Η Σουηδία και η Φινλανδία στο προεκλογικό «πόκερ» του Ερντογάν
Shutterstock
Shutterstock

Η Σουηδία και η Φινλανδία στο προεκλογικό «πόκερ» του Ερντογάν

Είναι ευρέως γνωστό ότι η Σουηδία και η Φινλανδία ακολουθούσαν μία πολιτική ουδετερότητος επί μακρύ χρονικό διάστημα. Σταδιακά, όμως, άρχισαν να μεταβάλλουν στάση στο διεθνές γίγνεσθαι. Οι δύο προαναφερθείσες σκανδιναβικές χώρες μεταπήδησαν από την επίσημη ουδετερότητα στη στρατιωτική μη ευθυγράμμιση, όταν εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 1995.

Την 25η Φεβρουαρίου 2022, επόμενη ημέρα της εκδηλώσεως της ρωσικής επιθέσεως κατά της εδαφικής ακεραιότητος της Ουκρανίας, έγινε λόγος για πρώτη φορά περί ενδεχόμενης ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.

Έως τότε, οι δύο αυτές χώρες ήταν εταίροι του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, όχι όμως και μέλη του. Σταδιακά, η προοπτική εντάξεως των δύο χωρών στη Συμμαχία συγκέντρωνε όλο και υψηλότερα ποσοστά αποδοχής στην κοινή γνώμη τους, τα οποία υπερέβησαν το 70% σε βάθος μηνών.

Αρχικώς, η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών προειδοποίησε ότι μία τέτοια ενέργεια θα είχε «σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες, που θα απαιτούσε από τη χώρα μας (σ.σ. τη Ρωσία) να προβεί σε ανάλογα βήματα».

Το Ελσίνκι απήντησε, σημειώνοντας ότι οι απειλές αυτές καθιστούσαν την ένταξη της Φινλανδίας στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο μονόδρομο.

Την 11η Μαρτίου του προηγούμενου έτους, ο Σεργκέϊ Μπελιάγιεφ, επικεφαλής του τμήματος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, δήλωσε στο πρακτορείο Interfax πως «είναι προφανές ότι (εάν) η Φινλανδία και η Σουηδία ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, που είναι αρχικά ένας στρατιωτικός οργανισμός, θα υπάρξουν σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες…

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέβαλε αλλαγή σε ολόκληρο το πλέγμα των σχέσεων με αυτές τις χώρες και θα απαιτούσε αντίποινα».

Την 24η Μαρτίου 2022, έλαβαν χώρα οι σύνοδοι κορυφής του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και των G-7, με την παρουσία του Αμερικανού προέδρου. Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ απεφάσισε την περαιτέρω ενίσχυση της Ουκρανίας. Στην παράγραφο 8 του κοινού ανακοινωθέντος υποδηλωνόταν η πρόθεση της Συμμαχίας να δεχθεί στους κόλπους του και άλλες χώρες (π.χ. Φινλανδία, Σουηδία), εφ’ όσον αυτές το επιθυμούσαν.

Την 7η Απριλίου του προηγούμενου έτους, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι εάν η Φινλανδία και η Σουηδία εντάσσονταν στο ΝΑΤΟ, η Ρωσία θα έπρεπε να «αποκαταστήσει τις ισορροπίες» με δικά της μέτρα. Πάντως, σημείωσε ότι η Μόσχα δεν θα εξελάμβανε μία τέτοια κίνηση ως απειλή για την ύπαρξή της, κάτι που θα την υποχρέωνε να εξετάσει τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Λίγες ημέρες αργότερα, η Ρωσία κάλεσε τις κυβερνήσεις της Φινλανδίας και της Σουηδίας να εγκαταλείψουν τις σκέψεις τους για ένταξη στο ΝΑΤΟ, απειλώντας τις με απροσδιόριστες συνέπειες. Το επόμενο διάστημα, διάφοροι Ρώσοι αξιωματούχοι επανέλαβαν συχνά-πυκνά τις απειλές τους εναντίον των δύο σκανδιναβικών χωρών.

Την 12η Μαΐου 2022, ο πρόεδρος και η πρωθυπουργός της Φινλανδίας ανεκοίνωσαν την πρόθεσή τους για την υποβολή επίσημης αίτησης εισδοχής της χώρας στο ΝΑΤΟ, χωρίς χρονοτριβή. Οι δύο ηγέτες διευκρίνιζαν στην κοινή δήλωσή τους ότι η απόφαση της Φινλανδίας επρόκειτο να ανακοινωθεί στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, τις επόμενες ημέρες.

