Ο αυταρχισμός της ελευθερίας του λόγου δεν είναι η απάντηση στη λογοκρισία
Shutterstock
Shutterstock

Ο αυταρχισμός της ελευθερίας του λόγου δεν είναι η απάντηση στη λογοκρισία

Γράφει η Jess Jill 

 

Με την άνοδο των μεγάλων τεχνολογικών εταιριών και της κρατικής επιτήρησης, οι φίλοι της ελευθερίας υπερασπίστηκαν την ελευθερία του λόγου ως θεμελιώδη αξία. Με τη βρετανική κυβέρνηση να συλλαμβάνει άτομα που κάνουν τραβηγμένα αστεία και την αμερικανική κυβέρνηση να λογοκρίνει την κατά τη γνώμη της παραπληροφόρηση, οι ελευθεριακοί των δικαιωμάτων του πολίτη ανέλαβαν τον αγώνα για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου και της αγοράς των ιδεών. 

Ωστόσο, φαίνεται ότι ακόμη και η ευγενής υπόθεση της πάλης για την ελευθερία του λόγου δεν είναι ασφαλής έναντι της κατάληψής της από τον κρατισμό. Τα τελευταία χρόνια, το κράτος χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο την ελευθερία του λόγου ως ένα πέπλο για να περιορίσει την ατομική ελευθερία. Για να το πετύχει αυτό, δημιουργεί μια σύγχυση ως προς την έννοια της ελευθερίας του λόγου. 

Η πραγματική ελευθερία του λόγου είναι ένα «αρνητικό δικαίωμα»: Είναι το δικαίωμα να είσαι ελεύθερος από τον οποιονδήποτε που περιορίζει τη χρήση του σώματός σου και της ιδιοκτησίας σου για την επικοινωνία σου με άλλους. Το κράτος όμως αντιμετώπισε την ελευθερία του λόγου ως ένα «θετικό δικαίωμα», ενεργώντας σαν να έχουν οι άνθρωποι το δικαίωμα να επικοινωνούν χρησιμοποιώντας την περιουσία των άλλων (ακόμα και παρά τη θέλησή τους). 

Αυτό μπορεί να φανεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η κυβέρνηση έχει επεκτείνει τις εξουσίες της για να διασφαλίσει ότι οι «προστατευμένες φιλοσοφικές πεποιθήσεις» δεν μπορούν να υφίστανται διακρίσεις βάσει του νόμου περί ισότητας του 2010. Πέρυσι, ένα δικαστήριο απασχόλησης έκρινε ότι ήταν παράνομο για έναν οργανισμό να απολύσει την ερευνήτρια Maya Forstater επειδή είχε πεποιθήσεις κριτικές ως προς το φύλο. Σχετικά με την απόφαση, η Forstater δήλωσε ότι: «Η υπόθεσή μου έχει σημασία για όλους όσους πιστεύουν στη σημασία της αλήθειας και της ελευθερίας του λόγου». 

Επιπλέον, έχουν αυξηθεί οι εκκλήσεις για ρύθμιση των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης των μεγάλων τεχνολογικών εταιριών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια αυξανόμενη ζήτηση από τους συντηρητικούς για τη θέσπιση νόμων για την ελευθερία του λόγου στο Twitter. Αν και αυτό έχει μετριαστεί από την πρόσφατη εξαγορά της πλατφόρμας από τον Έλον Μασκ, χρησιμεύει ως μια ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης για το πώς εκείνοι που υποτίθεται ότι αγαπούν την ελευθερία θα έβλεπαν με χαρά το κράτος να επιβάλλει τον λόγο. 

Όταν οι εταιρείες κάνουν κάτι τόσο γελοίο όσο το να λογοκρίνουν άτομα επειδή είπαν κάτι τόσο απλό όσο να αναφερθούν σε ένα άτομο με τις αντωνυμίες με τις οποίες γεννήθηκε, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για επιβαλλόμενη από το κράτος ελευθερία του λόγου. 

