Οι χρηματιστηριακοί δείκτες στη Wall Street μοιάζουν σαν να είναι εγκλωβισμένοι στα τρέχοντα επίπεδα τιμών. Τα καλά νέα για την οικονομία και την κερδοφορία των επιχειρήσεων έχουν σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί και ενσωματωθεί στις τιμές των μετοχών και οι αγορές χρειάζονται πραγματικές θετικές εκπλήξεις για να κινηθούν υψηλότερα. Ίσως μια τέτοια θετική έκπληξη να αποτελέσει η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ σχετικά με τους δασμούς. Η οποία όμως συνοδεύεται αφενός από ένα αρνητικό αποτύπωμα πάνω στα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ και αφετέρου από μια αβεβαιότητα για τις αντιδράσεις του Λευκού Οίκου.
Το πρώτο δίμηνο 2026 ξεκίνησε σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που τελείωσε το 2025. Η εμπιστοσύνη των επενδυτών παρέμενε υψηλή, οι αγορές διέθεταν ένα σαφές θετικό αφήγημα και οι τιμές των μετοχών αντανακλούσαν την πεποίθηση ότι ελάχιστα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε στραβά. Το αισιόδοξο σενάριο ήταν ξεκάθαρο, με τα βασικότερα συστατικά του να είναι η ευνοϊκότερη νομισματική πολιτική, η δημοσιονομική ώθηση προς τους καταναλωτές, οι τεράστιες και αδιάκοπες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη και η εφαρμογή ενός χαλαρότερου ρυθμιστικού πλαισίου που παρέμενε φιλικό προς την ανάπτυξη. Εάν αυτό το σενάριο του 2025 επαληθευόταν και το 2026, τα κέρδη θα επιταχύνονταν και η αγορά πιθανότατα θα ακολουθούσε.
Ωστόσο το τέλος του πρώτου διμήνου δεν επαλήθευσε το σενάριο. Αντιθέτως, η Wall Street παρουσιάζει στασιμότητα που συνοδεύεται από έντονες διακυμάνσεις. Ο δείκτης S&P 500 παραμένει κάτω από τις 7.000 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq Composite υποχωρεί από την αρχή του έτους και βρίσκεται κάτω από τα υψηλά του Οκτωβρίου του 2025. Το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι τόσο ο φόβος, όσο η απογοήτευση. Με αποτέλεσμα, τα θετικά ομολογουμένως νέα, να μην μεταφράζονται σε περαιτέρω κέρδη για τους δείκτες και τις μετοχές.
Βέβαια, οι χρηματιστηριακές αγορές δεν ανεβαίνουν συνήθως μόνο με τα «καλά» νέα. Ανεβαίνουν όταν τα αποτελέσματα ξεπερνούν κατά πολύ, αυτά που έχουν ήδη προεξοφλήσει οι επενδυτές και έχουν ενσωματώσει ήδη στις τιμές των μετοχών. Αλλά ακόμη και μέσα από αυτό το πρίσμα, τα πρόσφατα δεδομένα είναι υποστηρικτικά για τις αγορές. Οι οικονομικοί δείκτες στις ΗΠΑ πάνε καλύτερο από το αναμενόμενο. Η πρόσφατη έκθεση για την απασχόληση έδειξε μια απρόσμενη ανθεκτικότητα, παρά τις αδυναμίες. Οι αναθεωρήσεις του ΑΕΠ ήταν θετικές. Πολλές εισηγμένες εταιρείες της Wall Street ανακοίνωσαν κέρδη για το τέταρτο τρίμηνο (Q4) που ήταν από καλά έως εξαιρετικά, σε σχέση με τις προσδοκίες της χρηματιστηριακών αναλυτών.
