Σύμφωνα με την GPO, το 56,6% των Ελλήνων κρίνει ως ανεπαρκή τα μέτρα στήριξης που εξήγγειλε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου. Επίσης, το 84,4% θεωρεί ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό δεν καλύπτουν τις απώλειες από τον πληθωρισμό. Αυτό δα έλειπε. Να πει ο Έλληνας ότι του φτάνουν τα λεφτά. Κορόιδο είναι; Μόλις πει «εντάξει είμαστε» ή «κάπως βολεύεται η κατάσταση», κατ’ ευθείαν σταματάνε να του δίνουν. Ενώ όσο μουρμουρά και διαμαρτύρεται, τόσο κρατά ανοικτό το ενδεχόμενο να του δώσουν και κάτι τις παραπάνω. Μάζευε κι ας είναι ρόγες.
Στο μεταξύ, όλοι αυτοί που κατακεραυνώνουν τα διάφορα «pass» και τα «καλάθια» ως ανεπαρκή, ζητώντας να είναι πιο γενναία και πιο διευρυμένα, είναι παραλλήλως και εναντίον των επιδομάτων. Θέλουν -λένε- μόνιμα μέτρα. Να μειωθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, να μειωθεί ο ΦΠΑ, γενικώς να μειωθούν οι έμμεσοι φόροι. Εντάξει, και στην επόμενη κρίση –διότι όλο με τέτοιες θα ζούμε εφεξής- τι θα ζητήσουν; Ακόμα μεγαλύτερη μείωση μέχρι κατάργησης κάθε φόρου ή θα απαιτήσουν την επαναφορά των pass, που τότε θ’ ανακαλύψουν ότι είναι πιο δίκαια από τις οριζόντιες μειώσεις που δεν περνάνε στους καταναλωτές;
Αφήστε τα, δεν υπάρχει περίπτωση να βγάλουμε άκρη. Δεν είναι πολύ μακρινός ο καιρός που ο Γιώργος Παπανδρέου ως πρωθυπουργός είχε θέσει ως επίσημο στόχο της κυβέρνησης του, να δουλεύει τουλάχιστον ένα μέλος κάθε ελληνικής οικογένειας. Το θυμάστε; Τότε η ανεργία ήταν το μεγάλο χτικιό της ελληνικής κοινωνίας, που έστελνε ολόκληρα αεροπλάνα με κόσμο στο εξωτερικό για να βρει μεροκάματο. Τώρα περνάς την Ερμού ή τα στενά του Ψυρρή και δεν υπάρχει μαγαζί να μην έχει ταμπέλα «ζητούνται υπάλληλοι».
Φυσικά, αυτοί που δεν πάνε να δουλέψουν αλλά κάθονται στις καφετέριες διαμαρτυρόμενοι ότι «δεν είναι χώρα αυτή να ζει κανείς», με κάποιο τρόπο ζουν. Ξέρουμε πως. Εισπράττοντας κρατικά επιδόματα και συν-τρώγοντας τον «απαράδεκτα χαμηλό» μισθό των πατεράδων τους ή την «σύνταξη πείνας» των παππούδων τους. Και μη μου λένε εμένα ότι αν οι μισθοί ή τα μεροκάματα ήταν μεγαλύτερα θα πήγαιναν να δουλέψουν, διότι ο τεμπέλης πάντα θα βρίσκει μια δικαιολογία να κάθεται στην καρέκλα αντί να σηκωθεί πρωί-πρωί να πάει στο μεροκάματο.
Και τέλος πάντων, δεν ήταν ηλίθιες οι προηγούμενες και προ-προηγούμενες γενιές που ξεκινούσαν μ’ έναν χαμηλό μισθό, σταδιακά τον έκαναν υποφερτό κι ύστερα ικανοποιητικό. Απλώς είχαν μάθει από το σπίτι τους και από τον περίγυρο τους ότι η δουλειά είναι μονόδρομος, ενώ τώρα τα παιδιά μαθαίνουν χίλια πράματα από τα social media, εκτός απ’ αυτό το στοιχειώδες. Σέβομαι απεριορίστως αυτόν που δουλεύει και ζητά παραπάνω αμοιβή –βλέποντας ότι πάει καλά επιχείρηση και οικονομία- αλλά δεν διστάζω να πω τεμπελαριό εκείνον που ξέρει μόνο από ξάπλα και κριτική. Το ίδιο αφορά και το σπίτι που τον ανάθρεψε τοιουτοτρόπως.
Μην μπερδεύεστε, δεν επιχειρώ υπόγεια στήριξη του Μητσοτάκη μ’ αυτά που γράφω. Καμιά κυβέρνηση και κανένας πρωθυπουργός δεν θα τους ικανοποιήσει ποτέ αυτούς. Θα βρίζουν και θα καταψηφίζουν πάντα όποιον διαχειρίζεται την εξουσία, διότι δεν τους δίνει «αυτά που τους χρωστάει». Πούθε τους τα χρωστάει δεν είναι σαφές, είναι όμως πέραν πάσης αμφισβήτησης.
Το ‘χω ξαναγράψει και με βρίζετε, αλλά επιμένω. Έχουμε αναθρέψει την επόμενη γενιά της χρεωκοπίας. Βρίσκουν χίλιες δικαιολογίες να μην πάνε να δουλέψουν, αρνούνται να πάνε στον στρατό, έχουν στην κωλότσεπη έναν ολόκληρο κατάλογο δικαιωμάτων αλλά ούτε μια υποσημείωση υποχρέωσης, ενώ συνωστίζονται και στους προθαλάμους των ψυχολόγων διότι «όλη αυτή η πίεση» τους έχει δημιουργήσει χίλια ψυχολογικά θέματα. Μακάρι να μην είναι έτσι και να είμαι εγώ ένας γκρινιάρης συντηρητικός που καταστροφολογεί…
