Η επόμενη μέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις και το ζήτημα των Υπαξιωματικών
Eurokinissi / ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Eurokinissi / ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Η επόμενη μέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις και το ζήτημα των Υπαξιωματικών

Η ψήφιση του νομοσχεδίου για τις Ένοπλες Δυνάμεις κλείνει έναν κοινοβουλευτικό κύκλο, δεν κλείνει όμως την δημόσια συζήτηση. Οι αντιδράσεις των Υπαξιωματικών, που εκφράστηκαν δημόσια και με κινητοποιήσεις, δεν μπορούν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια παροδική δυσαρέσκεια μιας συντεχνίας. Αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας και της συνοχής των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι Υπαξιωματικοί αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του στρατεύματος. Είναι τα στελέχη που κρατούν τη μονάδα όρθια στην καθημερινή λειτουργία, στην εκπαίδευση, στη διοίκηση του προσωπικού, στην επιχειρησιακή ετοιμότητα. Στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονται από μικρομεσαία στρώματα, έχουν εισέλθει στις Ένοπλες Δυνάμεις μέσω πανελληνίων εξετάσεων σε ηλικία 18 ετών και επέλεξαν συνειδητά μια απαιτητική σταδιοδρομία με συγκεκριμένους όρους, δικαιώματα και προοπτικές.  

Αυτοί οι όροι δεν ήταν άγραφοι. Καθορίζονταν ρητά από το νομοθετικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τους νόμους 2439/1996 και 3883/2010. Η βαθμολογική εξέλιξη, οι προοπτικές προαγωγής, η σύνδεση μισθολογικής και συνταξιοδοτικής πορείας ήταν γνωστές εκ των προτέρων. Πάνω σε αυτές τις παραδοχές χτίστηκαν επαγγελματικές και οικογενειακές αποφάσεις ζωής.

Η αιφνίδια ανατροπή αυτού του πλαισίου, με εφαρμογή μάλιστα σε ήδη υπηρετούντα στελέχη, είναι το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ένταση. Δεν πρόκειται για «εκσυγχρονισμό», αλλά για ουσιαστική και ριζική μεταβολή των κανόνων του παιχνιδιού εκ των υστέρων. Η καθήλωση χιλιάδων στελεχών στον βαθμό που κατείχαν την 1/1/2026 και η απώλεια προοπτικών που είχαν θεμελιωθεί με το προηγούμενο νομικό καθεστώς δημιουργούν αβεβαιότητα στους ίδιους και αστάθεια στις ένοπλες δυνάμεις.

Η κριτική των Υπαξιωματικών δεν είναι μόνο νομική, αν και επικαλείται συγκεκριμένη και πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αρχή της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Είναι κυρίως λειτουργική και ανθρώπινη. Όταν η σταδιοδρομία μετατρέπεται σε μια διαδικασία περιορισμένων «οργανικών κενών», με ορίζοντα δεκαετιών και χωρίς σαφές μεταβατικό πλαίσιο, το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι μεταρρύθμιση, αλλά στασιμότητα.

Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, λιγότερο συζητημένη αλλά κρίσιμη: ο κίνδυνος απώλειας πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι Υπαξιωματικοί είναι έμπειρα, καταρτισμένα στελέχη, με τεχνικές, διοικητικές και επιχειρησιακές δεξιότητες που έχουν αποκτηθεί με κόστος για το Δημόσιο και με χρόνια υπηρεσίας. Σε ένα περιβάλλον όπου ο ιδιωτικός τομέας – εντός και εκτός Ελλάδας – αναζητά τέτοια χαρακτηριστικά, η υποβάθμιση προοπτικών και η αβεβαιότητα λειτουργούν ως αντικίνητρο παραμονής.

Η μαζική αποχώρηση έμπειρων στελεχών δεν θα είναι απλώς ένα εργασιακό πρόβλημα, μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Και αυτό δεν αντισταθμίζεται εύκολα με νέες προσλήψεις, ούτε με πρόχειρες λύσεις.

Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα τονίσει ότι επιδιώκει Ένοπλες Δυνάμεις σύγχρονες, αξιόμαχες και προσαρμοσμένες στις νέες συνθήκες. Αυτός είναι ο διαχρονικός στόχος όλων των κυβερνήσεων και δεν αμφισβητείται. Όμως καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πετύχει αν δεν πείθει εκείνους που καλούνται να τη σηκώσουν στην πράξη.

Η ψήφιση του νόμου δεν πρέπει να σημάνει το τέλος του διαλόγου. Αντίθετα, ίσως είναι η στιγμή για διορθωτικές παρεμβάσεις, σαφείς μεταβατικές ρυθμίσεις και θεσμικές εγγυήσεις που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη. Γιατί η ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων δεν μετριέται μόνο σε εξοπλισμούς και δομές, αλλά και στο ανθρώπινο δυναμικό που τις υπηρετεί. Και αυτό το δυναμικό δεν είναι αναλώσιμο.


* Η Αικατερίνη Σ. Μπέρδου είναι νομικός.