Σχεδόν πέντε μήνες διαρκεί ήδη η κυριαρχία των ταύρων έναντι των αρκούδων στη διελκυστίνδα για τον έλεγχο των αγορών, με τον S&P 500 να βρίσκεται 30% υψηλότερα από το χαμηλό του Απριλίου και μόλις 30 μονάδες χαμηλότερα από το ιστορικό του υψηλό.
Την ίδια ώρα, οι απόψεις των ειδικών διίστανται αναφορικά με το κατά πόσο η παγκόσμια οικονομία μπορεί να εισέλθει σε μία νέα περίοδο μεγάλης άνθησης (με ώθηση από την Ινδία) ή αν επίκειται μία σοβαρή κρίση - και λόγω των επιπτώσεων που θα έχουν οι αυξημένοι δασμοί.
Η Bank of America, πάντως, εκτιμά ότι το momentum παραμένει περισσότερο «overweight» από κάθε άλλη στιγμή μέσα στον τελευταίο χρόνο, καθώς και ότι μέσα στον Σεπτέμβριο είναι πιθανό να λάβει χώρα μία πολύ σημαντική αλλαγή κλίματος και μάλιστα προς το καλύτερο.
Διότι οι καταναλωτές στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου συνεχίζουν να αγοράζουν, ενώ οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, οι οποίες ήδη αυξάνονται, θα ωφεληθούν από τα μέτρα στήριξης του νομοσχεδίου «One Big Beautiful Bill». Σε αυτό το πλαίσιο, η BofA πιστεύει ότι οι επενδυτές θα πρέπει να επανεξετάσουν το ενδεχόμενο να προσθέσουν αμερικανικές μετοχές στο χαρτοφυλάκιό τους, ειδικά αν καταφέρουν να εντοπίσουν τις αγοραστικές ευκαιρίες που θα προκύψουν λόγω των επεισοδίων πανικού που ενδέχεται να υπάρξουν και πάλι λόγω των δασμών.
Ποια θα είναι αυτά τα επεισόδια πανικού και από πού θα προέλθουν; Η ING προειδοποιεί για ορισμένες αναπάντεχες εξελίξεις που θα μπορούσαν να στιγματίσουν τον Σεπτέμβριο και να επιδεινώσουν το επενδυτικό κλίμα.
Η πρώτη και κυριότερη δυσάρεστη «έκπληξη» είναι πολύ πιθανό να προέλθει από το μέτωπο των δασμών. Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να έχει συνάψει εμπορικές συμφωνίες με Ευρώπη, Ιαπωνία, Καναδά και άλλες χώρες, όμως απομένει η συμφωνία με την Κίνα. Επίσης, η ING τοποθετεί τον μέσο δασμολογικό συντελεστή για τις εισαγωγές των ΗΠΑ στο 18% σήμερα, από 28% που είχε φτάσει τον Απρίλιο - όταν ανακοινώθηκε η καταιγίδα των δασμών – και από 12% που είχε υποχωρήσει τον Μάιο, όταν Ουάσιγκτον και Πεκίνο συμφώνησαν σε μορατόριουμ.
Σε κάθε περίπτωση, η παγκόσμια οικονομία καλείται να λειτουργήσει με τους υψηλότερους δασμούς από τη δεκαετία του 1930. Η μεγάλη «έκπληξη» του Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να είναι μία απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που θα προβλέπει την κατάργηση των δασμών ανά χώρα που έχει εφαρμόσει ο Τραμπ. Στο εν λόγω σενάριο ενδέχεται να προκληθεί πανικός στις αγορές, την ώρα που ο επενδυτικός κόσμος αναμένει μία «καλή» συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας.
Μία άλλη έκπληξη θα μπορούσε να προέλθει από το μέτωπο του πληθωρισμού και της αγοράς εργασίας των ΗΠΑ. Είναι οι λόγοι που κάνουν τον Τζερόμ Πάουελ ιδιαίτερα επιφυλακτική ως προς τη μείωση των επιτοκίων. Οι επενδυτές δίνουν πιθανότητες 86% να μειωθούν τα επιτόκια στις 17 Σεπτεμβρίου, ωστόσο μία αρνητική έκπληξη από τα στοιχεία για τις θέσεις εργασίας έχει τη δυναμική να ανατρέψει τα δεδομένα. Τα στοιχεία του Μαΐου και του Ιουνίου ήταν πολύ κοντά στο να δείξουν μείωση και δεν αποκλείεται να υπάρξει αναθεώρηση επί τα χείρω.
Οι αγορές περιμένουν δύο ή ακόμα και τρεις διαδοχικές μειώσεις και οποιαδήποτε ανατροπή θα επιφέρει πλήγμα στο επενδυτικό κλίμα. Από την άλλη, βέβαια, η θητεία του Πάουελ ολοκληρώνεται και θεωρείται δεδομένο ότι ο Τραμπ θα επιλέξει ένα πρόσωπο που συμφωνεί μαζί του ως προς τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Μόνο που και σε αυτή την περίπτωση οι αγορές μπορεί να αντιδράσουν αρνητικά, αν πιστέψουν ότι απειλείται η ανεξαρτησία της Fed.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ πρωταγωνιστεί και στην τρίτη πιθανή «έκπληξη» του Σεπτεμβρίου. Η διαφαινόμενη απόλυση της Λίζα Κουκ από το διοικητικό συμβούλιο της Fed ανοίγει τον δρόμο για την επιλογή ενός ακόμα «εκλεκτού» του Τραμπ. Και κάπως έτσι, η πλάστιγγα στην αρμόδια επιτροπή για τη νομισματική πολιτική θα αρχίσει να γέρνει υπέρ των μειώσεων. Τι θα συμβεί στο σενάριο που ο Τραμπ καταφέρει να αποκτήσει τον πλήρη - έστω και έμμεσο - έλεγχο της Fed; Αναλυτές ανησυχούν όχι μόνο για τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού αλλά και για μεγαλύτερες και πιο σοβαρές επιπτώσεις στο δολάριο και στα αμερικανικά ομόλογα, με την απόδοση του 10ετούς να σκαρφαλώνει ξανά στο 4,5%.
Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μία νέα κρίση. Είναι και πάλι η Γαλλία αυτή που κλονίζει τις αγορές, καθώς θεωρείται απίθανο να καταφέρει ο Μπαϊρού να κρατηθεί στην εξουσία μετά την ψήφο εμπιστοσύνης της 8ης Σεπτεμβρίου. Ενδεικτική της αβεβαιότητας που κυριαρχεί είναι η εκτίναξη του κόστους δανεισμού της Γαλλίας υψηλότερα από της Ελλάδας, με την απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου να ξεπερνά το 3,5%, όταν του αντίστοιχου ελληνικού διαμορφώνεται στο 3,43%.
Η μεγάλη πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία και η αδυναμία της γερμανικής οικονομίας να ανακάμψει, αποτελούν τα μεγάλα ευρωπαϊκά «βαρίδια» για τις αγορές, την ώρα που αυξάνονται οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης που θα αντιμετωπίσουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα στα επόμενα χρόνια.