Στην Ελλάδα πλέον έχουν γίνει αγαπημένες συνήθειες οι νομοθετικές και δικαστικές παρεμβάσεις σε θέματα που αφορούν συμβάσεις ανάμεσα σε ιδιώτες και εταιρείες. Παρεμβάσεις υπέρ των θεωρητικά «αδικημένων» που αθετούν όλα όσα έχουν υπογράψει, και εις βάρος των παντοτινών «κορόιδων» που τηρούν τις υποχρεώσεις τους στο ακέραιο, και τις περισσότερες φορές με μεγάλη δυσκολία.
Τα δυο πιο πρόσφατα παραδείγματα αφορούν τη δικαστική απόφαση σχετικά με τους ενταγμένους στον περίφημο «νόμο Κατσέλη» και τη νομοθετική απόφαση σχετικά με τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Η αγορά αναμένει το καθαρογράψιμο της δικαστικής απόφασης για να δει το οικονομικό, αλλά και κοινωνικό αποτύπωμα της. Ωστόσο από την άλλη πλευρά, τα δεδομένα της απόφασης για τους οφειλέτες των δανείων σε ελβετικό φράγκο είναι σαφή.
H ιστορία είναι απλή. Ενώ κανονικά οι δανειολήπτες, ελάμβαναν στεγαστικό δάνειο, στο νόμισμα αναφοράς της χώρας που ζουν, εργάζονται και αποκτούν εισοδήματα, δηλαδή σε ευρώ, περίπου 60 χιλιάδες δανειολήπτες προτίμησαν να δανειστούν με τους όρους που δανείζονταν όχι οι κάτοικοι της Ελλάδας, αλλά οι πολίτες της Ελβετίας.
Δηλαδή σε ελβετικό φράγκο και μάλιστα με αισθητά χαμηλότερο επιτόκιο, σε σχέση με το επιτόκιο του ευρώ. Άλλωστε το χαμηλότερο επιτόκιο, αποτελούσε ξεκάθαρα το ενδιαφέρον σημείο των συγκεκριμένων δανείων, μαζί με τη «σταθερότητα» ενός ισχυρού νομίσματος, όπως είναι το ελβετικό φράγκο.
Για να δούμε καλύτερα τους αριθμούς, ας θυμηθούμε ότι το συνολικό ύψος των δανείων που δόθηκαν σε ελβετικό φράγκο, άγγιζε τα 15 δισ. CHF, η μέση ισοτιμία ανάμεσα στο ευρώ και το ελβετικό φράγκο βρισκόταν ανάμεσα στο 1,55 και 1,65 και το επιτόκιο κυμαινόταν μεταξύ 2,0% και 2,5%. Την ίδια περίοδο τα δάνεια σε ευρώ είχαν επιτόκια που ανέρχονταν στο 4,5% με 5,5%.
Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το φράγκο μετατράπηκε σε ένα ασφαλές συναλλαγματικό καταφύγιο, γεγονός που οδήγησε στην ισχυροποίηση / ανατίμηση του έναντι του ευρώ, με τη σημερινή ισοτιμία EUR/CHF να έχει φτάσει στο 0,91.
Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, η ανατροπή της ισοτιμίας από το 1,65 στο 0,91, όχι μόνο εξουδετέρωσε το πλεονέκτημα του χαμηλότερου επιτοκίου, αλλά οδήγησε τους περισσότερους δανειολήπτες σε αδιέξοδο. Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, αφορά λιγότερους από 40 χιλιάδες δανειολήπτες.
Τι προβλέπει η ρύθμιση; Αρχικά προβλέπεται μείωση του εναπομείναντος κεφαλαίου που κυμαίνεται από 15% έως 50%, ανάλογα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Η ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα μετατροπής των δανείων από ελβετικό φράγκο σε ευρώ, με βελτιωμένη ισοτιμία και σταθερό επιτόκιο.
Κατά πρώτον η μετατροπή σε ευρώ εκμηδενίζει τον συναλλαγματικό ρίσκο και κατά δεύτερον σταθεροποιεί το επιτόκιο σε υψηλότερα επίπεδα, από 2,3% έως 2,9%. Όλα τα ανωτέρω αφορούν τα τρέχοντα υπόλοιπα των δανείων, χωρίς να υπάρχει κάποια αναδρομικότητα ή συμψηφισμός με τις επιβαρύνσεις των προηγούμενων ετών.
Η νομοθετική ρύθμιση λύνει μια χρόνια εκκρεμότητα. «Προστατεύοντας» στην ουσία, όσους είχαν κάνει μια επιλογή, που στην πορεία αποδείχθηκε «ατυχής». Ωστόσο κατά τη γνώμη μας, αφήνει τους πάντες δυσαρεστημένους.
Οι τράπεζες θα επιβαρύνουν τους ισολογισμούς τους με ένα ποσό από 500 εκατ. ευρώ έως 700 εκατ. ευρώ. Το οποίο θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή των δανειοληπτών στη ρύθμιση και από την έκβαση των δικαστικών αξιώσεων των δανειοληπτών που δεν θα ενταχθούν στη ρύθμιση.
Οι δανειολήπτες που είχαν λάβει στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και τα οποία εξυπηρετούσαν και εξυπηρετούν ή αποπλήρωσαν ήδη όλα αυτά τα χρόνια, αισθάνονται σίγουρα αδικημένοι, αφού επωμίστηκαν την πλήρη ανατροπή των συναλλαγματικών δεδομένων, χωρίς να διαταράξουν τη σχέση τους με τις τράπεζες.
Αδικημένοι αισθάνονται σίγουρα και οι δανειολήπτες που έλαβαν στεγαστικά σε ευρώ, αφού κατέβαλαν υψηλότερους τόκους για σειρά ετών, χωρίς να υπάρχει κάποιος μηχανισμός «προστασίας» ή «ελάφρυνσης» και γι’ αυτούς.
Τέλος θα υπάρξει και ένας αριθμός δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, οι οποίο θα θεωρούν ότι δεν δικαιώνονται από τη νομοθετική ρύθμιση αφού δεν υπάρχει ένα τεράστιο «κούρεμα» πάνω στο δάνειο τους, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις. Με αποτέλεσμα να συνεχίσουν τους νομικούς αγώνες κατά των τραπεζών, παρ’ όλο που ο Άρειος Πάγος έχει εκδώσει αποφάσεις που ουσιαστικά δικαιώνουν τις θέσεις των τραπεζών.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνεχίζουν να εκδίδονται αποφάσεις που δικαιώνουν δανειολήπτες σε άλλες χώρες όπως στην Πολωνία και στη Ρουμανία, κρίνοντας ότι αν οι όροι ήταν αδιαφανείς. Επιτρέποντας στους δανειολήπτες να επιστρέψουν μόνο το αρχικό κεφάλαιο του δανείου. Αυτό το «χάσμα» μεταξύ ελληνικής και ευρωπαϊκής νομολογίας παραμένει ενεργό.
