field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock

Ο Ερντογάν και η αυταπάτη της ελληνοτουρκικής φιλίας

Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα του 2016, απέδειξε, πως η δυνατότητα της μεταβολής της Τουρκίας σε μία περιφερειακή δύναμη, με ήπιο τρόπο, αλά Νταβούτογλου, ήταν αδιέξοδη. Πρώτον, διότι η Τουρκία στο εσωτερικό και τον περίγυρό της αντιμετωπίζει το κουρδικό ζήτημα με 35-40 εκατομμύρια Κούρδους απέναντί της, και επομένως δεν μπορεί να είναι δημοκρατική, αλλά πρέπει υποχρεωτικά να είναι αυταρχική και κατασταλτική.

Δεύτερον, διότι ως συνέπεια των εσωτερικών αντιθέσεων είναι υποχρεωμένη να πατάει σε δύο βάρκες: Στη Δύση με την οποία ήταν παραδοσιακά δεμένη και στην οποία εξάγει τα προϊόντα της και… πέντε εκατομμύρια ανθρώπους από τη μία, και τη Ρωσία από την άλλη, που επέτρεψε στον Ερντογάν να επιβιώσει μετά το πραξικόπημα, να εξοντώσει τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ, ενώ της χτίζει πυρηνικά εργοστάσια, ώστε να γίνει μεσοπρόθεσμα πυρηνική δύναμη...

Γι’ αυτό και δεν μπορεί να επιλέξει μεταξύ των δύο, ακόμα και όταν Ανατολή και Δύση συγκρούονται. Η Τουρκία για να επιβιώσει πρέπει υποχρεωτικά να είναι κατασταλτική μέσα, επιθετική έξω, και να μετεωρίζεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης. 

Οι ελληνικές ελίτ, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, σε ένα μεγάλο ποσοστό πίστευαν άλλοτε, και κάποιοι ακόμα το πιστεύουν, πως θα μπορούσαμε να «τα βρούμε» με την Τουρκία: Η Τουρκία είναι μία σημαντική δύναμη και θα έπρεπε, σύμφωνα με το σκεπτικό τους, να έχουμε μαζί της αναπτυγμένες πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές σχέσεις, κ.λπ.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 πολλοί ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν ακόμα και στον Πόντο, τότε που ο Ερντογάν επέτρεπε να λειτουργούν οι ορθόδοξοι ναοί. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι ο Ερντογάν σε αντίθεση με τον κεμαλισμό εκφράζει έναν ειρηνευμένο τουρκισμό. 

Το δόγμα Νταβούτογλου διαλαλούσε την ιδέα της ειρηνικής επικράτησης της Τουρκίας στην περιοχή, μέσω της οικονομικής γιγάντωσής, της πληθυσμιακής υπεροχής και της χρήσης του πολιτικού ισλάμ, και στόχευε στην ειρηνική υποταγή των γειτονικών κρατών. Ο Νταβούτογλου στην ουσία έθετε σε εφαρμογή αυτό που από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 είχε τονίσει ο Τουργκούτ Οζάλ, «δεν θα χρειαστεί να καταλάβουμε την Ελλάδα, αρκεί να στείλουμε 2-3 εκατ. Τούρκους στα ελληνικά νησιά». 

Η Τουρκία, αν μπορούσε να επιμείνει σε μία τέτοια πολιτική (για ένα διάστημα είχαμε ήδη αρχίσει να δορυφοροποιούμαστε οικονομικά από την Τουρκία), με ένταξη στην ΕΕ, δύσκολα θα διέφευγε η Ελλάδα, επειδή η διαφορά ισχύος Ελλάδας-Τουρκίας είναι μεγάλη και η ελληνική οικονομία στα μνημονιακά χρόνια κατέρρευσε. Άλλωστε στην Ελλάδα υπήρχαν ευήκοα ώτα στα τουρκικά κελεύσματα.

Στα χρόνια του Νταβούτογλου ένα μέρος της ελληνικής διανόησης είχε γοητευτεί τόσο από την πολιτική του, ώστε ένας κορυφαίος Έλληνας διανοούμενος πρότεινε να αναλάβουν οι Έλληνες το «υπουργείο Παιδείας» μιας ελληνοτουρκικής Ένωσης. Οι πολιτικές μας ελίτ πάσχιζαν να βάλουν την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ή να θυμηθούμε τον αγώνα που είχαν δώσει για να αποδεχθούν οι Κύπριοι το σχέδιο Ανάν, προκειμένου να της χαρίσουν «ειρηνικά» και την ελεύθερη Κύπρο.

Η Τουρκία μέχρι το 2012, αλλά ακόμα και μέχρι το πραξικόπημα του 2016, χρησιμοποιούσε έναντι των ελληνικών ελίτ την τακτική του μαστίγιου και του καρότου,. Και η τακτική αυτή απέδιδε, οι δε ελληνικές ελίτ επέλεγαν τον δρόμο της υποχώρησης εθίζοντας σε αυτή και τον ελληνικό λαό. Όσοι τότε πίστευαν ότι η Ελλάδα δεν έχει άλλο δρόμο από αυτόν της αντίστασης, χαρακτηρίζονταν οπισθοδρομικοί και εθνικιστές κ.λπ. και περιθωριοποιούμασταν.

Αλλά από το 2016 οι εσωτερικές αντιθέσεις ξύπνησαν στην Τουρκία τα πιο βαθιά της ένστικτα. Η Τουρκία, μια χώρα δημιουργημένη από συνεχείς κατακτήσεις, και διχασμένη στο εσωτερικό (Τούρκοι-Κούρδοι, σουνίτες-αλεβίτες, δυτικοί και ισλαμιστές) δεν μπορεί να προσαρμοστεί στον ρόλο μιας ηγεμονικής δύναμης που χειρίζεται την ήπια ισχύ.

