Οι αγορές και οι επενδυτές αναζητούν τον βηματισμό τους
Shutterstock
Shutterstock

Οι αγορές και οι επενδυτές αναζητούν τον βηματισμό τους

Μέσα στον Μάρτιο θρυμματίστηκε η ούτως ή αλλιώς εύθραυστη αισιοδοξία που κυριαρχούσε στις αγορές από την αρχή του έτους. Τα χρηματιστήρια δεν απείχαν πολύ από τα ιστορικά υψηλά του 2025, με τη θετική σκέψη των επενδυτών να επικεντρώνεται στα ικανοποιητικότατα εταιρικά κέρδη και τις αναμενόμενες μειώσεις των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Στον αντίποδα οι ενστάσεις αφορούσαν τις υπερβολικές δαπάνες των εταιρειών του κλάδου της Τεχνητής Νοημοσύνης, την προβληματική πορεία της απασχόλησης στις ΗΠΑ και το χαοτικό ζήτημα του αμερικανικού δημοσίου χρέους. 

Ωστόσο, μετά από τη στάσιμη παραμονή των αγορών σε ένα στενό εύρος διακυμάνσεων που δεν έδινε εμφανή σημάδια ανοδικής ή καθοδικής διάσπασης, οι επενδυτές βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βίαιη πραγματικότητα που συνδυάζει γεωπολιτικές κρίσεις και ισχυρότερες αμφιβολίες σχετικά με τις ανησυχίες που προαναφέραμε.

Φυσικά το σημείο καμπής είναι ο πόλεμος στο Ιράν και το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς μια τοπική κρίση, αλλά ένας «σεισμός» που αναδιατάσσει τις παγκόσμιες ροές επενδυτικών κεφαλαίων. Μπορεί να μην είναι ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά είναι σίγουρα ένας παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος. Αφού η εκτίναξη του πετρελαίου πάνω από τα $100 το βαρέλι, είναι πολύ έντονη για να την «μεταβολίσει» χωρίς δυσανεξία η παγκόσμια πραγματική οικονομία.

Αυτό το ενεργειακό σοκ δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές των καυσίμων. Η ενέργεια είναι ενσωματωμένη σε κάθε πτυχή της οικονομίας. Από το κόστος μεταφοράς αγαθών και την παραγωγή τροφίμων, μέχρι τη λειτουργία των εργοστασίων και των κέντρων δεδομένων. Η εξέλιξη αυτή επανέφερε στο προσκήνιο τον εφιάλτη του «στασιμοπληθωρισμού». Δηλαδή του συνδυασμού ενός επίμονου πληθωρισμού και μιας επιβράδυνσης της ανάπτυξης, που συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο «Η επιστροφή του φαντάσματος του στασιμοπληθωρισμού».

Μια μόλις εβδομάδα πριν την έναρξη του πολέμου, ο προβληματισμός των επενδυτών ήταν επικεντρωμένος:

1.Στην ανησυχία για την απόδοση των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Αφού μετά από μια τεράστια επενδυτική έξαρση (Capex) το 2025, οι επενδυτές απαιτούσαν πλέον αποδείξεις κερδοφορίας. Η σύγκριση με την «φούσκα» των dot-com στα τέλη του '90 είχε αρχίσει να τρομάζει τους διαχειριστές κεφαλαίων, οι οποίοι αναρωτιούνταν πότε θα δουν πραγματικά αποτελέσματα στους ισολογισμούς.  

2.Στην πίεση στις μετοχές λογισμικού, διότι ενώ οι κατασκευαστές τσιπ παρέμεναν στην κορυφή του χρηματιστηριακού ενδιαφέρον, οι τιμές των εταιρειών λογισμικού υποχωρούσαν. 

3.Στις ανησυχίες για την ιδιωτική πίστη και στα Private Credit Funds. Οι εταιρείες επιχειρηματικής ανάπτυξης (BDCs), που αποτελούν τον καθρέφτη της ιδιωτικής πίστης, είδαν τις αποτιμήσεις τους να υποχωρούν δραματικά λόγω αμφιβολιών για την ποιότητα των δανειοληπτών και την ικανοποιητική ρευστότητα σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.

Το μεγάλο πρόβλημα για το 2026 είναι ότι τόσο τα ομόλογα όσο και ο χρυσός έχουν σταματήσει να λειτουργούν ως «δίχτυα ασφαλείας». Όταν ο πληθωρισμός είναι ο κύριος φόβος, οι τιμές των μετοχών και των ομολόγων τείνουν να πέφτουν ταυτόχρονα. Ασκώντας σφοδρή πίεση, πάνω στους επενδυτές, ωθώντας τους να αναζητήσουν ως μόνη αποτελεσματική λύση τη ρευστοποίηση όλων των χρηματοοικονομικών προϊόντων που συνθέτουν τα χαρτοφυλάκια τους.