Γιατί λοιπόν οι χρηματιστηριακοί δείκτες δεν διασπούν ανοδικά τα επίπεδα αντίστασης;
Οι επενδυτές ζητούν σαφέστερες αποδείξεις ότι οι τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) θα μετουσιωθούν σε βιώσιμες αποδόσεις και όχι απλώς σε εντυπωσιακούς τίτλους ειδήσεων για αυξημένες δαπάνες. Θέλουν ολοένα και περισσότερες και ισχυρότερες αποδείξεις ότι οι σημερινές μαζικές δαπάνες στην AI θα μεταφραστούν σε μεγαλύτερα έσοδα, σε υψηλότερες κερδοφορίες και σε ελκυστικές αποδόσεις αργότερα. Η ανάπτυξη της AI έχει γίνει πλέον τόσο μεγάλη και τόσο κατανοητή, που δεν δικαιολογεί πλέον την αγορά μετοχών με βάση μόνο προσδοκίες. Με άλλα λόγια, η χρηματιστηριακή αγορά ζητά σαφέστερες αποδείξεις αποδόσεων και κερδοφορίας προτού οδηγήσει τις εταιρείες σε υψηλότερες αποτιμήσεις.
Η παρατεταμένη αβεβαιότητα όσον αφορά την ΑΙ, φαίνεται πως αναγκάζει τους περισσότερους επενδυτές να μετακινήσουν τα κεφάλαια τους μακριά από τον κλάδο της τεχνολογίας της πολύ υψηλής κεφαλαιοποίησης, αυτό που ονομάζουμε «mega cap», προς ένα πολύ ευρύτερο φάσμα μετοχών, με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά. Έτσι οι επενδυτές αρχίζουν να προτιμούν φθηνότερες εταιρείες με προσανατολισμό στις ισχυρές και διατηρήσιμες ταμειακές ροές και στα πραγματικά κέρδη, έναντι των μετοχών των αναπτυσσόμενων εταιρειών με υψηλούς και απαιτητικούς πολλαπλασιαστές κερδών (Ρ/Ε).
Σε αυτήν την μετακύλιση θέσεων, γνωστή και ως «rotation», οι επενδυτές φαίνεται να χρησιμοποιούν τις μετοχές της μεγάλης τεχνολογίας ως βασική πηγή άντλησης κεφαλαίων για να αγοράσουν μετοχής μικρής κεφαλαιοποίησης, μετοχές της κυκλικής οικονομίας που τείνουν να ωφελούνται σε ισχυρότερες οικονομικές συνθήκες, καθώς και μετοχές με έκθεση στο εξωτερικό των ΗΠΑ. Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο, το τελευταίο χρονικό διάστημα, βλέπουμε τέτοιου είδους μετοχές να καταγράφουν με τις τιμές τους, κορυφές 52 εβδομάδων, όπως είναι για παράδειγμα η General Electric, η Applied Materials, η BHP Group, η FedEx, η AstraZeneca, η Johnson & Johnson, η Sonoco Products, η Amer Sports, η Monster Beverage και άλλες. Μετοχές που ασφαλώς και δεν ανήκουν ούτε στην κατηγορία των Magnificent Seven, ούτε στην τεχνολογική αιχμή της ΑΙ.
Η Morgan Stanley σε πρόσφατη ανάλυση της ανέφερε ότι για το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένει δυο βασικές μετακινήσεις κεφαλαίων. Η πρώτη θα αφορά μετακινήσεις από τις μετοχές των «κατασκευαστών ΑΙ» και των παρόχων των αντίστοιχων υποδομών, στις μετοχές των χρηστών ΑΙ που θα δουν την παραγωγικότητα τους να βελτιώνεται και τα περιθώρια κέρδους να μεγεθύνονται. Και η δεύτερη θα αφορά την μετατόπιση κεφαλαίων από τις μικρές κεφαλαιοποιήσεις, τις χαμηλότερης ποιότητας και πιο ασταθείς μετοχές, που ίσως να υπόσχονταν σύντομες κερδοσκοπικές κινήσεις, προς τις ποιοτικές και οικονομικά ισχυρές εταιρείες με σταθερά κέρδη και χαμηλά χρέη.
