Η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία εισέρχεται σε μια νέα φάση. Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία συνεχών μεταρρυθμίσεων που ακολούθησαν τη χρηματοπιστωτική κρίση, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) εκτιμά ότι το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης έχει πλέον αποκτήσει τα απαραίτητα επίπεδα ανθεκτικότητας και ότι το επόμενο βήμα είναι η απλοποίηση των κανόνων χωρίς έκπτωση στην ασφάλεια του συστήματος.
Στην έκθεση που δημοσίευσε η EBA σημειώνει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες εμφανίζονται σήμερα σημαντικά ισχυρότερες σε σχέση με το 2014. Ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας αυξήθηκε στο 20,4% από 15,9%, ενώ ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,8%, αντανακλώντας τη συσσώρευση κεφαλαίων μέσω της ισχυρής κερδοφορίας των τελευταίων ετών.
Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ευρώπη έχουν περιοριστεί δραστικά, με τον δείκτη NPE να υποχωρεί στο 1,8% από 6,5% πριν από μία δεκαετία. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς οι ελληνικές τράπεζες αποτέλεσαν μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εξυγίανσης ισολογισμών μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων προβληματικών χαρτοφυλακίων.
Σημαντική είναι και η πρόοδος που καταγράφεται στο μέτωπο των υποχρεώσεων MREL, οι ελάχιστες απαιτήσεις κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που οφείλουν να διατηρούν οι τράπεζες.
Σύμφωνα με την EBA, οι επιλέξιμοι πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για απορρόφηση ζημιών και ανακεφαλαιοποίηση σε περίπτωση εξυγίανσης αυξήθηκαν στο 34,5% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού έως το τέλος του 2025. Η διαπίστωση αυτή αφορά άμεσα τις ελληνικές συστημικές τράπεζες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν αντλήσει δισεκατομμύρια ευρώ από τις αγορές μέσω εκδόσεων ομολόγων προκειμένου να καλύψουν τους στόχους που έχουν θέσει οι αρχές εξυγίανσης.
Παρότι η EBA χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο ισχυρό, επισημαίνει ότι έχει καταστεί εξαιρετικά περίπλοκο. Όπως αναφέρει, ορισμένες τράπεζες μπορεί να χρειάζεται να παρακολουθούν ταυτόχρονα έως και δέκα διαφορετικά εποπτικά «στρώματα» κεφαλαιακών και εξυγιαντικών απαιτήσεων, γεγονός που αυξάνει το κόστος συμμόρφωσης και δυσκολεύει την αξιολόγηση των πραγματικών κινδύνων.
Για τον λόγο αυτό, η EBA εισηγείται στοχευμένες παρεμβάσεις απλοποίησης. Μεταξύ άλλων, προτείνει τη δημιουργία ενός ενιαίου μακροπροληπτικού κεφαλαιακού αποθέματος που θα αντικαταστήσει μέρος των σημερινών αντικυκλικών και συστημικών αποθεμάτων ασφαλείας, ενώ εξετάζει τρόπους απλούστευσης του πλαισίου MREL και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ εποπτικών και εξυγιαντικών απαιτήσεων.
Για τις ελληνικές τράπεζες, οι προτάσεις αυτές δεν μεταφράζονται σε χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Αντίθετα, η EBA ξεκαθαρίζει ότι βασικός στόχος είναι να διατηρηθεί η ίδια συνολική ανθεκτικότητα του συστήματος, αλλά με λιγότερη πολυπλοκότητα, μεγαλύτερη διαφάνεια και χαμηλότερο διοικητικό κόστος. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό την εξυγίανση των ισολογισμών τους και επικεντρώνονται πλέον στην ανάπτυξη και τις διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους, η συζήτηση για ένα απλούστερο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