Προσέθεσαν δε ότι «το να είναι μέλος του ΝΑΤΟ θα ενίσχυε την ασφάλεια της Φινλανδίας. Ως μέλος του ΝΑΤΟ, η χώρα θα ενίσχυε την συμμαχία στο σύνολό της».

Ο Πεσκόφ δήλωσε ότι ήταν λυπηρή η κίνηση της Φινλανδίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και απείλησε με απάντηση ανάλογη με την κίνηση του Ελσίνκι. Ερωτηθείς εάν αυτό αποτελούσε απειλή για τη Ρωσία, προσέθεσε τα ακόλουθα: «Σίγουρα. Η επέκταση του ΝΑΤΟ δεν κάνει την ήπειρό μας πιο σταθερή και ασφαλή». Συμπλήρωσε, δε, ότι η Φινλανδία προχώρησε σε «μη φιλικά βήματα» έναντι της Ρωσίας.

Την ημέρα εκείνη, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν φάνηκε για πρώτη φορά αρνητικός στην ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στον ΝΑΤΟ, δίχως όμως να κάνει λόγο για βέτο. Οι δηλώσεις του προκάλεσαν την ενόχληση πολλών αξιωματούχων στην Ουάσινγκτον.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε πως δεν θεωρούσε την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας του, αρκεί να μην εγκαθίσταντο σε αυτές βάσεις πυρηνικών όπλων του ΝΑΤΟ. Πάντως, η Μόσχα προχώρησε στην απέλαση δύο (2) Φιλανδών διπλωματών.

Την 18η Μαΐου του προηγούμενου έτους, η Τουρκία μπλόκαρε την αρχική απόφαση του ΝΑΤΟ αναφορικά με τα αιτήματα της Σουηδίας και της Φινλανδίας για ένταξη στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Αυτό έγινε στη συνάντηση των πρεσβευτών του ΝΑΤΟ και είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσει κάθε ψηφοφορία.

Το αίτημα των δύο χωρών για ένταξη έπρεπε να πάρει το πράσινο φως και από τα 30 κράτη-μέλη της Συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ όφειλε να εκδώσει πρωτόκολλο προσχωρήσεως και να καλέσει επισήμως τις δύο χώρες όπως ενταχθούν για να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία.

Την επομένη, η κυβέρνηση της Πολωνίας κατέστησε σαφές ότι θα συνέδραμε τη Σουηδία και τη Φινλανδία, εάν δεχθούν επίθεση μέχρι να γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ. Την 20η Μαΐου, ο Ρώσος υπουργός Αμύνης Σεργκέϊ Σοϊγκού δήλωσε ότι η χώρα του θα δημιουργούσε δώδεκα (12) νέες στρατιωτικές βάσεις στο δυτικό τμήμα της σε απάντηση για την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Οι βάσεις θα κατασκευάζονταν έως τα τέλη του 2022.

Επηκολούθησαν σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις με την Τουρκία προκειμένου να άρει τις αντιρρήσεις της, όπως τελικώς είχε πράξει η Ουγγαρία. Δεν πρέπει να παροραθεί το γεγονός ότι η ενδεχόμενη ένταξη στη Συμμαχία θα φέρει τη Σουηδία και τη Φινλανδία κάτω από την ομπρέλα του Άρθρου 5, το οποίο εγγυάται ότι η ενδεχόμενη επίθεση σε έναν κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ συνιστά επίθεση εναντίον όλων των μελών της Συμμαχίας.

Στις αρχές του τρέχοντος μηνός, μία σειρά γεγονότων έλαβε χώρα, με βασικότερο εξ αυτών την αποτυχία της επισκέψεως του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας στην Ουάσινγκτον. Μετά το πέρας της συναντήσεώς του με τον Αμερικανό ομόλογό του Άντονυ Μπλίνκεν, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου τόνισε εμφατικά ότι έπρεπε να αποσυνδεθεί το θέμα των F-16 από την ένταξη των δύο προαναφερθεισών σκανδιναβικών κρατών στο ΝΑΤΟ.

