Τα τελευταία χρόνια το θέμα της στέγασης επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο. Πράγματι, τα στοιχεία δείχνουν ότι για πολλά νοικοκυριά, η στέγαση απορροφά πλέον ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του μηνιαίου τους προϋπολογισμού, αφήνοντας λιγότερα χρήματα για άλλες βασικές ανάγκες.
Το πρόβλημα αυτό δεν έπεσε από τον ουρανό. Συνδέεται μεταξύ άλλων με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, τις αλλαγές στην αγορά ακινήτων, την άνοδο του τουρισμού, τις ξένες επενδύσεις, αλλά και με το διαχρονικό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής στη χώρα. Παράλληλα, νέοι παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος κατασκευών, καθιστούν την κατάσταση ακόμη πιο πιεστική. Η διαΝΕΟσις στο παρελθόν, μέσα από μια δημοσιογραφική καταγραφή, είχε αναδείξει τα κενά και τα αδιέξοδα της στεγαστικής πολιτικής στην Ελλάδα.
Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, με συντονιστή τον Γενικό Διευθυντή του και καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκο Βέττα, επιχειρεί να χαρτογραφήσει με λεπτομέρεια το οξύ αυτό πρόβλημα και να προτείνει χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής. Αναδεικνύει τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτό, αλλά και τις ομάδες του πληθυσμού που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη. Πριν καταλήξει σε προτάσεις, καταγράφει με λεπτομέρεια τα μέτρα που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια και ανατρέχει σε διεθνή παραδείγματα.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Το ελληνικό στεγαστικό τοπίο εμφανίζει μια έντονη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η αγορά ακινήτων αναπτύσσεται. Οι ξένες επενδύσεις και η τουριστική ζήτηση ενισχύουν τις τιμές και τη δραστηριότητα. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή συνοδεύεται από ένα αυξημένο κόστος στέγασης και πολλά νοικοκυριά όλο και συχνότερα δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Η έλλειψη προσιτής και ποιοτικής στέγης δεν πλήττει μόνο την κοινωνική ευημερία και εντείνει τις ανισότητες, αλλά, επιπλέον, απειλεί την οικονομία με πιο δυναμικό τρόπο. Τα νοικοκυριά μειώνουν άλλες δαπάνες για να πληρώσουν ενοίκια ή δάνεια. Πολλοί πολίτες καθυστερούν πληρωμές, ενώ άλλοι συσσωρεύουν χρέη. Λιγότεροι καταφέρνουν να αποταμιεύσουν.
Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ;
Η οικονομική κρίση μετά το 2008 άλλαξε ριζικά την εικόνα της αγοράς κατοικίας σε πολλές χώρες στον κόσμο, και στην Ελλάδα. Στη διάρκεια της τοπικής, βαθιάς και μακρόχρονης κρίσης, η ανεργία εκτινάχθηκε. Καθώς σχεδόν 1 στους 4 Έλληνες έφτασε να είναι άνεργος, η κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά και επομένως, η ζήτηση για κατοικίες. Τότε, οι τιμές των αστικών ακινήτων κατέρρευσαν – ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι τιμές είχαν μειωθεί κατά περισσότερο από 30%. Την ίδια περίοδο, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τη χορήγηση δανείων, όσο πολλοί δανειολήπτες αδυνατούσαν να πληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν απότομα. Σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις, περίπου 700.000 κατοικίες πέρασαν σε ειδικά επενδυτικά σχήματα και σε εταιρείες διαχείρισης δανείων. Η μακρά και επώδυνη ύφεση αποδυνάμωσε επίσης τον κατασκευαστικό κλάδο. Λιγότερα νέα σπίτια έμπαιναν στην αγορά.
