Κορυφαίοι αξιωματούχοι των οικονομικών από όλο τον κόσμο θα συναντηθούν στην Ουάσινγκτον αυτή την εβδομάδα υπό τη σκιά του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος προκάλεσε ένα τρίτο μεγάλο σοκ στην παγκόσμια οικονομία μετά την πανδημία COVID και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Ανώτατοι αξιωματούχοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας δήλωσαν την περασμένη εβδομάδα ότι θα υποβαθμίσουν τις προβλέψεις ανάπτυξης και θα αυξήσουν τον πληθωρισμό λόγω του πολέμου, προειδοποιώντας ότι οι αναδυόμενες αγορές θα πληγούν περισσότερο από την ενέργεια και τον εφοδιασμό.
Όπως αναφέρει το Reuters, πριν το ξέσπασμα στο Ιράν οι δύο θεσμοί ανέμεναν ανάπτυξη λόγω ανθεκτικότητας της οικονομίας. Ωστόσο ο πόλεμος επιβραδύνει την ανάκαμψη.
Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει 3,65% το 2026 από 4% το προηγούμενο έτος και πτώση στο 2,6% αν συνεχιστεί η κρίση. Ο πληθωρισμός μπορεί να φτάσει 4,9% ή ακόμη και 6,7% σε δυσμενές σενάριο. Το ΔΝΤ προειδοποιεί για 45 εκατομμύρια επιπλέον ανθρώπους σε επισιτιστική ανασφάλεια λόγω διαταραχών στις αποστολές λιπασμάτων.
Το Ταμείο εκτιμά ανάγκη στήριξης 20 έως 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων και η Παγκόσμια Τράπεζα έως 70 δισεκατομμύρια. Οι κυβερνήσεις καλούνται να εφαρμόζουν στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, καθώς οι ευρύτερες παρεμβάσεις μπορεί να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό.
Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ατζάι Μπάνγκα χαρακτήρισε την κατάσταση «σοκ για το σύστημα», σημειώνοντας ότι οι οικονομίες έχουν αντέξει και άλλες κρίσεις στο παρελθόν αλλά η σημερινή είναι ιδιαίτερα έντονη.
Οι χώρες αντιμετωπίζουν δύσκολη ισορροπία μεταξύ ελέγχου του πληθωρισμού και στήριξης της ανάπτυξης, ενώ έως το 2035 περίπου 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα εισέλθουν σε ηλικία εργασίας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Παράλληλα, οι εντάσεις ΗΠΑ - Κίνας και οι δυσκολίες συντονισμού της G20 περιορίζουν τη διεθνή συνεργασία. Η έλλειψη συναίνεσης δυσχεραίνει την κοινή αντιμετώπιση της κρίσης. Οικονομολόγοι και πρώην αξιωματούχοι τονίζουν ότι πολλές αναδυόμενες οικονομίες είναι ήδη ευάλωτες λόγω υψηλού χρέους και χαμηλών αποθεμάτων, ζητώντας πιο ισχυρή και στοχευμένη διεθνή στήριξη.
Η συνολική εικόνα δείχνει αυξημένους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, με χαμηλότερη ανάπτυξη, υψηλότερο πληθωρισμό και εντεινόμενες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και στις κοινωνικές δαπάνες.
