Δίκοπο μαχαίρι η επιλογή του αδύναμου δολαρίου για τον Λευκό Οίκο
Shutterstock
Shutterstock

Δίκοπο μαχαίρι η επιλογή του αδύναμου δολαρίου για τον Λευκό Οίκο

Η πολιτική του «αδύναμου δολαρίου», προωθήθηκε από τον πρόεδρο Τραμπ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της δεύτερης προεδρικής του θητείας, στα πλαίσια της στρατηγικής «America First». Η συγκεκριμένη πολιτική στοχεύει αφενός στην ενίσχυση της παραγωγής στο εσωτερικό των ΗΠΑ που έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια και αφετέρου στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος, που έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις. 

Η πτώση του δολαρίου, διότι δεν μιλάμε απλά για μια μικρή υποχώρηση, καταγράφεται μέσω του δείκτη δολαρίου US Dollar Index (DXY), όπως βλέπουμε και στο διάγραμμα που ακολουθεί. Ο DXY βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο τετραετίας με πτώση της τάξης του -11,4% μόνο μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο και -2% από τις αρχές του έτους. Η πτώση δεν προέκυψε με το πάτημα ενός κουμπιού από την πλευρά του Λευκού Οίκου. Αποτελεί ένα συνδυαστικό αποτέλεσμα της επιθετικής ρητορικής του προέδρου Τραμπ και του ρήγματος εμπιστοσύνης στις διεθνείς αγορές, απέναντι στην ακολουθούμενη αμερικανική οικονομική πολιτική. 

Διάγραμμα 52 εβδομάδων του US Dollar Index (DXY)

 

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι το δολάριο είναι «πολύ ισχυρό» και ότι η υποτίμησή του θα είναι ένα «εξαιρετικό νέο» για την αμερικανική οικονομία. Σε αυτήν την προσπάθειά του, εντάσσονται και οι έντονες πιέσεις και παρεμβάσεις προς τον πρόεδρο της Fed, για ταχύτερες και μεγαλύτερες μειώσεις των επιτοκίων. 

Παράλληλα με τη σαφώς εκπεφρασμένη πολιτική βούληση, οι αγορές αντιδρούν σε συγκεκριμένα δεδομένα, με ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα. Έτσι οι αγορές ήδη προεξοφλούν ότι ο κύκλος μείωσης των επιτοκίων από τη Fed θα συνεχιστεί μέχρι το επίπεδο του 3,25% ως το τέλος του 2026. Ταυτόχρονα παρακολουθούν το αυξανόμενο χρέος των ΗΠΑ καθώς και το νέο φορολογικό καθεστώς που δημιουργεί επιπλέον ελλείμματα, λόγω των φοροελαφρύνσεων και της απώλειας σημαντικών φορολογικών εσόδων. Οι εντάσεις με την Ευρώπη και οι απρόβλεπτες κινήσεις στην εξωτερική πολιτική έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη στο δολάριο, που αποτελούσε για δεκαετές το απόλυτο «ασφαλές καταφύγιο». Τέλος, οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως αγοράζουν χρυσό με ρυθμούς ρεκόρ, μειώνοντας την εξάρτησή των αποθεματικών τους, από το δολάριο.

Οι αναλυτές προβλέπουν ότι η κάθοδος του δολαρίου θα συνεχιστεί και μέσα στο 2026. Η Morgan Stanley και η JP Morgan προβλέπουν ότι ο US Index θα δοκιμάσει το επίπεδο του 94 μέσα στο έτος, από 96 που είναι σήμερα. Οι αγορές ανησυχούν ότι το φθηνό δολάριο θα αυξήσει το κόστος των εισαγωγών, καθιστώντας τον πληθωρισμό «επίμονο». Εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την Fed, να μειώσει τα επιτόκια στα επίπεδα που επιθυμεί ο Λευκός Οίκος. 

Πώς επηρεάζει το αδύναμο δολάριο την αμερικανική οικονομία; 

Ένα ασθενές δολάριο καθιστά τα αμερικανικά προϊόντα, φθηνότερα για τους ξένους αγοραστές. Αυτό αναμένεται να δώσει ώθηση στις πωλήσεις των αμερικανικών βιομηχανιών στο εξωτερικό. Επομένως, θα υπάρξει ενίσχυση των εξαγωγών.

Με τον ίδιο τρόπο τα εισαγόμενα προϊόντα γίνονται πιο ακριβά, γεγονός που θα ωθήσει τους Αμερικανούς καταναλωτές, στο να προτιμούν τα αντίστοιχα είδη που παράγονται εγχωρίως. Αυτό λειτουργεί συμπληρωματικά με την πολιτική των δασμών, ευνοώντας την «επιστροφή» των εργοστασίων και της βιομηχανικής παραγωγής στο αμερικανικό έδαφος. Επομένως, θα υπάρξει ενίσχυση της παραγωγής εντός των ΗΠΑ.

Σε μια παγκοσμιοποιημένη εφοδιαστική αλυσίδα, δεν είναι λίγες οι αμερικανικές βιομηχανίες, οι οποίες εισάγουν βιομηχανικές πρώτες ύλες, εξαρτήματα, ανταλλακτικά και μηχανήματα από το εξωτερικό. Το αδύναμο δολάριο αυξάνει επομένως το κόστος παραγωγής των τελικών προϊόντων «made in the USA», συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους, εφόσον δεν καταφέρουν να μετακυλήσουν το αυξημένο κόστος στον καταναλωτή. Άρα υπάρχει ο κίνδυνος για μείωση της κερδοφορίας μεγάλου τμήματος των εταιρειών βιομηχανικής παραγωγής.

Καθώς το δολάριο χάνει την αξία του σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, οι τιμές των εισαγόμενων αγαθών ανεβαίνουν. Αυτό προκαλεί ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει «επίμονος», χαρακτηριζόμενος ως «sticky», πάνω από το ανεκτό όριο του 2,0%, που έχει ορίσει η Fed. Επομένως, έχουμε το φαινόμενο του εισαγόμενου πληθωρισμού.

Ο μέσος Αμερικανός καταναλωτής βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να «συρρικνώνεται» όταν αγοράζει προϊόντα εισαγωγής, όταν αγοράζει τελικά προϊόντα που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές ή όταν ταξιδεύει εκτός ΗΠΑ, καθώς η μετατροπή του νομίσματος είναι πλέον ασύμφορη. Άρα έχουμε σαφή μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Η πίεση του Λευκού Οίκου προς τη Fed για χαμηλότερα επιτόκια ώστε να αποδυναμωθεί το δολάριο, δεν είναι σίγουρο ότι θα φέρει αποτελέσματα. Διότι η ενδεχόμενη άνοδος του πληθωρισμού λόγω του αδύναμου δολαρίου, μπορεί να αναγκάσει την ομοσπονδιακή τράπεζα να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα, με σκοπό να τον τιθασεύσει, κλιμακώνοντας τη σύγκρουση μεταξύ Λευκού Οίκου και Fed.

Το αδύναμο δολάριο μπορεί να αποθαρρύνει τους ξένους επενδυτές από το να αγοράζουν αμερικανικά ομόλογα, καθώς η απόδοσή τους στο δικό τους νόμισμα, που αποτελεί και νόμισμα αναφοράς, μειώνεται. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων και κατ' επέκταση του κόστους εξυπηρέτησης του ήδη τεράστιου χρέους του αμερικανικού δημοσίου.

Το «δίδυμο έλλειμμα», δηλαδή εμπορικό και δημοσιονομικό, το οποίο είχαμε γνωρίσει με επώδυνο τρόπο και στη χώρα μας, καθιστά το δολάριο ακόμα πιο ευάλωτο. Αν οι ξένοι επενδυτές απολέσουν την εμπιστοσύνη τους στο δολάριο ως «ασφαλές καταφύγιο» και παγκόσμιο «σημείο αναφοράς», τότε η διόρθωσή του μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο και να γίνει πιο απότομη και άτακτη.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι το αδύναμο δολάριο και ο υψηλός πληθωρισμός βοηθάει τις χώρες που έχουν υψηλά δημόσια χρέη. Αφού τα χρέη είναι ονομαστικά ποσά, για παράδειγμα $32 τρισ., οπότε μέσω του πληθωρισμού μειώνεται η πραγματική τους αξία. Ταυτόχρονα βελτιώνεται ο δείκτης χρέος προς ΑΕΠ, αφού ο πληθωρισμός «φουσκώνει» το ονομαστικό ΑΕΠ, ακόμα κι αν η πραγματική ανάπτυξη είναι μηδενική ή μικρή. Θεωρητικά, είναι ένας εύκολος τρόπος για να «μειωθεί» το βάρος του αμερικανικού δημοσίου χρέους. Ωστόσο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, χάνουν την αξία των χρημάτων τους οι καταθέτες, οι ομολογιούχοι και όλοι όσοι δεν διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία όπως ακίνητα, μετοχές και χρυσό. Διότι μόνο αυτά τα στοιχεία, αναπροσαρμόζουν «αυτόματα» τις τιμές τους.

Εντύπωση προκάλεσαν οι προχθεσινές δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ότι «οι ΗΠΑ θέλουν ένα ισχυρό δολάριο», την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος Τραμπ βρίσκει «εξαιρετική» την τρέχουσα τιμή του. Ο Μπέσεντ  διέψευσε παράλληλα, τις πληροφορίες για αμερικανική παρέμβαση στις συναλλαγματικές αγορές με σκοπό την ενίσχυση του ιαπωνικού γιεν. Δηλαδή μιλάμε για αντιφατικές δηλώσεις, που περισσότερο φοβίζουν παρά εφησυχάζουν τις διεθνείς αγορές. Αφού οι επενδυτές γνωρίζουν ότι το αδύναμο δολάριο αποτελεί μια ψήφος δυσπιστίας στην οικονομία των ΗΠΑ και στην ικανότητα της κυβέρνησης των ΗΠΑ.