Από το 2017 και μετά, η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει. Η ανάκαμψη αυτή συνέπεσε με μια σημαντική άνοδο του τουρισμού – οι επισκέπτες της χώρας αυξήθηκαν κατά ένα τρίτο από το 2010 έως το 2015. Ταυτόχρονα, οι ιδιοκτήτες ακινήτων είχαν στη διάθεσή τους νέους τρόπους να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους. Οι χαμηλές τιμές που διαμορφώθηκαν στην κρίση ευνόησαν τη ζήτηση από το εξωτερικό και οι σχετικές επενδύσεις πήραν πολλές μορφές, από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε τουριστικές περιοχές και τη «Χρυσή Βίζα» για την απόκτηση άδειας διαμονής μέχρι πιο παραδοσιακές εκμεταλλεύσεις. Οι τιμές των κατοικιών τότε άρχισαν να αυξάνονται πιο γρήγορα από τα εισοδήματα των νοικοκυριών, μια πορεία που δεν ανέκοψε ούτε η πανδημία.
Από την άλλη πλευρά, η προσφορά κατοικιών δεν φαίνεται να ικανοποιεί τη ζήτηση. Τα στοιχεία δείχνουν μεν ότι η οικοδομική δραστηριότητα ανέκαμψε: Από το 2019 και μετά, οι οικοδομικές άδειες για κατοικίες είναι σταθερά συγκριτικά περισσότερες από ό,τι στο παρελθόν, περίπου 70% του συνόλου (2024). Ωστόσο, χωρίς επιπλέον στοιχεία για κρίσιμα χαρακτηριστικά των νέων αδειών (π.χ. για την τοποθεσία), είναι αρκετά δύσκολο κάποιος να εκτιμήσει την πιθανή επίδρασή τους στις τιμές.
Στο μεταξύ, η ενεργειακή κρίση μετά το 2022 αφαίρεσε επιπλέον εισόδημα από τα νοικοκυριά και αύξησε το κόστος των κατασκευών, κάτι που πιθανόν επηρέασε τις τιμές. Τότε, η συζήτηση για την ανάγκη στεγαστικής πολιτικής άρχισε να επανέρχεται ολοένα πιο συχνά στον δημόσιο διάλογο. Η Ελλάδα, σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαχρονικά δεν είχε ιδιαίτερα ισχυρούς θεσμούς που να ασκούν στεγαστική πολιτική. Μέσα στην ευρύτερη κατάρρευση της κρίσης, το 2012, έκλεισε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), ο φορέας που πραγματοποιούσε τα πιο μαζικά προγράμματα στέγασης στη χώρα. Πού βρισκόμαστε, όμως, σήμερα; Τι γίνεται ήδη και ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες, ώστε η επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής να είναι συνεκτική, γρήγορη και αποτελεσματική;
Η κατάσταση σήμερα
Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πλέον πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τη στέγαση, και αυτό φαίνεται σε μια σειρά από δείκτες. Το κόστος στέγασης, όπως το μετράει η Eurostat, περιλαμβάνει ενοίκια, δόσεις στεγαστικών δανείων, φόρους ακίνητης περιουσίας και έξοδα ενέργειας και άλλων λογαριασμών. Κατά την περίοδο 2010-2024, ως ποσοστό του εισοδήματος των νοικοκυριών, το κόστος στέγασης ξεπερνούσε σταθερά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 19,2%. Όμως, και η κατεύθυνση αυτής της πορείας μοιάζει ανησυχητική: Από το 2019 έως το 2024, αντίθετα με ό,τι συνέβη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η προσιτότητα της στέγασης στην Ελλάδα μειώθηκε.
Ένας ακόμη ενδιαφέρων δείκτης μέσα από τον οποίο φαίνεται το πρόβλημα είναι το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης του κόστους στέγασης. Ο δείκτης αυτός καταγράφει τα νοικοκυριά που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, δηλαδή η στέγαση γι’ αυτά αποτελεί ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά αυτά επίσης παραμένουν διαχρονικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κορυφώθηκαν στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και ακολούθησε μια μερική υποχώρηση. Στις πόλεις, περίπου 1 στα 3 νοικοκυριά (29,1%) δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Στην ύπαιθρο, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 27,7%.
