ΔΝΤ για ελληνικές τράπεζες: Οι συστάσεις για τους servicers και τον «Ηρακλή»

ΔΝΤ για ελληνικές τράπεζες: Οι συστάσεις για τους servicers και τον «Ηρακλή»

Οι ελληνικές τράπεζες είναι καλά προετοιμασμένες για να αντιμετωπίσουν ακόμα και τα δυσμενέστερα σενάρια που μπορεί να προκύψουν μια οικονομική κρίση, σημειώνει το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεση του για την Ελλάδα, προσθέτοντας πως παραμένουν οι προκλήσεις για την πορεία του χρηματοπιστωτικού κλάδου στη χώρα μας, ιδιαίτερα εν μέσω της γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Το Ταμείο σημειώνει πως η ελληνική αγορά κυριαρχείται από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες έχουν προχωρήσει σε σημαντική εξυγίανση των περιουσιακών τους στοιχείων μέσω της τιτλοποίησης και της πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) από το 2019. Σήμερα διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς, κερδοφορία και ρευστότητα, χάρη στη βάση καταθέσεων χαμηλού κόστους και στα δάνεια προς εγχώριες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Ακόμα, το Ταμείο σημειώνει πως οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφανίζουν σήμερα ισχυρή κερδοφορία, υψηλή ρευστότητα και σημαντικά βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού, μετά τη μεγάλη εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» και των τιτλοποιήσεων που ακολούθησαν από το 2019 και μετά.

Η εικόνα απέχει πλέον σημαντικά από τα χρόνια της ελληνικής κρίσης χρέους, όταν τα NPLs είχαν εκτοξευθεί σε ακραία επίπεδα και οι τράπεζες βρίσκονταν αντιμέτωπες με σοβαρά προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Σύμφωνα με την έκθεση, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων κορυφώθηκε στο 49% το 2017, ενώ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 είχε υποχωρήσει στο 3,3%.

Servicers, «Ηρακλής» και εποπτικός ρόλος

Ωστόσο, το Ταμείο υπογραμμίζει πως το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί από την οικονομία, αλλά έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος, στους servicers και στα funds που διαχειρίζονται πλέον τα χαρτοφυλάκια αυτά.

«Περίπου 2,9 εκατομμύρια δάνεια από 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός τραπεζικού συστήματος, κάτι που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα πιστωτικής επέκτασης προς νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις» σημειώνεται στην έκθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΔΝΤ αναφέρει πως οι servicers «διαχειρίζονται προβληματικά περιουσιακά στοιχεία που αντιστοιχούν στο 37,4% του ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2025, τα περισσότερα από τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα δάνεια (31,2% του ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2025)».

Παράλληλα, το ΔΝΤ συστήνει στην Αθήνα: «οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να εκπονούν ετήσια έκθεση πιστοποιημένη από τον Ελεγκτή των Δημοσίων Λογαριασμών και να διευκολύνουν την πρόσβαση σε επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη του προγράμματος «Ηρακλής» μέσω online πλατφόρμας.

Ακόμα, το Ταμείο προτείνει την ενίσχυση της εποπτείας των servicers. «Η Τράπεζα της Ελλάδος, θα πρέπει να εστιάσει περισσότερο στην απόδοση και την ικανότητα των φορέων αυτών να διαχειρίζονται μεγάλο αριθμό δανειοληπτών». 

Συμπληρώνεται πως η ΤτΕ θα πρέπει να απαιτεί από τους servicers «να αυξηθεί η ένταση και ο αντίκτυπος της επιτόπιας εποπτείας, μεταξύ άλλων σε θέματα όπως η ακρίβεια των ποινικών χρεώσεων που επιβάλλουν οι διαχειριστές πιστωτικών υπηρεσιών».

«Ασφάλεια» για τα stress test

Το ΔΝΤ «τρέχει» από τον Ιούνιο του 2025 σενάριο stress test για τις ελληνικές τράπεζες, σε δύο εκδοχές.

Το σενάριο ύφεσης χαρακτηρίζεται από μια συγχρονισμένη παγκόσμια επιβράδυνση, η οποία ενισχύεται από την κρίση του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη.

