Οι αγορές αγνοούν τους κινδύνους και ποντάρουν σε νέα υψηλά
Shutterstock
Shutterstock

Οι αγορές αγνοούν τους κινδύνους και ποντάρουν σε νέα υψηλά

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν θα καταλήξουν σε συμφωνία μόνιμης κατάπαυσης του πυρός κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον και μέχρι τότε θα αποφύγουν την εκ νέου κλιμάκωση του πολέμου. Αυτό είναι το σενάριο στο οποίο ποντάρουν οι επενδυτές και στέλνουν τον S&P 500 πάνω από τις 7.170 μονάδες για πρώτη φορά στα χρονικά, με τον κορυφαίο χρηματιστηριακό δείκτη να καταγράφει το δέκατο ιστορικό υψηλό για το 2026.

Με άλλα λόγια, οι αγορές σήμερα πιστεύουν ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη θα συνεχίσουν τις προσπάθειες εξεύρεσης μίας κοινά αποδεκτής λύσης, έτσι ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Διότι το διακύβευμα είναι μεγάλο και οι επιπτώσεις της συνεχιζόμενης αναταραχής τεράστιες για την παγκόσμια οικονομία.

Και να φανταστείτε ότι τα ιστορικά υψηλά επιτυγχάνονται χωρίς τον «ούριο άνεμο» των επιτοκίων, αφού στη δεδομένη χρονική στιγμή οι επενδυτές προεξοφλούν ότι η Fed θα διατηρήσει, παρά την αποχώρηση του Τζερόμ Πάουελ και την έλευση του Κέβιν Γουόρς, αμετάβλητα τα επιτόκια καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026. Σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο πιο πιθανό είναι ένα νέο χρηματιστηριακό – και μάλιστα mega – ράλι στην περίπτωση που οι συνθήκες επιτρέψουν στον εκλεκτό του Ντόναλντ Τραμπ να μειώσει, έστω μία ή δύο φορές, τα επιτόκια.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν οι ειδικοί προειδοποιούσαν ότι στο σενάριο που οι εχθροπραξίες διαρκούσαν πάνω από ένα μήνα η παγκόσμια οικονομία να κινδύνευε με ύφεση και οι αγορές με βαθιά κρίση. Σήμερα, συμπληρώνονται όχι ένας αλλά δύο μήνες από τους πρώτους βομβαρδισμούς στη Μέση Ανατολή και, ενώ τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, τα παγκόσμια χρηματιστήρια βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, έχοντας περάσει από χίλια κύματα.

Η τιμή του Brent βρίσκεται σχεδόν 40% υψηλότερα στο δίμηνο του πολέμου, ενώ ενισχύεται κατά 65% μέσα στο 2026, με το αργό WTI να κερδίζει 42% στον πόλεμο και 66% φέτος. Την ίδια ώρα, ο χρυσός υποχωρεί κατά 11% μέσα στον πόλεμο, αλλά ενισχύεται κατά 7% φέτος. Όσο για τα χρηματιστήρια, ο S&P 500 σημειώνει σχεδόν τα ίδια κέρδη από την έναρξη του πολέμου και μέσα στο 2026 (4,28% και 4,8% αντίστοιχα) και ο Nasdaq των τεχνολογικών κολοσσών καταγράφει άνοδο της τάξης του 9,8% στο δίμηνο και 7% το 2026.

Γιατί, λοιπόν, οι αναλυτές των μεγαλύτερων επενδυτικών οίκων συνιστούν στους επενδυτές να αγοράζουν σε κάθε πτώση, στο λεγόμενο «buy the dip»; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι που εσκεμμένα αγνοούν και σε τι ποντάρουν για να συνεχιστεί το ράλι;

Ο βασικός καταλύτης είναι ο πόλεμος. Στη δεδομένη χρονική στιγμή οι αγορές πιστεύουν ότι τα χειρότερα πέρασαν και ότι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί μία λύση και θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Έχουν αποκλείσει σε μεγάλο βαθμό το δυσμενές σενάριο περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου και αυτό αντανακλάται στο ότι ο S&P 500 γράφει ιστορικά υψηλά, όταν την ίδια ώρα το brent παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Στην ουσία, οι αγορές δεν ελπίζουν τόσο στην καλή πρόθεση των ΗΠΑ και του Ιράν, αλλά στις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές «παρενέργειες», οι οποίες αναγκάζουν κατά κάποιο τρόπο τις δύο πλευρές να μη συνεχίσουν επ’ αόριστον τον πόλεμο.

