Το δίκοπο μαχαίρι της αύξησης των επιτοκίων

Το δίκοπο μαχαίρι της αύξησης των επιτοκίων

Είναι διάχυτη η ελπίδα ότι η αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα τιθασεύσει τον επίμονο πληθωρισμό που πλήττει τους πολίτες της Ευρώπης, από την περίοδο του covid μέχρι σήμερα. Για διαφορετικούς λόγους, τότε και για διαφορετικούς λόγους σήμερα, ο επίμονος πληθωρισμός «τρώει» τα εισοδήματα, απαξιώνει τις οικονομίες των πολιτών και εκτοξεύει τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. 

Είναι όμως η αύξηση των επιτοκίων η απόλυτα ορθή λύση; Θα καταφέρει η ΕΚΤ με τις αναμενόμενες τρεις αυξήσεις επιτοκίων να επιτύχει τον σκοπό της; Ή μήπως αυτή η σχεδόν «αυτόματη» και μηχανική αντίδραση της ΕΚΤ, μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα;

Οι κεντρικές τράπεζες προχωρούν σε αύξηση των επιτοκίων κυρίως ως εργαλείο νομισματικής πολιτικής για να ελέγξουν τον πληθωρισμό και να διατηρήσουν τη σταθερότητα των τιμών στην οικονομία. Δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων είναι η συνταγή για να υποχωρήσουν οι τιμές και να επιβραδυνθεί η υπερθερμασμένη οικονομία.

Έτσι όταν οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών αυξάνονται πολύ γρήγορα, η κεντρική τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια για να «ψυχράνει» την οικονομία. Η αύξηση των επιτοκίων καθιστά τα καταναλωτικά, στεγαστικά ή επιχειρηματικά δάνεια πιο ακριβά. Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις τείνουν να δανείζονται λιγότερο και να ξοδεύουν λιγότερο. Η μείωση της συνολικής ζήτησης στην αγορά αναγκάζει τις τιμές να σταθεροποιηθούν ή να αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό, περιορίζοντας έτσι τον πληθωρισμό.

Το ίδιο συμβαίνει σε περιόδους έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Όταν δηλαδή υπάρχει ο κίνδυνος η οικονομία να «υπερθερμανθεί» λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης και της εκτίναξης -στα όρια της φούσκας- των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Η αύξηση των επιτοκίων λειτουργεί ως τροχοπέδη για να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη άνοδος των τιμών και η δημιουργία οικονομικών ανισορροπιών.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η αύξηση των επιτοκίων από την πλευρά των κεντρικών τραπεζών έχει νόημα όταν ο πληθωρισμός προέρχεται από υπερβολική ζήτηση σε ένα περιβάλλον έντονης οικονομικής ανάπτυξης. 

Όμως σήμερα δεν συμβαίνει αυτό. Ούτε υπερβολική ζήτηση έχουμε, ούτε βιώνουμε μια έντονη οικονομική ανάπτυξη. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Οι ανατιμήσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών και η αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, προκαλούνται από την ακριβότερη ενέργεια, την ανεπάρκεια βιομηχανικών πρώτων υλών, τη διαταραγμένη παγκόσμια παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα, τις γεωπολιτικές εντάσεις και την αβεβαιότητα. Δηλαδή το πρόβλημα του πληθωρισμού δεν οφείλεται στην υπερβολική ζήτηση, αλλά αντιθέτως στην χαμηλή και ασταθή προσφορά.

Θα γίνει άραγε φθηνότερη η ενέργεια μετά αύξηση των επιτοκίων; Θα καταστεί επαρκής η τροφοδοσία της βιομηχανίας με πρώτες ύλες μετά την αύξηση των επιτοκίων; Θα αποκατασταθεί η παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα μετά την αύξηση των επιτοκίων; Οι απαντήσεις είναι όχι, όχι και όχι. Και ναι, η άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει το κόστος του χρήματος και θα περιορίσει τη ζήτηση. Ωστόσο, δεν θα αποκαταστήσει τα προβλήματα, από τον πόλεμο στο Ιράν. 

Διότι τα υψηλά επιτόκια δεν θα ανοίξουν τα στενά του Ορμούζ, δεν θα στείλουν περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο στις αγορές, δεν θα αυξήσουν την παραγωγή λιπασμάτων και δεν θα αποκαταστήσουν την κανονικότητα της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας. Οπότε η άνοδος των επιτοκίων δεν θα αυξήσει την προσφορά.

Επομένως, η άνοδος των επιτοκίων θα οδηγήσει σε ένα περιβάλλον μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας.

Οι επιχειρήσεις που ήδη πλήττονται από το υψηλό κόστος παραγωγής, λόγω της ακριβής ενέργειας και της έλλειψης πρώτων υλών, θα δουν να αυξάνεται και το κόστος δανεισμού τους. Γεγονός που μπορεί να τις οδηγήσει σε περαιτέρω ανατιμήσεις των προϊόντων τους για να διατηρήσουν τα περιθώρια κερδοφορίας ή για να επιβιώσουν, τροφοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο τον πληθωρισμό. Χωρίς να αποκλείεται η περικοπή του μισθολογικού κόστους ως εναλλακτική επιλογή. Η οποία θα οδηγούσε σε απολύσεις. 

Φυσικά και οι κεντρικές τράπεζες δεν υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα του «πληθωρισμού κόστους» που προκαλείται από εξωγενείς αιτίες μπορεί να επιλυθεί από τη διαχείριση των επιτοκίων και μόνο. Αυξάνουν τα επιτόκια αφενός για υπάρξει αφενός μείωση της συνολικής ζήτησης και αφετέρου  πρόληψη της εκδήλωσης γενικευμένων πληθωριστικών προσδοκιών.

Εφόσον δεν μπορούν να παρέμβουν στην πλευρά της προσφοράς, όπως προαναφέρθηκε, οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να μειώσουν τη συνολική ζήτηση στην οικονομία. Αν ο κόσμος έχει λιγότερα χρήματα να ξοδέψει λόγω του υψηλότερου κόστους του χρήματος, η πίεση για αύξηση των τιμών μειώνεται, ακόμα και αν τα βασικά αίτια είναι εξωγενούς φύσεως.

Παράλληλα, εάν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις φοβηθούν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν για πάντα, αρχίζουν οι μεν πρώτοι να ζητούν αυξήσεις μισθών και οι δεύτερες προπληρωμές αγαθών. Αυτό δημιουργεί ένα σπιράλ «μισθών – τιμών». Οπότε τα υψηλά επιτόκια στέλνουν το μήνυμα ότι το σύστημα  είναι αποφασισμένο να σταθεροποιήσει τις τιμές, θέτοντας ένα τέλος σε αυτόν τον κύκλο των πληθωριστικών προσδοκιών.

Πως θα επηρεάσουν οι αυξήσεις των επιτοκίων τους δανειολήπτες, τους αποταμιευτές και τις επενδύσεις;

Όσον αφορά τους δανειολήπτες, το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων, ειδικά εκείνων με κυμαινόμενο επιτόκιο, αυξάνεται, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα νοικοκυριά με στεγαστικά, καταναλωτικά και μικρά επιχειρηματικά δάνεια επιβαρύνονται, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των διαθέσιμου εισοδήματος.

Όσον αφορά τους αποταμιευτές, ενώ θεωρητικά οι αποδόσεις των καταθέσεων θα έπρεπε να αυξάνονται, συχνά αυτό συμβαίνει με πολύ πιο αργό ρυθμό σε σχέση με την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.

Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση των επενδύσεων και της ανάπτυξης, γεγονός που δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες. Οι οποίες θα πρέπει να ισορροπήσουν μεταξύ της καταπολέμησης του πληθωρισμού και της αποφυγής εμφάνισης μιας ύφεσης.

Δημιουργεί η αύξηση των επιτοκίων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πρόβλημα στο Δημόσιο Χρέος της Ελλάδας και στα Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου; 

Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ τείνει να αυξάνει και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η Ελλάδα, λόγω της βελτίωσης της πιστοληπτικής της ικανότητας και της σταθερής δημοσιονομικής πορείας της, έχει καταφέρει να διατηρήσει τα «spreads», δηλαδή τη διαφορά απόδοσης των ελληνικών ομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά, σε σχετικά ελεγχόμενα επίπεδα. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους είναι «κλειδωμένο» με σταθερά επιτόκια, γεγονός που προστατεύει τον κρατικό προϋπολογισμό από άμεσες ανατιμήσεις στο κόστος εξυπηρέτησης του.