Το γεωπολιτικό σενάριο χαρακτηρίζεται από την περαιτέρω κλιμάκωση των γεωπολιτικών συγκρούσεων, η οποία αυξάνει τη μεταβλητότητα των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και διαταράσσει τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, με μεγάλες αρνητικές διαταραχές στο εμπόριο, τις τιμές και τους δασμούς να επιβραδύνουν την ανάπτυξη.

Και στα δύο σενάρια, η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας περιορίζει την εξωτερική ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές και τουρισμό.

  • Στο σενάριο ύφεσης, η Ελλάδα βιώνει επιβράδυνση, με το πραγματικό ΑΕΠ να σημειώνει σωρευτική πτώση κατά -8,4% κατά τα δύο πρώτα έτη, την ανεργία να αυξάνεται στο 15,5% και τον πληθωρισμό να μειώνεται στο -0,15%.
  • Στο γεωπολιτικό σενάριο, η σωρευτική πτώση του ΑΕΠ κατά τα δύο πρώτα έτη προβλέπεται να ανέλθει σε -6,8%, η ανεργία αυξάνεται στο 13% και ο πληθωρισμός επιταχύνεται στο 4,9%.

Το Ταμείο υπογραμμίζει πως και στα δύο σενάρια οι συστημικές τράπεζες αναμένεται να δεχθούν μόνο περιορισμένη μείωση κεφαλαίου, στη χειρότερη περίπτωση.

«Στο υφεσιακό σενάριο ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 μειώνεται κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στο χαμηλότερο σημείο, λόγω των υψηλότερων ζημιών από δάνεια και των χαμηλότερων μη τοκοφόρων εσόδων, ιδίως των αμοιβών και προμηθειών, καθώς και των ζημιών από την αγορά. 

Στο γεωπολιτικό σενάριο, ο δείκτης CET1 μειώνεται κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, κυρίως λόγω των υψηλότερων ζημιών από δάνεια, σε συνδυασμό με τη μείωση των μη τοκοφόρων εσόδων. 

Σε αυτό το σενάριο, τα έσοδα από τόκους επωφελούνται από την άνοδο των επιτοκίων και την ισχυρή βάση καταθέσεων, γεγονός που μετριάζει τη μετακύλιση στα επιτόκια καταθέσεων. Όλοι οι συστημικές τράπεζες θα παραμείνουν άνετα πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις κεφαλαιακού αποθέματος σε όλα τα σενάρια» σημειώνει η έκθεση.

Στεγαστικό

Η έκθεση κάνει εκτενή αναφορά και στο ζήτημα της στέγασης, υπογραμμίζοντας ότι ο αριθμός των δανειοληπτών που συνεχίζουν να βρίσκονται υπό διαχείριση εκτός τραπεζών έχει άμεσες συνέπειες στη δυνατότητα των τραπεζών να επεκτείνουν ξανά τη στεγαστική πίστη, καθώς ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών παραμένει αποκλεισμένο από νέο τραπεζικό δανεισμό είτε λόγω παλαιών οφειλών είτε λόγω χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας.

Το Ταμείο υποστηρίζει ακόμα πως  οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν ιδιαίτερα επιφυλακτικές στα στεγαστικά δάνεια, ακολουθώντας πολύ αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. 

Η στρατηγική αυτή εξηγείται από την προσπάθεια διατήρησης της ποιότητας ενεργητικού αλλά και από τη μεγάλη εμπειρία της κρίσης χρέους, όταν τα στεγαστικά NPLs είχαν εκτοξευθεί. Σήμερα, οι τράπεζες προτιμούν να διοχετεύουν κεφάλαια κυρίως σε μεγάλες επιχειρήσεις, έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και εταιρικά δάνεια με υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση.

Τα ρίσκα

Γενικότερα για τον ελληνικό χρηματοπιστωτικό κλάδο, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι παραμένουν κυρίως εξωγενείς και σχετίζονται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό, τις κυβερνοεπιθέσεις αλλά και τη μεγάλη συγκέντρωση δανείων σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. 

Σύμφωνα με την έκθεση, οι δέκα μεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις των συστημικών τραπεζών αντιστοιχούν στο 81% του συνολικού Tier 1 κεφαλαίου τους, γεγονός που δημιουργεί αυξημένους κινδύνους συγκέντρωσης.