Οι δύο πιο ισχυροί ρόλοι στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής παγκοσμίως ενδέχεται να αλλάξουν χέρια φέτος. Τα κορυφαία αξιώματα στη Federal Reserve των ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπαίνουν στο προσκήνιο.
Εδώ και μήνες οι αγορές εστίαζαν στην πολιτική πίεση του προέδρου Τραμπ προς τη Fed και στον αντίκτυπο της επιλογής του να προτείνει τον Κέβιν Γουόρς για την ηγεσία της από τον Μάιο.
Και τώρα φαίνεται ότι και η Ευρωζώνη μπορεί να θέσει τη δική της ηγεσία στη νομισματική πολιτική σε διακύβευση τη φετινή χρονιά.
Παρότι η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι δεν έχει ληφθεί καμία τελική απόφαση, οι Financial Times ανέφεραν την Τετάρτη ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ ενδέχεται να αποχωρήσει πρόωρα, αρκετά πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ο βασικός λόγος για την αποχώρηση της το 2026 θα ήταν να δοθεί στον Γάλλο πρόεδρο Emmanuel Macron λόγος στην επιλογή του διαδόχου της καθώς η δική του θητεία λήγει τον Απρίλιο του 2027.
Η πολιτική διάσταση του θέματος συνδέεται με τους φόβους ότι ένας ευρωσκεπτικιστής υποψήφιος της ακροδεξιάς θα μπορούσε να κερδίσει τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους και να αποκτήσει σημαντική επιρροή στο ποιος θα ηγηθεί του ζωτικής σημασίας θεσμού της Ευρωζώνης.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αυτό είναι το πιο πιθανό σενάριο. Ο Μακρόν δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για τρίτη προεδρική θητεία.
Από την πλευρά της, η επικεφαλής της ΕΚΤ δήλωσε, σε συνέντευξή της στη Wall Street Journal την Πέμπτη, ότι το βασικό της σενάριο είναι ότι θα παραμείνει στην κεντρική τράπεζα μέχρι το τέλος της θητείας της.
Πάντως, η προοπτική μιας νίκης του Εθνικού Συναγερμού της Marine Le Pen μπορεί να αναγκάσει την Ευρώπη να προστατεύσει έναν από τους πιο κρίσιμους θεσμούς της. Ωστόσο, κινήσεις για την παράκαμψη των συνεπειών των γαλλικών προεδρικών εκλογών προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την πολιτική ανεξαρτησίας της ΕΚΤ.
Ενώ μερικοί θεωρούν ότι ένας ελιγμός για την πρόωρη πλήρωση της θέσης στην ΕΚΤ θα μπορούσε να στιγματίσει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση και να πλήξει την ανεξαρτησία της, η πιο άμεση ανησυχία των επενδυτών θα ήταν ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τη Λαγκάρντ.
Και αυτό ανοίγει ένα άλλο ναρκοπέδιο στην πολιτική της Ευρωζώνης.
Παρόλο που η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, δεν έχει ποτέ ηγηθεί της 27χρονης ΕΚΤ. Μια άγραφη συμφωνία που χρονολογείται από τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος στα τέλη του 1990 όριζε ότι η Γερμανία θα απέχει για να αποτρέψει τους φόβους περί κυριαρχίας της Bundesbank.
Έως τώρα δύο πρόεδροι της ΕΚΤ προήλθαν από τη Γαλλία, ένας από την Ιταλία και ένας από την Ολλανδία. Σήμερα η Γερμανία μπορεί λογικά να θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αναλάβει τη θέση επιτέλους.
Επίσης, άλλες χώρες μπορεί να θεωρούν ότι τα ενδιάμεσα χρόνια οικοδόμησης συναίνεσης έχουν ωριμάσει την ΕΚΤ σε βαθμό που να μπορούν να αποδεχθούν μια περίοδο γερμανικής ηγεσίας.
Δύο ονόματα που ακούγονται περισσότερο ως πιθανοί διάδοχοι της Λαγκάρντ στο τιμόνι της ΕΚΤ είναι οι πρώην διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Ισπανίας και της Ολλανδίας.
Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μια πρόωρη αποχώρηση της Λαγκάρντ θα ενίσχυε τις πιθανότητες οι Ευρωπαίοι ηγέτες να συμφωνήσουν σε ένα πακέτο πλήρωσης τριών θέσεων στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΚΤ που θα ανοίξουν τον επόμενο χρόνο – της προεδρίας της ΕΚΤ, του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν τον Μάιο του 2027 και της Ίζαμπελ Σνάμπελ στο τέλος του 2027.
Ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας Κλάας Κνοτ και ο Ισπανός συνάδελφος του Πάμπλο Χερνάντεζ ντε Κος ακούγονται ως οι επικρατέστεροι υποψήφιοι για δύο από τις θέσεις αυτές, που σημαίνει ότι όποιος δεν αναλάβει την κορυφαία θέση θα μπορούσε να πάρει μια άλλη.
