη περιοχή. 

Εκμεταλλευόμενη, επίσης, τη στάση του προέδρου Τραμπ. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις του Μπόλτον, πρώην συμβούλου εθνικής ασφάλειας του προέδρου των ΗΠΑ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενδείξεις «ιδιωτικοποίησης» των κριτηρίων άσκησης εξωτερικής πολιτικής επί Τραμπ αφορούν και τις σχέσεις του με τον Ερντογάν, ο οποίος φαίνεται πως είχε λόγους να αισθάνεται ασφαλής λόγω των καλών σχέσεών του με τον Αμερικανό πρόεδρο. 

Η Τουρκία επιμένει ότι το Αιγαίο αποτελεί ειδική περίπτωση και έχει αναπτύξει μια δική της αντίληψη η οποία εστιάζεται στην «συνεκμετάλλευση» την οποία θεωρεί ευθύδικη λύση. Θα εξακολουθήσει να υποστηρίζει τις απόψεις της και να προωθεί τις βλέψεις της, ανάλογα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται. Θα είναι λάθος να θεωρηθεί ότι οι συμφωνίες ανακόπτουν τα τουρκικά επεκτατικά σχέδια.

-Υπό ποιες προϋποθέσεις και για ποιο αντικείμενο θα μπορούσε η Ελλάδα να καθίσει σε ένα τραπέζι και να συζητήσει με την Τουρκία; 

Υπενθυμίζω ότι, ως προς τις θαλάσσιες ζώνες, η Ελλάδα συνορεύει με έξι (6) κράτη: Την Τουρκία, την Αλβανία, την Ιταλία, τη Λιβύη, την Αίγυπτο και την Κύπρο. Το πρώτο εξ αυτών ήταν και παραμένει ο βασικός λόγος για τον οποίο μέχρι πρότινος η Ελλάδα δεν είχε καταφέρει να οριοθετήσει με κανένα από τα άλλα.

Υπενθυμίζω, επίσης, ότι η διαφορά με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ξεκινά το 1973, όταν η τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίων χορήγησε άδειες για διεξαγωγή ερευνών επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας δυτικά των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Άλλωστε η συμφωνία η Αθήνας με τα Τίρανα το 2009 με βάση την αρχή της μέσης γραμμής, δηλαδή της ίσης απόστασης ανάμεσα στις δύο χώρες, ακυρώθηκε μετά από πιέσεις της Τουρκίας στην Αλβανία.

Συνεπώς η σχετική αναφορά του πρέσβη της Τουρκίας στο ποιος έχει οριοθετήσει - σεβόμενος, υποτίθεται, το διεθνές δίκαιο και ποιος όχι- είναι απαράδεκτη.  Η συζήτηση μεταξύ γειτόνων και δη συμμάχων είναι αυτονόητα θετική, εφόσον δεν σωρεύονται από την μια πλευρά αναθεωρητικές στάσεις και διεκδικήσεις. Δυστυχώς με την Τουρκία συμβαίνει ακριβώς αυτό. Με την Τουρκία η επίσημη διαφορά παραμένει μια: Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Τα υπόλοιπα συνιστούν αυθαίρετες διεκδικήσεις της Τουρκίας.

- Τι σημαίνει άραγε το γεγονός ότι ο Τούρκος πρέσβης φέρνει ως παράδειγμα για μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Τουρκία, το μοντέλο που ακολουθήθηκε στην περίπτωση της συμφωνίας για την ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας, λέγοντας ότι αυτό, μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα, προσφέρουν περαιτέρω ιδέες;

Η πρόσφατη, θετική σε γενικές γραμμές συμφωνία με την Ιταλία βασίστηκε στην προϋπάρχουσα του 1977 και στηρίχθηκε στις χαράξεις του 1977, πριν δηλαδή την Σύμβαση του 1982 και τη Συμφωνία του 1994 των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, τις οποίες έχει κυρώσει η Ελλάδα. Η συμφωνία με την Ιταλία δίνει σχετικά μικρότερη επήρεια στα Διαπόντια νησιά και στις Στροφάδες. 

Είναι επίσης γεγονός ότι σε επίπεδο νομολογίας, το νέο καθεστώς μετά το 1982 το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και θεωρεί ότι μόνον οι «βράχοι» που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν διαθέτουν δική τους ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, έχει παρ’ όλα αυτά οδηγήσει και σε αμφίρροπες αποφάσεις.

Η αρχή της μέσης γραμμής παραμένει κύριος κανόνας οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, αλλά εφαρμόζεται ως συμπληρωματική αρχή οριοθέτησης και η αρχή της αναλογικότητας, με την οποία υπολογίζονται και το μέγεθος της εκατέρωθεν στεριάς και η γεωγραφική διαμόρφωση.  

Προσπαθώντας να βρει συμβιβαστικές λύσεις, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει σε διαφορετικές περιπτώσεις (Ουκρανία – Ρουμανία, Νικαράγουα – Κολομβία, Μπαχρέϊν – Κατάρ) υπολογίσει και παραμέτρους όπως οι ειδικές συνθήκες και η αρχή της αναλογικότητας στην οποία αναφέρθηκα.

Παρότι επίσημο όργανο του ΟΗΕ, το δικαστήριο συνιστά στην πραγματικότητα μορφή εξιδανικευμένης διαιτησίας και έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου π.χ. το ένα μέρος – αυτό που δεν ικανοποιήθηκε – δεν αναγνώρισε την απόφαση.

Θα ήταν λάθος τόσο το να θεωρήσουμε την Χάγη αυτονόητα θετική ως προς το σύνολο των επιχειρημάτων μας όσο και το να προσδώσουμε υπερβολική βαρύτητα στη σημασία της.        

- Τελικά τι πιστεύετε ότι κρύβεται πίσω από αυτές τις «προσκλήσεις» για συνεργασία, τι θα δούμε να ξεδιπλώνεται το επόμενο διάστημα, ποιο είναι το απώτερο σχέδιο της Τουρκίας;

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η Τουρκία αναζητά επιτυχία σε τρεις διαστάσεις: Προπαρασκευή, συνθήκες και τετελεσμένα.

Η Άγκυρα προφανώς θεωρεί ότι η περίοδος πριν τις αμερικανικές εκλογές της δίνει ένα παράθυρο ευκαιρίας. Και ως προς την Ελλάδα, θα το εκμεταλλευτεί πιέζοντας για συνολική διαπραγμάτευση από θέση ισχύος, αυτό είναι προφανές. Οι εξελίξεις στην περιοχή δεν θα εξαρτηθούν από την Χάγη ή άλλους αντίστοιχους μηχανισμούς, αλλά από ένα συνδυασμό πολλών μεταβλητών, όπως οι αντιλήψεις της τουρκικής ηγεσίας για τα κόστη και τα οφέλη των επόμενων κινήσεών της, οι ισορροπίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, η τύχες όσων στηρίζουν μια εντονότερη φωνή της ΕΕ στην άμυνα και την ασφάλεια, οι εκλογές στις ΗΠΑ, οι πολιτικές της Γαλλίας και της Ρωσίας κλπ. 

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι «πώς θα αποφύγουμε το θερμό επεισόδιο» αλλά πώς θα χαράξουμε μακροπρόθεσμα μια ειρηνική πορεία με καλές οικονομικές σχέσεις με όλους τους γείτονες χωρίς εκπτώσεις στα εθνικά συμφέροντα και την εθνική κυριαρχία.

Αυτό προϋποθέτει ενισχυμένη ικανότητα αποτροπής, την πεποίθηση για την χρήση της και την συνεχή κινητοποίηση συμμαχιών και συνεννοήσεων σε πολυμερές αλλά και σε διμερές επίπεδο.