Κατόπιν, η Άγκυρα χρησιμοποίησε ως πρόσχημα το κάψιμο ενός αντιτύπου του Κορανίου από έναν ακραίο Σουηδό πολιτικό για να δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να άρει τις αντιρρήσεις της στην ενταξιακή πορεία της Σουηδίας και της Φινλανδίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Φιλανδός υπουργός Εξωτερικών, η χώρα του οποίου φλέρταρε με την ιδέα μονομερούς εντάξεως στο ΝΑΤΟ, ζήτησε ένα 15ήμερο διάλειμμα στις διαπραγματεύσεις του Ελσίνκι και της Στοκχόλμης με την Άγκυρα.

Το απόγευμα της 24ης Ιανουαρίου, Τούρκοι αξιωματούχοι δήλωσαν στο ρωσικό Πρακτορείο Ειδήσεων RIA Novosti ότι «κατόπιν αιτήματός μας, ο τριμερής μηχανισμός μεταξύ της Τουρκίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας αναβλήθηκε επ’ αόριστον».

Το μήνυμα της Τουρκίας ήταν σαφές και ενίσχυσε την άποψη όσων πρεσβεύουν ότι λειτουργεί πλέον ως δούρειος ίππος της Ρωσίας στους κόλπους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Είναι μάλλον ή ήττον βέβαιον ότι ουδεμία πρόοδος θα υπάρξει στην ενταξιακή διαδικασία έως τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών στη γειτονική χώρα, τον επόμενο Μάϊο. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το θέμα των F-16, τα οποία οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να δώσουν ως προεκλογικό δώρο στον Έρντογαν, ελπίζοντας αντιθέτως σε ήττα του στην κάλπη.

Ο Τούρκος Πρόεδρος θα παίξει το χαρτί του ισλαμισμού και η Σουηδία ίσως να είναι ο «εχθρός», που επιζητούσε για να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες ψηφοφόρων και δη αυτούς των δύο μικρών ισλαμιστικών κομμάτων, που πρόσκεινται στην αντιπολίτευση.

Η μακρινή Σουηδία (με την πολυπληθή τουρκική κοινότητα στο έδαφός της) θεωρείται πολύ πιο ασφαλής επιλογή από τη γειτονική, καλώς εξοπλισμένη και με σταθερές συμμαχίες Ελλάδα, για την οποία έχουν εκφράσει το ενδιαφέρον τους τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη.

Πάντως, η χθεσινή απόφαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, μετά το πέρας της πρώτης συνεδριάσεως για το 2023, καταδεικνύει ότι πολύ δύσκολα η Άγκυρα θα αλλάξει ριζικά πολιτική έναντι των Αθηνών, κατά την προεκλογική περίοδο.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι θα κάνει ο Ερντογάν σε περίπτωση επανεκλογής του και πως θα τον αντιμετωπίσει πλέον η Δύση. Θα συνεχίσει να «διολισθαίνει» προς Ανατολάς και αν ναι, τι μέτρα θα λάβουν οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι για να αντιμετωπίσουν την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Η μεταφορά της κατασκευής στοιχείων (εξαρτημάτων) των F-35 από την Τουρκία στη Γερμανία (που συνεπάγεται απώλειες ύψους 12.000.000.000 δολαρίων για την Άγκυρα) είναι, ίσως, ένα πρώτο μήνυμα. Πάντως, η ένταξη των δύο συγκεκριμένων χωρών στη Συμμαχία αργά ή γρήγορα θα πραγματοποιηθεί.

Το πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού «The Economist» (που αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες του αγγλοσαξονικού οικονομικού «κατεστημένου») είναι ενδεικτικό του προβληματισμού που επικρατεί. Το επόμενο διάστημα θα είναι μεστό εξελίξεων, που αφορούν άμεσα και στη χώρα μας, η οποία πρέπει να είναι έτοιμη όπως αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, δυνατή οικονομία και ιδίως πολιτική σταθερότητα. Το τελευταίο είναι για πολλούς το ζητούμενο…         

 
[1] Περισσότερα στοιχεία παρατίθενται στο βιβλίο υπό τον τίτλο «Συνοπτική ιστορία των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λειμών.

*Ο  Δρ. Ιωαν. Σ. Παπαφλωράτος είναι Νομικός-Διεθνολόγος, καθηγητής στρατιωτικών σχολών