Ρωγμές στο τείχος που υψώνει τις τελευταίες δεκαετίες η Τουρκία σε κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και διευθέτησης της διαφοράς της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ επιχειρεί να εντοπίσει η Αθήνα, στέλνοντας μηνύματα στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου λίγες ημέρες πριν από τη σύγκληση του ΑΣΣ και τη συνάντηση Κορυφής Μητσοτάκη - Ερντογάν στην Άγκυρα.
Κανείς στην Αθήνα δεν καλλιεργεί υψηλές προσδοκίες από τη συνάντηση αυτή και τη σύγκληση του ΑΣΣ, έπειτα από καθυστέρηση και συνεχείς αναβολές ενός χρόνου, ένα διάστημα που σημαδεύτηκε από πολλά γεγονότα τα οποία έχουν επιβαρύνει το κλίμα.
Οι έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και στα Θαλάσσια Πάρκα που θέσπισε η Ελλάδα, ο τουρκικός ΘΧΣ που στηρίζεται στις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, η επαναβεβαίωση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», η απαίτηση για αφοπλισμό των νησιών, το ελληνικό βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, καθώς και η στενή και διευρυνόμενη στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ, είναι ζητήματα που έχουν βαρύνει την ατζέντα.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του (στον ΣΚΑΪ και στον Αλέξη Παπαχελά), χωρίς να έχει «αυταπάτες», όπως είπε, προσπάθησε να στείλει κάποια μηνύματα στην Άγκυρα για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει η συζήτηση για το μείζον θέμα της οριοθέτησης. Εκτίμησε, πάντως, ότι όσο η Τουρκία προσθέτει και άλλα θέματα είναι δύσκολο να υπάρξει πρόοδος και να προχωρήσουν τα δύο μέρη προς αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον σε αυτή τη συγκυρία.
Προβάλλοντας τη λύση της παραπομπής της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι δεν θεωρεί πιθανή αυτή την εξέλιξη στην παρούσα συγκυρία, όσο η Τουρκία και ο Τ. Ερντογάν δεν αφήνουν πίσω την επίκληση θεμάτων όπως οι «γκρίζες ζώνες», που αφορούν ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, αλλά και το casus belli. Θέματα που είναι απαγορευτικά για την έναρξη οποιασδήποτε ουσιαστικής συζήτησης.
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός έκανε μνεία στη δήλωση Φιντάν, χαρακτηρίζοντάς την ως «θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως μπορεί να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της και να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν». Συμπλήρωσε, πάντως, ότι μετά τη δήλωση Φιντάν υπήρξαν δηλώσεις του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας με τις πάγιες θέσεις, κάτι που, όπως είπε, δεν αποτελεί έκπληξη.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης, με την αναφορά του στη δήλωση Φιντάν, θέλησε διακριτικά να «βολιδοσκοπήσει» την τουρκική πλευρά, στέλνοντας το μήνυμα ότι μπορεί να έχει τις θέσεις της ως προς το εύρος των διαφορών στο Αιγαίο, αλλά ότι η συζήτηση θα μπορούσε να γίνει χωρίς την προβολή τους με την ίδια «ένταση».
Αυτό, βεβαίως, είναι κάτι που εξαιρετικά δύσκολα θα συμβεί και τελικά δεν έχει και τόσο σημασία η ένταση ή ο τόνος με τον οποίο προβάλλει τις θέσεις αυτές η Τουρκία, αλλά το γεγονός ότι δεν αποδέχεται το πλαίσιο της μίας και μόνης διαφοράς στο Αιγαίο. Εξάλλου, ο κ. Φιντάν στη συγκεκριμένη δήλωση μίλησε μεν για «διαφορά» στο Αιγαίο, προσθέτοντας εμφατικά ότι μπορούμε να συζητήσουμε «τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα».
Η εμπειρία, τόσο στις διερευνητικές όσο και σε άλλες ελληνοτουρκικές συζητήσεις, έχει δείξει ότι ακόμη και όταν οι εμπιστευτικές συνομιλίες προχωρούσαν επικεντρωμένες στην υφαλοκρηπίδα σε σχέση με τα χωρικά ύδατα, στο τέλος η Τουρκία έθετε τις υπόλοιπες «διαφορές», με πρώτη τις «γκρίζες ζώνες», προκειμένου να αποσπάσει μεγαλύτερες υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά. Επίσης, είναι προφανές ότι ο συνδυασμός που πρόβαλε ο κ. Φιντάν «υφαλοκρηπίδα – χωρικά ύδατα» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Ο πρωθυπουργός, πάντως, αν και υπενθύμισε ότι η κυβέρνησή του είναι αυτή που επέκτεινε τα χωρικά ύδατα στο Ιόνιο και διατηρεί το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος επέκτασης έως τα 12 ν.μ., όταν κρίνει ότι είναι κατάλληλες οι συνθήκες, «ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδας μας που δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου» έσπευσε να προσθέσει ότι «πρέπει να έχουμε την αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, δεν πρόκειται για ζήτημα που αφορά μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία». Μια δήλωση που θα μπορούσε να ακουστεί ως καθησυχαστική προς τις πλευρές που αντιδρούν, πρωτίστως την Τουρκία.
Ο πρωθυπουργός προσπάθησε, τέλος, να αναδείξει και το αμοιβαίο όφελος που θα προέκυπτε από την επίλυση της μεγάλης διαφοράς στα ελληνοτουρκικά, υπογραμμίζοντας τη σημασία που έχει και για την Τουρκία η πρόοδος στις ευρωτουρκικές σχέσεις, αλλά και η συμμετοχή της σε αμυντικά προγράμματα και χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε. Δεν έκρυψε, φυσικά, ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί το «χαρτί» της Ε.Ε. ως διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στην Τουρκία, με στόχο όχι τον αποκλεισμό της στο διηνεκές, αλλά έως ότου αντιληφθεί ότι οι διεκδικήσεις της είναι «άστοχες και αχρείαστες».
Στην Αθήνα, χωρίς να περιμένουν πολλά από το ΑΣΣ, τουλάχιστον ελπίζουν ότι και από την τουρκική πλευρά δεν θα υπάρξει διάθεση για αντιπαράθεση που θα υπονόμευε πλήρως το κλίμα και θα ακύρωνε όσα σήμερα καταγράφονται ως θετικά: τη μείωση της παράνομης δραστηριότητας στο Αιγαίο, τη συνεργασία στο μεταναστευτικό, την προσέλκυση τουριστών στα ελληνικά νησιά, και θα οδηγούσε στις γνωστές συνθήκες του παρελθόντος.
Σε μια περίοδο, μάλιστα, που κανείς δεν θέλει να τραβήξει πάνω του το «βλέμμα» του Ντ. Τραμπ, και τουλάχιστον δημόσια οι δυο πλευρές δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν, ούτε επιδιώκουν τη μεσολάβηση οποιουδήποτε τρίτου για την αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων…