Βέβαια, αν πιστέψουμε την JPMorgan, τότε στο νέο ανοδικό κύμα που θα λάβει χώρα με φόντο τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή, δεν θα πρωταγωνιστήσουν οι Magnificent 7 τεχνολογικοί κολοσσοί αλλά θα αναδειχθούν νέοι «οδηγοί». Επιπλέον, οι αναδυόμενες αγορές θα είναι αυτές που θα υπεραποδώσουν της Wall Street, καθώς δέχθηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα εξαιτίας του πολέμου.

Από κει και πέρα, υπάρχουν ορισμένες παράμετροι που επηρεάζουν καθοριστικά τη χρηματιστηριακή τάση. Άλλες ευθύνονται για τα νέα υψηλά και το – συγκριτικά με τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου - «καλό» χρηματιστηριακό κλίμα και άλλες συντηρούν μία στάση αναμονής.

Στη δεύτερη κατηγορία βρίσκονται τα επιτόκια και η αλλαγή σκυτάλης στη Fed. Αύριο Τετάρτη ο Τζερόμ Πάουελ, δίνει την τελευταία – εκτός συγκλονιστικού απροόπτου – συνέντευξη Τύπου, ως επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Και μπορεί ο Πάουελ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ωστόσο δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι διανύουμε περίοδο μεγάλου γεωπολιτικού σοκ.

Οι αγορές σήμερα δεν ποντάρουν τόσο στις διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων που πριν από λίγου μήνες πίστευαν ότι θα αποφάσιζε ο διάδοχος του Πάουελ, όσο στο ότι οι συνθήκες δεν θα επιδεινωθούν περαιτέρω και επομένως δεν θα αυξηθούν τα επιτόκια. Που συνεπάγεται πως όταν οι συνθήκες εξομαλυνθούν οι κεντρικές τράπεζες θα έχουν τα περιθώρια να προχωρήσουν στις πολυπόθητες μειώσεις.

Σύμφωνα με την JPMorgan, οι αγορές θα αντιδράσουν πολύ διαφορετικά καθώς θα ανακάμπτουν από την κρίση στη Μέση Ανατολή, σε σύγκριση με ό,τι συνέβη μετά το sell-off των δασμών πέρσι τον Απρίλιο ή τη μεγάλη πτώση του 2022 στον απόηχο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι σήμερα διαμορφώνεται ένα εντελώς διαφορετικό momentum εταιρικών κερδών, την ώρα που και η εικόνα του πληθωρισμού είναι διαφορετική με αποτέλεσμα να είναι διαφορετική και η προσέγγιση των κεντρικών τραπεζών.

Όπως εκτιμά η αμερικανική τράπεζα, ο πληθωρισμός ξεκινάει από χαμηλότερη βάση σε σύγκριση με το 2022, και οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε καλύτερη θέση. Η JPMorgan θεωρεί ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν θα αυξήσουν απότομα και βιαστικά τα επιτόκια για να μην πλήξουν την ανάπτυξη σε περιβάλλον ενεργειακού σοκ, εξέλιξη που θα λειτουργήσει ευεργετικά και για τα χρηματιστήρια.

Γι’ αυτό και βλέπουμε το χρηματιστηριακό ριμπάουντ να είναι ταχύτερο από τον Απρίλιο του 2025 – από το χαμηλό στις 30 Μαρτίου έως σήμερα. Είναι επίσης ταχύτερο, σύμφωνα με την Evercore, και από άλλες κρίσεις, όπως από το χαμηλό της πανδημίας του 2020, από το χαμηλό της παγκόσμιας κρίσης του 2008-09, από το χαμηλό της φούσκας των dot.com αλλά και από το κραχ του 1987.