Οι βασικοί αμερικανικοί χρηματιστηριακοί δείκτες είναι πολύ κοντά στα ιστορικά τους υψηλά αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε πως επικρατεί ένα κλίμα ευφορίας και οι επενδυτές περιμένουν χαλαρά την συνέχιση της ανόδου. Η διάθεση παραμένει σαφώς θετική αλλά υπάρχουν αρκετά πράγματα που προβληματίζουν τους επενδυτές, τους χρηματιστηριακούς αναλυτές και τους διαχειριστές κεφαλαίων.
Το πρώτο πράγμα που τους απασχολεί είναι το τι θα γίνει με τα επιτόκια αναφοράς της Fed, τα οποία πάρα πολλοί επενδυτές θέλουν να τα δουν σημαντικά χαμηλότερα μέσα στο 2026, όπως και ο πρόεδρος Τραμπ.
Μέχρι πρότινος, το μεγαλύτερο μέρος των αναλυτών εκτιμούσε πως μέσα στο 2026 θα γίνουν τουλάχιστον δύο μειώσεις της τάξης του 0,25% η κάθε μία. Τις τελευταίες μέρες όμως, ειδικά μετά την προηγούμενη Παρασκευή που ανακοινώθηκαν τα πιο πρόσφατα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ, αυτή η εκτίμηση έχει αρχίσει να αναθεωρείται από πολλούς. Ακούγονται αρκετές φωνές που μιλάνε για μία μόνο μείωση ενώ υπάρχουν και κάποιοι που δεν περιμένουν πλέον καμία μείωση επιτοκίων μέσα στην χρονιά.
Όπως διαβάσαμε προχθές Τετάρτη στο Bloomberg, οι οικονομολόγοι και οι στρατηγικοί αναλυτές της JPMorgan όχι μόνο δεν βλέπουν πλέον μείωση για το 2026 αλλά ετοιμάζονται για μία αύξηση των επιτοκίων το 2027. Στην περίπτωση που πολλοί ακόμα αναλυτές προσχωρήσουν σε αυτή την άποψη, είναι πολύ πιθανόν να έχουμε αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματιστηριακές αγορές, κάτι που ήδη επισημαίνουν αρκετοί παράγοντες της αγοράς.
Παραμένοντας στην Fed, δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι υπάρχει μεγάλη ανησυχία στις αγορές μετοχών και ομολόγων για το πώς θα εξελιχθεί η «κόντρα» του προέδρου Τραμπ και της κυβέρνησής του με τον διοικητή Πάουελ και τους συνεργάτες του. Μπορεί οι περισσότεροι μεγάλοι επιχειρηματίες να απέφυγαν να μιλήσουν δημοσίως για αυτό, με την εξαίρεση του Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan, για να μην μπουν και αυτοί στο στόχαστρο του προέδρου, αλλά η αλήθεια είναι πως υπάρχει ανησυχία.
Κάποιοι μάλιστα έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως η εκστρατεία εναντίον της ηγεσίας της Fed μπορεί να φέρει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα και να κάνει τους αξιωματούχους της κεντρικής τράπεζας να καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο τις μειώσεις επιτοκίων.
Σε αυτό μπορεί να παίξουν ρόλο και κάποιες άλλες κινήσεις του προέδρου που εκτιμάται πως μπορεί να δημιουργήσουν πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία, όπως οι μαζικές αγορές στεγαστικών ομολόγων που έχουν ξεκινήσει διάφορες ομοσπονδιακές υπηρεσίες και διάφοροι τρόποι ενίσχυσης των εισοδημάτων των πολιτών που μελετά το επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ.
Κάτι άλλο που είναι απόλυτα σίγουρο πως προβληματίζει τις αγορές είναι η επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις διάφορες εισηγμένες επιχειρήσεις. Δεν αναφερόμαστε μόνο στους γνωστούς φόβους σχετικά με το πότε θα αρχίσουν να έρχονται τα οικονομικά οφέλη για τις μεγάλες επιχειρήσεις που αναπτύσσουν τα data centers και τις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Αναφερόμαστε και στην αρνητική επίδραση που αναμένεται να έχει πάνω σε αρκετές επιχειρήσεις. Η πολύ διστακτική πορεία μετοχών του κλάδου της ανάπτυξης λογισμικού τους τελευταίους μήνες έχει άμεση σχέση με τους φόβους αναλυτών και επενδυτών σχετικά με το πόσο θα πληγούν τα οικονομικά τους αποτελέσματα καθώς έρχονται αντιμέτωπες με τις agentic εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης που δίνουν την ευκαιρία σε επιχειρήσεις και ιδιώτες να φτιάξουν τις εφαρμογές λογισμικού που χρειάζονται μόνο με την βοήθεια των ψηφιακών βοηθών που θα αναπτύξουν το λογισμικό με βάση τις οδηγίες τους.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη όμως ανησυχεί και τις αγορές ομολόγων. Όχι τόσο γιατί φοβούνται πως τα ομόλογα που εκδίδουν οι πολύ μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν θα είναι αξιόχρεα αλλά γιατί τα ποσά που θα δανειστούν αυτές οι επιχειρήσεις θα είναι τόσο μεγάλα που στην ουσία θα πλημμυρίσουν και θα αναστατώσουν τις αγορές ομολόγων.
Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο τίτλος ενός χθεσινού άρθρου του Barron’s πάνω στο θέμα: «τα ομόλογα της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να καταβροχθίσουν (devour) τις αγορές ομολόγων (credit markets). Γνωρίζοντας πως εκτός από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, πολύ δραστήρια στις αγορές ομολόγων θα είναι και πολλά μεγάλα κράτη καθώς αυξάνονται οι δανειακές τους ανάγκες, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το γιατί ορισμένοι γνώστες των αγορών ομολόγων ανησυχούν πως μπορεί να λυγίσουν κάτω από το βάρος των πολύ μεγάλων νέων εκδόσεων.
Προβληματισμός επικρατεί και στον ενεργειακό τομέα, ειδικά σε αυτόν των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, τα κέρδη των οποίων έχουν ήδη αρχίσει να πλήττονται από τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου ενώ ταυτόχρονα πιέζονται να αναλάβουν το κόστος των τεράστιων επενδύσεων που χρειάζεται η Βενεζουέλα για να αυξήσει την παραγωγή τους. Οι επενδύσεις αυτές θα μειώσουν σίγουρα τα κέρδη τους και πιθανότατα θα μειώσουν την πιθανότητα να δουν πάλι σύντομα πολύ υψηλές τιμές στο αργό πετρέλαιο.
Για τις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι ανησυχίες έχουν σχέση με την σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής που μπορεί να φέρει η συνεχής άνοδος στις τιμές των βασικών βιομηχανικών μετάλλων (χαλκού, αλουμινίου, κ.α.). Στον τραπεζικό τομέα προβληματισμό προκαλούν οι παρεμβάσεις που εξήγγειλε ο Αμερικανός πρόεδρος στον τομέα των πιστωτικών καρτών. Αν υποθέσουμε πως θα επιμείνει και θα πετύχει την νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος με τον τρόπο που περιέγραψε, το πλήγμα στα κέρδη των τραπεζών που κατέχουν μεγάλη θέση στην αγορά πιστωτικών καρτών θα είναι πολύ σημαντικό. Η κακή πορεία κάποιων μετοχών του κλάδου τις τελευταίες μέρες είναι βέβαιο πως σχετίζεται και με αυτή την – νέα – ανησυχία.
Αμιγώς πολιτικός είναι ο επόμενος παράγων ανησυχίας και έχει σχέση με τις εκλογές στα δύο αμερικανικά νομοθετικά σώματα που θα γίνουν τον ερχόμενο Νοέμβριο. Σε ένα προχθεσινό άρθρο του Bloomberg είδαμε μάλιστα έναν νέο όρο. Το Big MAC Equity Trade, το οποίο αποτελεί ιδέα του Ed Clissold, επικεφαλής στρατηγικού αναλυτή για τις αμερικανικές αγορές στην Ned Davis Research.
Ο αναλυτής εκτιμά πως το βασικό θέμα του 2026 στις αμερικανικές αγορές θα είναι οι συνέπειες, σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής, της προεκλογικής εκστρατείας και των αποτελεσμάτων αυτών των εκλογών. Το ζήτημα των χρεώσεων στις πιστωτικές κάρτες πιθανότατα αποτελεί ένα από τα πρώτα επεισόδια του Big MAC το οποίο προέρχεται από την φράση «Big Midterms Are Coming».
Στο ίδιο πλαίσιο μάλλον πρέπει να βάλουμε και τις απειλές του προέδρου προς τις εταιρείες παραγωγής αμυντικού υλικού και να κάνουμε χώρο για αρκετά ακόμα παρόμοια επεισόδια. Ο Clissold υποστηρίζει πως το Big MAC αποτελεί ένα σημαντικό ρίσκο για την αντιμετώπιση του οποίου δεν υπάρχει κάποιος προφανής τρόπος.
Ο πρόεδρος και οι κινήσεις στις οποίες είναι πιθανόν να προχωρήσει σε γεωπολιτικό επίπεδο αποτελούν άλλη μία πηγή φόβου. Ενδεχόμενη αύξηση της γεωπολιτικής έντασης θα έχει σοβαρές συνέπειες σε πολλές εταιρείες, ανάλογα με το ποιος είναι απέναντι στις ΗΠΑ σε κάθε περίπτωση. Σύμφωνα με τον τίτλο άλλου προχθεσινού άρθρου του Bloomberg, «Traders Ready for “Donroe Doctrine” to Fuel Market Moves in 2026». Δηλαδή, πολλοί επενδυτές και παίκτες της αγοράς προετοιμάζονται για μία περίοδο έντασης και αβεβαιότητας που σχετίζεται άμεσα με τις γεωπολιτικές επιλογές του Αμερικανού προέδρου.
Είναι φανερό πως υπάρχουν αρκετές πηγές ανησυχίας με λογική βάση για τους ανθρώπους της Wall Street στο ξεκίνημα του 2026.
Προφανώς δεν ξέρουμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα και ποιοι από τους φόβους θα γίνουν πραγματικότητα. Καθώς όμως είμαστε στην αρχή της περιόδου ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων των εισηγμένων εταιρειών για το 2025 και των εκτιμήσεων των διοικήσεών τους για το τρέχον έτος, είναι εξαιρετικά φρόνιμο να ακούσουμε και τι είναι αυτό που φοβούνται οι μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς τον μεγαλύτερο ρόλο στις επιδόσεις των μετοχών και των δεικτών τον παίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων.
Ας μην ξεχάσουμε όμως πως ακόμα πιο σημαντικό είναι να έχουμε ανοικτά τα μάτια μας για να δούμε τα μηνύματα που θα μας στέλνει η αγορά γιατί έτσι θα καταλάβουμε ποιες ανησυχίες είναι ουσιαστικές και ποιες χωρίς πολύ νόημα.