Είναι όμως έτσι; Είναι η μόνη λύση να μείνει κάποιος έξω από τις αγορές; Και ο πληθωρισμός του «τρώει» τις αξίες πώς αντιμετωπίζεται; Θα παίζουμε συνεχώς άμυνα;

Εάν επενδύαμε σε ένα μεγάλο μητροπολιτικό χρηματιστήριο θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε κατά γράμμα το «manual» των κρίσεων. Του οποίου οι οδηγίες - για όσους επιμένουν να παραμένουν στις αγορές - ομιλούν περί στροφής προς τις αμυντικές μετοχές όπως είναι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, οι υποδομές, η υγεία που παραμένουν οι βασικοί τομείς για σταθερές ταμειακές ροές όταν η ευρύτερη οικονομία αντιμετωπίζει κινδύνους στασιμοπληθωρισμού. Οι οδηγίες αναφέρονται σε στροφή προς τις βιομηχανικές μετοχές, τις μετοχές υλικών, κυκλικών εταιρειών καθώς και προς τις μετοχές της τεχνολογίας και των λεγόμενων «hyperscalers» που έχουν ήδη ενσωματώσει την AI στα περιθώρια των ταμειακών τους ροών, αντί για εκείνες που υπόσχονται απλά μια αόριστη μελλοντική ανάπτυξη.

Βέβαια στο Χρηματιστήριο Αθηνών, του οποία η γκάμα των εταιρειών θυμίζει τη λαϊκή έκφραση «τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του», το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να εξετάσουμε τις υπερπουλημένες μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή, τα ποιοτικά ονόματα που παρασύρθηκαν από τον γενικό πανικό της αγοράς. Αφού όπως έχει δείξει η χρηματιστηριακή ιστορία σε στιγμές «αιχμής της αβεβαιότητας», οι μετοχές αυτές αποτελούν συχνά τα καλύτερα σημεία επανεισόδου στις αγορές.

Ναι, οι μετοχές είναι πιο φθηνές από ό,τι ήταν προ τριών εβδομάδων. Και ορισμένες μάλιστα διαπραγματεύονται σε αρκετά δελεαστικές τιμές. Ωστόσο το ερώτημα μας, δεν πρέπει να εστιάζει μόνο στην τιμή, αλλά και στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά τα οποία πιθανότατα και να έχουν μεταβληθεί. Δηλαδή θα πρέπει να εξετάσουμε το κατά πόσο ο πόλεμος στο Ιράν, η ενεργειακή κρίση, η υποχώρηση της ανάπτυξης και η άνοδος του πληθωρισμού θα αλλάξουν τα επιχειρηματικά σχέδια, τους κύκλους εργασιών και τις κερδοφορίες των επιχειρήσεων. 

Είναι η βιομηχανία Ζ η ίδια, όπως πριν την έναρξη του πολέμου; Θα επηρεαστεί; Μήπως θα χάσει παραγγελίες; Τι συμβαίνει με το λειτουργικό της κόστος; Θα απολέσει ή θα κερδίσει μερίδια στις αγορές; Πώς θα κινηθούν οι εξαγωγές της; Υπάρχει πρόβλημα με την εφοδιαστική αλυσίδα που της προμηθεύσει πρώτες ύλες; Πώς θα εξελιχθούν τα χρηματοδοτικά της κόστη; Πώς θα μεταβληθούν τα επενδυτικά της προγράμματα;

Είναι η τράπεζα Χ η ίδια, με αυτήν πριν από τον πόλεμο; Πώς θα επηρεαστεί από τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια; Θα συνεχίσει να έχει ανέφελη πρόσβαση στις αγορές άντλησης κεφαλαίων ή οι αγορές θα είναι πλέον πιο διστακτικές; Πλήττονται οι επιχειρήσεις που χρηματοδοτεί, από την κρίση και σε ποιο βαθμό; Θα επηρεαστεί από την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, το σχέδιο της πιστωτικής της επέκτασης; Υπάρχει κίνδυνος αύξησης των κόκκινων δανείων;  

Οι ίδιες ερωτήσεις θα πρέπει να μας απασχολούν για κάθε μετοχή που επιθυμούμε να εντάξουμε στο χαρτοφυλάκιο μας, λόγω χαμηλής τιμής και δελεαστικών πολλαπλασιαστών όπως για παράδειγμα του Ρ/Ε ή του Ρ/ΒV.

Εάν δεν καλέσουμε τον εαυτό μας να απαντήσει με επάρκεια στις παραπάνω ερωτήσεις, δεν είναι σίγουρο, αλλά και ούτε απαραίτητο, ότι μια μετοχή που «έχει γίνει φθηνή» λόγω της υποχώρησης της τιμής της, θα έχει προοπτικές επανόδου στις προηγούμενες τιμές της. Καθώς η πτώση της, μπορεί να μην οφείλεται στην αρνητική ψυχολογία ή στο κλίμα φόβου και αβεβαιότητας, αλλά στην απότομη μεταβολή των δομικών και χρηματοοικονομικών της δεδομένων.  

Επομένως, θέλει ιδιαίτερη προσοχή η προσπάθεια ανεύρεσης εκ νέου του βηματισμού στις αγορές, ειδικά εν μέσω μιας τόσο ομιχλώδους κρίσης της οποίας το τέλος αλλά και οι τελικές επιπτώσεις, δεν είναι ακόμα ορατές.