Το 2026 θα μείνει πιθανότατα στην ιστορία της τεχνολογίας όχι μόνο για την έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και για τη μεγάλη «Μάχη της Μνήμης», καθώς οι τιμές των τσιπ μνήμης έχουν εισέλθει σε μια τροχιά εκθετικής ανόδου, προκαλώντας σοκ στην παγκόσμια αγορά και αναγκάζοντας καταναλωτές και επιχειρήσεις να αναθεωρήσουν τον προγραμματισμό τους.
Ποιος χρυσός; Ποιο ασήμι; Ποια Google; Ποια Nvidia; Οι αποδόσεις των τιμών «spot» των chips μνήμης, έχουν ξεπεράσει ακόμα και την πιο άγρια επενδυτική φαντασία. Η τιμή μιας μνήμης 16GB DDR4 έχει εκτιναχθεί κατά +2.352% μέσα σε 12 μήνες. H τιμή μιας μνήμης 8GB DDR4 έχει αυξηθεί κατά +1.873% και οι αυξήσεις στις μνήμες LPDDR4 και DDR5, άγγιξαν το +750% και +650% αντιστοίχως. Ακόμα και οι παραγγελίες των μεγάλων ψηφιακών εταιρειών που συμφωνούνται μέσα από μακροπρόθεσμα συμβόλαια δεν έμειναν ανεπηρέαστες. Με τις τιμές να εμφανίζουν άνοδο της τάξης του +60% μέσα στο 2025, με εκτίμηση για άνοδο πέριξ του +100% μέσα στο 2026.
Η τιμή «spot» για 16GB DDR4 αναφέρεται στην τιμή χονδρικής ανά τσιπ DRAM. Η τιμή τον Ιανουάριο του 2025 ήταν στα $3,2 με $3,5, ενώ σήμερα βρίσκεται στα $77 με $78. Παρ’ όλο που τα ακρωνύμια των chips μνήμης είναι δυσνόητα και με δυσκολία αποδίδονται στα ελληνικά, η πραγματικότητα της έκρηξης των τιμών, ερμηνεύεται με ευκολία.
Η αιτία της κρίσης δεν αποτελεί μυστήριο, αλλά άπτεται του πανάρχαιου νόμου της ζήτησης και της προσφοράς. Η αιτία είναι η υπερβολική ζήτηση από την πλευρά των τεχνολογικών «κολοσσών» όπως της Microsoft, της Google, της Amazon και της OpenAI που απορροφούν τεράστιες ποσότητες μνήμης για να τροφοδοτήσουν τα data centers τους. Οπότε οι κατασκευαστές chips μνήμης όπως είναι η Samsung, η SK Hynix και η Micron, έχουν στρέψει τη γραμμή παραγωγής τους προς την παραγωγή HBM (Μνήμη Υψηλού Εύρους Ζώνης) και DDR5, που παρουσιάζουν πολύ υψηλότερα περιθώρια κερδοφορίας.
Το «εσωτερικό» ενός chip μνήμης Micron HBM4

Με αποτέλεσμα να έχει υποχωρήσει η παραγωγή των παραδοσιακών chips μνήμης DDR4. Αυτό έχει οδηγήσει σε οξεία έλλειψη των chips μνήμης που χρησιμοποιούνται στα laptops και στα smartphones. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι περνάμε σε μια μάχη ανάμεσα στις μνήμες που έχει ανάγκη η «βαριά βιομηχανία» των data centers και στις μνήμες που χρειάζεται τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εξειδικευμένων αναλυτών, το 70% της παγκόσμιας παραγωγής μνήμης μέσα στο 2026, θα απορροφηθεί αποκλειστικά από τα κέντρα δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης, αφήνοντας μόλις το 30% για την υπόλοιπη αγορά.