Η Τουρκία του Ερντογάν άρχισε να συμπεριφέρεται με νεοσουλτανικό τρόπο με αποτέλεσμα οι ελληνικές ελίτ να μην έχουν πια τη δυνατότητα να συνδιαλλαγούν μαζί της. Έκανε έναντι της Ελλάδας το ίδιο «λάθος» που έπραξε ο Πούτιν έναντι της Ουκρανίας. Ο Πούτιν, αν ακολουθούσε μια πολιτική ήπιας ισχύος στην Ουκρανία, ίσως να την είχε ενσωματώσει σταδιακά, πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά και ήδη είχε καταφέρει να εκλεγεί στην Ουκρανία ο φιλορώσος Γιανουκόβιτς.

Όμως το 2014, για να «τιμωρήσει» τους Ουκρανούς που δεν επιθυμούσαν το ρωσικό σφιχταγκάλιασμα, αποφάσισε εν μια νυκτί τον διπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου (από τα 485 δολ. στα 1000 ανά κ.μ.) και ζήτησε την άμεση αποπληρωμή συσσωρευμένων οφειλών 2,2 δισ. ευρώ, διαφορετικά θα τους έκοβε το φυσικό αέριο, καθώς και να καταλάβει την Κριμαία με αποτέλεσμα να ρίξει βενζίνη αντί νερό στη φωτιά.

Η Ρωσία και η Τουρκία δεν κατάφεραν να αναπτύξουν μια κουλτούρα ενσωμάτωσης μικρότερων χωρών, μέσω της οικονομίας και του τρόπου ζωής,. Παραμένουν προσκολλημένες στο δόγμα της επιβολής διά της στρατιωτικής ισχύος. Η βάναυση επίδειξη δύναμης από τον Ερντογάν αφύπνισε τους Έλληνες, που κατανόησαν ότι η υποταγή τους δεν θα γίνει με «γλυκό» τρόπο, αλλά με τον παραδοσιακό τρόπο που γνωρίζει η Τουρκία.

Ο Ερντογάν μάς θέτει άθελά του ένα δίλημμα: αν θέλουμε να επιβιώσουμε οφείλουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Ισραήλ, αλλιώς δεν έχουμε τύχη. Και επειδή τα προηγούμενα τριάντα χρόνια ακολουθούσαμε το αντίθετο παράδειγμα, μειώνοντας συνεχώς τη στρατιωτική θητεία, διαλύοντας την αμυντική μας βιομηχανία, εγκαταλείποντας δεκαπέντε χρόνια την ανανέωση του εξοπλισμού μας, είναι δύσκολο τώρα να πάρουμε έναν διαφορετικό δρόμο. 

Ο δρόμος της αντίστασης στην Τουρκία είναι δύσβατος, γι’ αυτό και τα χατζηαβάτικα σύνδρομα είναι ακόμα πολύ ισχυρά. Ένα κομμάτι των ελίτ στα φανερά (και ένα σημαντικότερο στα κρυφά) συχνά εκφράζει την επιθυμία η Τουρκία να επιστρέψει στην προ του 2016 τακτική. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει, η Τουρκία συνολικά, τα τελευταία χρόνια, πήρε στροφή και η ανθελληνική στάση είναι κοινός τόπος στο πολιτικό της σύστημα.

Άλλωστε με τη χρήση του μεταναστευτικού η Τουρκία θέλει να αλλοιώσει τη δημογραφική σύνθεση της χώρας, εξάλλου η πολιτική της μεταφοράς πληθυσμών είναι πολύ παλιά στην τουρκική ιστορία, ειδικότερα στα Βαλκάνια. Το έπραξαν στην Αλβανία, στο Κόσοβο, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, μετέφεραν πληθυσμούς αλλοιώνοντας την πληθυσμιακή σύσταση των περιοχών. 

Ακόμα και αν ο Ερντογάν αποχωρήσει από την εξουσία η πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας δεν θα αλλάξει. Άλλωστε δεν επιθυμούν απλώς να μας εξαρτήσουν, αλλά να μας διώξουν από την περιοχή. Έχουν αποφασίσει από τους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά, από το 1914, ότι δεν θα ακολουθούν πια την πολιτική της συμβίωσης με τους χριστιανικούς λαούς, αλλά θα τους εκκαθαρίζουν, όπως το έπραξαν την περίοδο 1914-1922 με τη γενοκτονία των χριστιανικών εθνών της Μικράς Ασίας. 

Ο Ερντογάν μάς αφύπνισε τελικώς, από τις όποιες φαντασιώσεις ελληνοτουρκικής φιλίας. Η αποκάλυψη του αληθινού προσώπου του σε μια συγκυρία που η Δύση δεν μπορεί να αποδεχτεί μια Τουρκία που προσεγγίζει τη Ρωσία και απειλεί την ίδια την Ευρώπη με ισλαμοποίηση, μας ξύπνησε από έναν λήθαργο δεκαετιών και μας δίνει την τελευταία ευκαιρία να ακολουθήσουμε μια διαφορετική πολιτική.

Με την ενίσχυση της άμυνας και της αμυντικής της βιομηχανίας και προπαντός με την καλλιέργεια της ιδεολογίας ενός Ακρίτα μιας συρρικνούμενης Ευρώπης – ένα σύνορο που θα επιβιώσει αγωνιζόμενο σκληρά και μεταβάλλοντας ριζικά, ιδεολογία, από τον αβδηριτισμό, στο ήθος του Κολοκοτρώνη.

 *Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις το βιβλίο του, 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα (https://ardin-rixi.gr/archives/246502)