Οι δυσκολίες των νοικοκυριών φαίνονται και από άλλους, συναφείς δείκτες. Το 2024, το ποσοστό ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με οφειλές (ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και δόσεις αγορών) έφτασε το 42,8% στην Ελλάδα, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 9,2%. Την ίδια χρονιά, περίπου 1 στα 10 ελληνικά νοικοκυριά εμφάνιζε καθυστερήσεις σε πληρωμές στεγαστικών δανείων ή ενοικίων. Τέλος, η ποιότητα της στέγασης αποτελεί σημαντικό ζήτημα: Ένας βασικός δείκτης είναι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε υπερπλήρη κατοικία. Ο δείκτης αυτός καταγράφει περιπτώσεις όπου οι ένοικοι υπερβαίνουν τον διαθέσιμο χώρο, όπως ορίζεται από συγκεκριμένα πρότυπα. Οι διαχρονικές επιδόσεις της Ελλάδας είναι και εδώ χειρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την κατάσταση, όμως, για τα πιο φτωχά νοικοκυριά (με λιγότερο από 60% του διάμεσου εισοδήματος) να έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Συνδυαστικά, οι παραπάνω δείκτες δίνουν την εικόνα της λεγόμενης «στεγαστικής κρίσης».
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα, παρότι σαφής και αναγνωρίσιμη, δεν αφορά όλους το ίδιο. Ο βαθμός της επιβάρυνσης διαφέρει ανάλογα με το καθεστώς κατοικίας, την ηλικία και το μέγεθος του νοικοκυριού. Οι ενοικιαστές αντιμετωπίζουν την πιο σοβαρή πίεση, καθώς ξοδεύουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για στέγαση (6 στα 10 νοικοκυριά που νοικιάζουν ξοδεύουν πάνω από 40%) σε σχέση με τους ιδιοκτήτες, ακόμη και σε σχέση με εκείνους που εξοφλούν κάποιο στεγαστικό δάνειο. Όμως, και οι τελευταίοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Περίπου τα μισά νοικοκυριά με στεγαστικό δάνειο δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση. Αν και οι ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο είναι σχετικά λίγοι, περίπου 7% του συνόλου του πληθυσμού, η επιβάρυνσή τους είναι πολύ σημαντική.
Φαίνεται, επίσης, ότι οι ενοικιαστές κατοικούν συχνότερα σε πιο περιορισμένο χώρο. Ένας βασικός δείκτης είναι ο μέσος αριθμός δωματίων ανά άτομο: Στην Ελλάδα, οι ιδιοκτήτες απολαμβάνουν διαχρονικά καλύτερες συνθήκες στέγασης, καθώς σε κάθε ιδιοκτήτη αντιστοιχούν τουλάχιστον 1,2 δωμάτια ανά άτομο. Οι ενοικιαστές βρίσκονται σταθερά σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ακόμα, το πρόβλημα επηρεάζει δυσανάλογα τους ηλικιακά νεότερους, καθώς διαθέτουν χαμηλότερα εισοδήματα και περιορισμένη περιουσία. Το μέγεθος και η σύνθεση του νοικοκυριού παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο: Τα νοικοκυριά του ενός ατόμου παρουσιάζουν μεγάλη επιβάρυνση, ενώ τα μονογονεϊκά νοικοκυριά είναι σε ακόμη χειρότερη θέση. Σχεδόν 2 στα 3 μονογονεϊκά νοικοκυριά ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Όσα επιδεινώνουν το πρόβλημα
Για να σχεδιάσει όμως μια κυβέρνηση, ή κάποιοι επιμέρους φορείς, μια αποτελεσματική πολιτική για τη διαχείριση του προβλήματος και την άμβλυνση των επιπτώσεών του, πέρα από τη γενική εικόνα, χρειάζεται συστηματική μελέτη των σημαντικών παραγόντων. Η έρευνα ξεχωρίζει κάποιους από αυτούς, οι οποίοι φαίνεται ότι σχετίζονται με το πρόβλημα, και τους αναλύει διεξοδικά. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι σημαντικοί μόνο επειδή βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση, αλλά και επειδή αποτελούν τις βασικές «περιοχές», όπου θα πρέπει να εστιάσουν οι οργανωμένες, κρατικές ή άλλες, παρεμβάσεις. Στη συνέχεια, μπορείτε να διαβάσετε συνοπτικά κάποιες χρήσιμες πληροφορίες για καθέναν από αυτούς.
Ζήτηση από το εξωτερικό
Όπως φάνηκε παραπάνω, το πρόβλημα της πρόσβασης σε προσιτή στέγη άρχισε να γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό όταν οι κατοικίες στην Ελλάδα άρχισαν να προσελκύουν ισχυρή εξωτερική ζήτηση. Επομένως, αξίζει κάποιος να σταθεί περισσότερο σε αυτό το σημείο. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στο real estate έφτασαν περίπου τα 2 δισ. ευρώ το 2024. Παρότι ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει κατοικίες και εμπορικά ακίνητα, η έκταση των κεφαλαίων φανερώνει μια έντονη πίεση.
Στις ξένες επενδύσεις περιλαμβάνονται και οι αγορές μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα. Με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, οι αιτήσεις αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ τα σχετικά όρια για το 2024, μετά από αυξήσεις των τελευταίων ετών, διαμορφώθηκαν στις 400.000 ευρώ κατ’ ελάχιστο – σε περιοχές όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη, φτάνουν τις 800.000 ευρώ. Το πρόγραμμα ενίσχυσε σημαντικά τη ζήτηση για ακίνητα και επηρέασε τόσο τις κατοικίες όσο και τα εμπορικά ακίνητα. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς της μελέτης, το αυξημένο ενδιαφέρον για ακίνητα με αξία γύρω από τα όρια της Χρυσής Βίζας μπορεί επίσης να οδηγεί και σε τεχνητές ανατιμήσεις, δηλαδή κάποιοι ιδιοκτήτες να προσαρμόζουν την τιμή που ζητούν, ώστε να υπερβαίνει το σχετικό κατώφλι.
Ένας ακόμη παράγοντας πίεσης είναι η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, μέσω πλατφορμών όπως το Airbnb. Στις μεγάλες πόλεις ή σε άλλες περιοχές, που είναι συνήθως σαφώς γεωγραφικά προσδιορισμένες (π.χ. νησιά), πολλές κατοικίες αποσύρονται από τη μακροχρόνια αγορά και ακριβώς αυτή η μείωση της προσφοράς αυξάνει τα ενοίκια και δημιουργεί ευρύτερα προβλήματα, π.χ. με τη στέγαση γιατρών, εκπαιδευτικών, κλπ. Ωστόσο, η «εισαγόμενη» ζήτηση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις δύο μορφές, αλλά αφορά και πιο παραδοσιακές μορφές επενδύσεων και ανάπτυξης κατοικιών.
Χρηματοδότηση και δανεισμός
Οι ανισορροπίες γύρω από τη χρηματοδότηση επηρεάζουν έντονα την εικόνα της στέγασης στην Ελλάδα, τόσο από τη σκοπιά της ζήτησης όσο και της προσφοράς. Αφενός, οι τράπεζες χορηγούν πλέον πολύ λιγότερα στεγαστικά δάνεια σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση. Το 2024, οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν περίπου τα 1,4 δισ. ευρώ. Το 2006, το αντίστοιχο ποσό ξεπερνούσε τα 15,5 δισ. ευρώ. Η μεγάλη αυτή διαφορά έχει σχέση τόσο με τις συνέπειες της μεγάλης κρίσης στην οικονομική πίστη των νοικοκυριών, όσο και με πιο αυστηρούς κανόνες των ίδιων των τραπεζών για τη δανειοδότηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, περιορίζει τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αγοράσουν κατοικία. Επιπλέον, για την αντιμετώπιση της πληθωριστικής κρίσης, από το 2022 έως το τέλος του 2024, τα επιτόκια αυξήθηκαν σε όλη την Ευρωζώνη, και επομένως, ο δανεισμός έγινε ακριβότερος.
Δείτε αναλυτικά την έρευνα:
