Νέες απαιτήσεις για την αποτύπωση των κλιματικών κινδύνων, αλλά και σημαντική μείωση του διοικητικού κόστους προετοιμασίας, φέρνουν για τις ελληνικές τράπεζες τα πανευρωπαϊκά stress test του 2027, σύμφωνα με το νέο πλαίσιο που έθεσε σε διαβούλευση η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA).
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την ενσωμάτωση, για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο, των κλιματικών κινδύνων στην πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Η EBA προβλέπει ειδική ενότητα αξιολόγησης που θα εξετάζει τόσο τους κινδύνους μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα όσο και τους φυσικούς κινδύνους που συνδέονται με ακραία καιρικά φαινόμενα.
Σημειώνεται πως τα stress test του 2027 θα πραγματοποιηθούν σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν τους ισχυρότερους κεφαλαιακούς δείκτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, ενώ έχουν περιορίσει δραστικά το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε μονοψήφια ποσοστά.
Μετά την εξυγίανση των ισολογισμών τους και την επιστροφή σε υψηλή κερδοφορία, το ενδιαφέρον των εποπτικών αρχών μετατοπίζεται σταδιακά από τους παραδοσιακούς πιστωτικούς κινδύνους προς νέες πηγές κινδύνου, όπως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η προσαρμογή των οικονομιών στην πράσινη μετάβαση.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες σε πυρκαγιές, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Αυτό σημαίνει ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα κληθούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν επαρκή εργαλεία για τη μέτρηση και διαχείριση των κινδύνων που ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο τους δανειολήπτες όσο και τις εξασφαλίσεις των δανείων τους.
Παράλληλα, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι έχουν αυξήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια τη χρηματοδότηση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υποδομών και πράσινων επενδύσεων, στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης της οικονομίας. Η νέα μεθοδολογία θα απαιτήσει πιο αναλυτική χαρτογράφηση των κινδύνων που συνδέονται με αυτή τη μετάβαση, καθώς και της έκθεσης των δανειακών χαρτοφυλακίων σε κλάδους που ενδέχεται να επηρεαστούν από τις πολιτικές απανθρακοποίησης.
Αν και οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν θα επηρεάζουν ακόμη το βασικό αποτέλεσμα του stress test ούτε θα μεταφράζονται άμεσα σε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η εισαγωγή τους θεωρείται προπομπός μιας πιο μόνιμης ενσωμάτωσης των παραγόντων ESG στην τραπεζική εποπτεία. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες καλούνται από σήμερα να αναπτύξουν τις υποδομές και τα εργαλεία που θα τους επιτρέψουν να μετρούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τους κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή.
Μείωση κατά 55% των απαιτούμενων στοιχείων
Πέρα από το σκέλος των κλιματικών κινδύνων, η EBA προχωρά και σε σημαντική απλοποίηση της διαδικασίας των stress test. Συγκεκριμένα, προβλέπεται μείωση κατά περίπου 55% των απαιτούμενων στοιχείων που θα υποβάλλουν οι τράπεζες, με μεγαλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων που ήδη αποστέλλονται μέσω των τακτικών εποπτικών αναφορών.
Στόχος της αλλαγής είναι να περιοριστεί το διοικητικό βάρος, να μειωθούν οι επικαλύψεις και να βελτιωθεί η ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούν οι επόπτες. Για τις ελληνικές τράπεζες, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερο λειτουργικό κόστος προετοιμασίας και μικρότερη ανάγκη για έκτακτες συλλογές δεδομένων.
Τα προηγούμενα stress test απαιτούσαν χιλιάδες σημεία πληροφόρησης και σημαντική κινητοποίηση προσωπικού από τις διευθύνσεις διαχείρισης κινδύνων, οικονομικών υπηρεσιών και κανονιστικής συμμόρφωσης. Η νέα προσέγγιση αναμένεται να μειώσει το λειτουργικό βάρος χωρίς να περιορίζει την αυστηρότητα της άσκησης.
Τα αποτελέσματα των stress test θα συνεχίσουν να αποτελούν βασική εισροή στη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (SREP) του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), επηρεάζοντας τη συνολική εποπτική εικόνα των τραπεζών και, εμμέσως, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους.
Το μήνυμα της EBA είναι σαφές: τα stress test της επόμενης γενιάς δεν θα εξετάζουν μόνο την ανθεκτικότητα των τραπεζών απέναντι σε ύφεση, ανεργία ή πτώση των τιμών των ακινήτων, αλλά και απέναντι στις οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Για τις ελληνικές τράπεζες, που έχουν αφήσει πίσω τους την κρίση των κόκκινων δανείων και εισέρχονται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, η πρόκληση δεν θα είναι πλέον μόνο η κεφαλαιακή επάρκεια, αλλά και η δυνατότητα ποσοτικοποίησης και διαχείρισης κινδύνων που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν εκτός του πυρήνα της τραπεζικής εποπτείας.