Πρώτον, αυτό εξακολουθεί να δίνει στο κράτος την εξουσία να καθορίζει τι θεωρείται αποδεκτό να λέει κανείς στην κοινωνία. Για παράδειγμα, όπως επιβεβαίωσαν τα Twitter Files, η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για πολλή από την πολιτική λογοκρισία που έχουμε δει. Οι Συντηρητικοί θα πρέπει να επικεντρωθούν στο να το σταματήσουν αυτό, όχι να εμπλέξουν ακόμη περισσότερο το κράτος. Το κράτος δεν πρέπει να έχει το μονοπώλιο του λόγου, ανεξάρτητα από το αν αυτό συμβαίνει για να τον προστατεύσει ή να τον απαγορεύσει, καθώς είναι βέβαιο ότι θα κάνει λάθη είτε από διαφθορά είτε από αμέλεια. 

Δεύτερον, γιατί η ελευθερία του λόγου θα πρέπει να υπερβαίνει την ελευθερία μιας εταιρείας να επιλέγει ποιον θα απασχολεί, σε ποιον θα παρέχει υπηρεσίες ή θα συνδέεται με άλλον τρόπο; Οι ελευθεριακοί αναγνωρίζουν πώς οι νόμοι κατά των διακρίσεων περιορίζουν άδικα την ελευθερία των ιδιοκτητών ακινήτων να χρησιμοποιούν την περιουσία τους όπως τους βολεύει. Ομοίως, θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι νόμοι που απαγορεύουν στις εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης να κάνουν διακρίσεις βάσει γνώμης δεν πρέπει να αποτελούν εξαίρεση σε αυτό. Το κράτος δεν πρέπει να έχει ρόλο στην υπεράσπιση των όσων έχει να πει ένα άτομο. 

Όπως δήλωσε η Ayn Rand στην ομιλία της «The Fascist New Frontier» (Το νέο σύνορο του φασισμού): 

«Ελευθερία του λόγου σημαίνει ελευθερία από παρεμβάσεις, καταστολές ή τιμωρητικές ενέργειες από το κράτος - και τίποτα άλλο. Δεν σημαίνει το δικαίωμα να απαιτεί κανείς την οικονομική υποστήριξη ή τα υλικά μέσα για να εκφράσει τις απόψεις του σε βάρος άλλων ανθρώπων που μπορεί να μην επιθυμούν να τον υποστηρίξουν. Η ελευθερία του λόγου περιλαμβάνει την ελευθερία του ατόμου να μην συμφωνεί, να μην ακούει και να μην υποστηρίζει τους διανοητικούς του ανταγωνιστές. Ένα ‘δικαίωμα’ δεν περιλαμβάνει την ουσιαστική εφαρμογή αυτού του δικαιώματος από άλλους ανθρώπους, αλλά μόνο την ελευθερία να κερδίσει κανείς αυτή την εφαρμογή με τη δική του προσπάθεια». 

Είναι σημαντικό οι φίλοι της ελευθερίας να κατανοήσουν ότι η ελευθερία του λόγου σημαίνει ελευθερία από την ανάμιξη του κράτους στην ελευθερία του λόγου, όπως ορίζει η Πρώτη Τροπολογία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ελευθεριακοί δεν μπορούν να αντιταχθούν σε άτομα που λογοκρίνονται ή ακόμη και απολύονται για αμφιλεγόμενες απόψεις. Απλώς δεν πρέπει να φέρουν το κράτος σε αυτή την υπόθεση. 

Το μποϊκοτάζ, η απεργία και η γενική διαμαρτυρία είναι όλοι τρόποι στη διάθεση των αγωνιστών της ελευθερίας για να πολεμήσουν ενάντια σε οργανώσεις που κάνουν διακρίσεις σε βάρος ατόμων για τις απόψεις τους. Στην πραγματικότητα, είδαμε μέσω της εξαγοράς του Twitter από τον Elon Musk ότι η ελευθερία του λόγου μπορεί να προστατευτεί με επιτυχία μέσω της ελεύθερης αγοράς, καθώς ο Musk έχει καταστήσει το Twitter πλατφόρμα ελευθερίας. 

Η χρήση της ελεύθερης αγοράς είναι μια πολύ καλύτερη λύση από τον κρατικό καταναγκασμό. 

 

* Η Jess Jill είναι στέλεχος του Προγράμματος Henry Hazlitt για την Εκπαιδευτική Δημοσιογραφία του Foundation for Economic Education.  

** Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 17 Φεβρουαρίου 2023 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και τη συνεργασία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών