Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας σηματοδότησε την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας. Η επόμενη πρόκληση, όμως, δεν αφορά μόνο την προσέλκυση περισσότερων ξένων κεφαλαίων. Αφορά τη δημιουργία περισσότερωνεγχώριων αποταμιεύσεων που θα μπορούν να χρηματοδοτούν διαχρονικά την ανάπτυξη της χώρας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα μακροχρόνιας αποταμίευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που περιορίζει τόσο την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών όσο και τη δυνατότητα της οικονομίας να χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της με περισσότερους εγχώριους πόρους.
Όπως επισημαίνει ο CEO της Alpha Asset Management ΑΕΔΑΚ, Παναγιώτης Αντωνόπουλος: «Η χώρα έχει ανακτήσει την οικονομική της αξιοπιστία. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι να ανακτήσει και την αποταμιευτική της βάση. Δεν μας λείπουν πλέον τα επενδυτικά προϊόντα· μας λείπει η συστηματική μακροχρόνια αποταμίευση».
Η Ελλάδα σε αριθμούς
- 1% του ΑΕΠ: τα συνταξιοδοτικά περιουσιακά στοιχεία δεύτερου και τρίτου πυλώνα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
- -9,3%: το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, έναντι μέσου όρου 8,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ.
- Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη μακροχρόνια αποταμίευση και στη συμμετοχή των πολιτών σε επενδυτικά προϊόντα.
Δεν λείπουν τα προϊόντα, αλλά η εμπιστοσύνη
Σύμφωνα με τον κ. Αντωνόπουλο, η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα πλήρες φάσμα σύγχρονων επενδυτικών λύσεων. Το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη συστηματική αποταμίευση και στη μακροπρόθεσμη επένδυση.
Παρά τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η εμπειρία της χρηματιστηριακής κρίσης του 1999 και της δημοσιονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας διαμόρφωσε, σύμφωνα με τον κ. Αντωνόπουλο, μια γενιά ιδιαίτερα επιφυλακτικών αποταμιευτών και επενδυτών. Παράλληλα, η οικονομική και επενδυτική παιδεία παραμένει περιορισμένη, καθώς η έννοια της συστηματικής αποταμίευσης, της διαφοροποίησης και του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού δεν καλλιεργείται ακόμη επαρκώς από μικρή ηλικία.
Την ίδια στιγμή, οι νεότερες γενιές εμφανίζονται περισσότερο εξοικειωμένες με τις χρηματοπιστωτικές αγορές, αξιοποιούν ψηφιακές επενδυτικές πλατφόρμες και προσεγγίζουν με μεγαλύτερη άνεση τη λογική της μακροχρόνιας επένδυσης, δημιουργώντας προϋποθέσεις για μια σταδιακή αλλαγή της επενδυτικής κουλτούρας στη χώρα.
Δημογραφικό: γιατί η συμπληρωματική αποταμίευση γίνεται ολοένα πιο σημαντική
Η ανάγκη ενίσχυσης της μακροχρόνιας αποταμίευσης συνδέεται άμεσα με τις δημογραφικές εξελίξεις. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση του εργατικού δυναμικού αυξάνουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν όλα τα συνταξιοδοτικά συστήματα διεθνώς.
«Το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα. Όμως η συμπληρωματική αποταμίευση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για όσους επιθυμούν να διατηρήσουν το επίπεδο διαβίωσής τους μετά τη συνταξιοδότηση», τονίζει ο κ. Αντωνόπουλος.
Παράλληλα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η διατήρηση ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης μετά τη συνταξιοδότηση επιτυγχάνεται ευκολότερα όταν η δημόσια σύνταξη συμπληρώνεται από οργανωμένους μηχανισμούς μακροχρόνιας αποταμίευσης, όπως τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Ο δεύτερος πυλώνας δεν υποκαθιστά τον πρώτο. Συμβάλλει στη βελτίωση του συνολικού ποσοστού αναπλήρωσης του εισοδήματος και βοηθά τους εργαζόμενους να προγραμματίζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια το μέλλον τους, αποφεύγοντας δυσάρεστες οικονομικές εκπλήξεις κατά τη μετάβαση από τον εργασιακό βίο στη συνταξιοδότηση.
Για έναν νέο εργαζόμενο, ακόμη και σχετικά μικρές αλλά συστηματικές αποταμιεύσεις μπορούν, μέσω της δύναμης του ανατοκισμού, να δημιουργήσουν σημαντικό κεφάλαιο σε βάθος δεκαετιών.
Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης μπορούν να συμβάλλουν και πέρα από το ασφαλιστικό
Το υπό διαβούλευση θεσμικό πλαίσιο για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης δημιουργεί σημαντικές προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα ασφάλισης. Η διεύρυνση της συμμετοχής μικρότερων επιχειρήσεων και η βελτίωση των κινήτρων για εργοδότες και εργαζομένους μπορούν να επιταχύνουν την ανάπτυξη των ΤΕΑ, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστούν σταθεροί κανόνες, φορολογική συνέπεια και απλές διαδικασίες συμμετοχής.
«Η επιτυχία θα κριθεί από τρεις βασικές προϋποθέσεις: σταθερό φορολογικό πλαίσιο, απλές διαδικασίες συμμετοχής και, πάνω απ' όλα, εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες δεν θα αλλάζουν διαρκώς», σημειώνει ο κ. Αντωνόπουλος, υπογραμμίζοντας πως πέρα από την ενίσχυση των μελλοντικών συντάξεων, η ανάπτυξη των ΤΕΑ μπορεί να συμβάλει και στην εμβάθυνση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς, καθώς σε ώριμες οικονομίες τα συνταξιοδοτικά ταμεία λειτουργούν ως σημαντικοί θεσμικοί επενδυτές, χρηματοδοτώντας επιχειρήσεις και έργα υποδομών με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η ενίσχυση των ΤΕΑ δεν δημιουργεί μόνο μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια για τους ασφαλισμένους. Δημιουργεί παράλληλα μια σταθερή δεξαμενή μακροπρόθεσμων εγχώριων επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία μπορούν να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις, έργα υποδομών, την καινοτομία και την πράσινη μετάβαση. Με τον τρόπο αυτό, η θεσμική αποταμίευση αποκτά διπλό αναπτυξιακό ρόλο: ενισχύει την οικονομική ανθεκτικότητα των πολιτών και ταυτόχρονα προσφέρει στην ελληνική οικονομία τα αναγκαία «επενδυτικά καύσιμα» για να στηρίξει διατηρήσιμη ανάπτυξη με μεγαλύτερη συμμετοχή εγχώριων πόρων.
Επενδύσεις και ευρύτερο οικονομικό αποτύπωμα
Ο κ. Αντωνόπουλος εκτιμά ότι η επόμενη δεκαετία μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την ανάπτυξη της μακροχρόνιας αποταμίευσης στην Ελλάδα: «Η ανάπτυξη των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης δεν αποτελεί μόνο μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Αποτελεί επένδυση στη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας αποταμίευσης και υπεύθυνης μακροπρόθεσμης επένδυσης. Αν θέλουμε σε δέκα χρόνια περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις να χρηματοδοτούνται από ελληνικά κεφάλαια, πρέπει από σήμερα να δημιουργήσουμε περισσότερους Έλληνες αποταμιευτές. Οι οικονομίες που αποταμιεύουν περισσότερο, επενδύουν περισσότερο. Και οι οικονομίες που επενδύουν περισσότερο, αναπτύσσονται πιο βιώσιμα».