Οπότε είναι λογικό, η έλλειψη αυτή να επηρεάζει άμεσα στην τσέπη των καταναλωτών. Αφού μια μνήμη RAM, που παλαιότερα αποτελούσε το 10% - 15% του κόστους ενός υπολογιστή, πλέον αντιπροσωπεύει από το 30% έως το 40% του συνολικού κόστους κατασκευής του τελικού ψηφιακού προϊόντος. Όσον αφορά τα Laptops και τα PCs, ένα τυπικό laptop με 16GB RAM αναμένεται να ακριβύνει κατά τουλάχιστον $50 με $100 μέσα στο 2026. Και μεγάλες εταιρείες όπως η Dell και η Lenovo έχουν ήδη προειδοποιήσει για αυξήσεις τιμών έως και 20% σε όλη την γκάμα των προϊόντων τους.
Μάλιστα, παρατηρείται το παράδοξο οι καταναλωτές να αναζητούν μεταχειρισμένους υπολογιστές και εξαρτήματα ή ακόμα και παλαιότερες τεχνολογίες (DDR3), με αποτέλεσμα να εμφανίζεται άνοδος των τιμών και σε αυτά τα «ξεπερασμένα» τεχνολογικά προϊόντα. Παρόμοιες επιπτώσεις αναμένονται και στα smartphones, με τις αναπροσαρμοσμένες τιμές να κυμαίνονται κοντά στο +10%. Οι ίδιοι κατασκευαστές βρίσκονται μπροστά σε ένα σημαντικό δίλημμα. Καθώς είτε θα πρέπει να αυξήσουν την τιμή πώλησης, είτε θα πρέπει να μειώσουν τη χωρητικότητα της μνήμης. Υποβαθμίζοντας την εμπειρία του χρήστη, αλλά και «μποϋκοτάροντας» την ανάπτυξη νέων εφαρμογών.
Το πρόβλημα επεκτείνεται και πέρα από τους υπολογιστές, κατευθυνόμενο και σε άλλες χρήσεις. Τα σύγχρονα αυτοκίνητα απαιτούν μεγάλες ποσότητες μνήμης για τα συστήματα «infotainment» (information + entertainment) και αυτόνομης οδήγησης. Η έλλειψη chips απειλεί να προκαλέσει νέες καθυστερήσεις στις παραδόσεις οχημάτων. Πέρα από τις κάρτες μνήμης, έχει πληγεί και η παραγωγή καρτών γραφικών, των γνωστών GPUs, με αποτέλεσμα να ακριβαίνει ιδιαίτερα η αγορά των gaming κονσολών. Οπότε οι καταναλωτές – χρήστες τους, στρέφονται στη δευτερογενή αγορά μεταχειρισμένων συσκευών, στέλνοντας τις τιμές τους στα ύψη.
Οι ειδικοί είναι απαισιόδοξοι για το άμεσο μέλλον. Παρά τις τεράστιες επενδύσεις σε νέα εργοστάσια παραγωγής chips, η δημιουργία νέας παραγωγικής ικανότητας είναι μια αργή διαδικασία που δεν θα ικανοποιήσει την ενισχυμένη ζήτηση τουλάχιστον μέχρι το 2027. Ακόμα και οι ίδιοι οι κατασκευαστές όπως η SK Hynix και η Samsung εκτιμούν ότι οι συνθήκες έλλειψης θα διαρκέσουν για καιρό. Η στρέβλωση αυτή προσθέτει ένα ακόμη συντελεστή πληθωρισμού στην παγκόσμια οικονομία. Καθυστερώντας την ψηφιακή μετάβαση πολλών επιχειρήσεων που δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος αναβάθμισης. Αφού αρκετοί επικεφαλής επιχειρήσεων, αναβάλουν τις αναβαθμίσεις των ψηφιακών συστημάτων τους, λόγω της εκτόξευσης του κόστους.
Και αυτό είναι σχετικά οξύμωρο. Αφού οι επιχειρήσεις θα πρέπει να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν τις ψηφιακές τους υποδομές για να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις εφαρμογές τις Τεχνητής Νοημοσύνης. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά, σε έναν ιδιότυπο «κανιβαλισμό» στο εσωτερικό του οικοσυστήματος της Τεχνητής Νοημοσύνης.
