field_kentriki_fotografia
Μετεγκατάσταση ή ενοποίηση; Οι τράπεζες στην Ευρώπη μετά το Brexit

Του Algirdas Brochard*

Ο φόβος ότι η χρηματοπιστωτική βιομηχανία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορέσει να διεξάγει πλήρως όλες τις σημερινές μετά το Brexit, πανευρωπαϊκές της λειτουργίες έχει παρακινήσει διάφορα ιδρύματα με έδρα το Λονδίνο να κάνουν σχέδια για τη μετακίνηση κάποιων θέσεων εργασίας στην ηπειρωτική Ευρώπη ή την Ιρλανδία. Αυτή η μετακίνηση όμως δεν θα συνιστά μια πλήρη μετεγκατάσταση, αλλά μια ενίσχυση των ήδη υπαρχουσών θυγατρικών των τραπεζών στην ΕΕ.

Ο James Gorman, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Morgan Stanley πρόσφατα δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αρέσει στη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Συγκεκριμένα, της αρέσει η φιλελεύθερη νοοτροπία της χώρας που αντανακλάται στο φορολογικό και δικαστικό της σύστημα, η γεωγραφική θέση της Βρετανίας ανάμεσα στην Ασία και την Αμερική, και, ίσως το σημαντικότερο απ' όλα, το γεγονός ότι τα αγγλικά είναι η επίσημη γλώσσα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Jamie Dimon, διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της JP Morgan εξήγησε ότι “η συγκέντρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στο Λονδίνο είναι τεράστια αποτελεσματική για ολόκληρη την Ευρώπη”. Καθώς η αναπαραγωγή αυτού του μοναδικού πλαισίου συνεπάγεται μεγάλες δυσκολίες, το Λονδίνο θα συνεχίσει να είναι ένα από τα πρωτεύοντα χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου τουλάχιστον για τα επόμενα δέκα με είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τον John Cryan, διευθύνοντα σύμβουλο της Deutsche Bank.

Ενώ ο ρόλος του Λονδίνου ως ενός από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά κέντρα του κόσμου δεν απειλείται άμεσα, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να μετεγκαταστήσουν κάποιες από τις λειτουργίες τους στην ΕΕ. Σε ό,τι αφορά λειτουργείες που πρέπει να διεξάγονται στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, οι τράπεζες πιθανότατα θα ενισχύσουν τις λειτουργίες τους στις θυγατρικές τους στην ΕΕ. Η JP Morgan για παράδειγμα έχει δηλώσει ότι έως 4.000 από τους 16.000 υπαλλήλους της μπορεί να μετεγκατασταθούν στα διευρυμένα της γραφεία στη Φρανκφούρτη, το Δουβλίνο και το Λουξεμβούργο. Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών της Morgan Stanley, Jonathan Pruzan δήλωσε ότι τα ευρωπαϊκά γραφεία της εταιρίας θα επεκταθούν μετά το Brexit. Το ίδιο ισχύει και για την Citigroup η οποία διευκρίνισε ότι, μολονότι η έδρα των χρηματιστηριακών της λειτουργιών θα είναι στη Φρανκφούρτη, θα διασπείρει τις άλλες τις επιχειρήσεις στο Παρίσι, το Δουβλίνο, το Λουξεμβούργο, το Άμστερνταμ, και τη Μαδρίτη.

Λίγο μετά το περσινό δημοψήφισμα για το Brexit, το Παρίσι ξεκίνησε μια επιθετική εκστρατεία για να προσελκύσει τις θέσεις εργασίας του City του Λονδίνου. Ο Πρόεδρος της περιοχής των Παρισίων δήλωσε ότι η Γαλλία θα στρώσει το “κόκκινο, άσπρο και μπλε χαλί” για τους τραπεζίτες του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο νέος πρωθυπουργός της Γαλλίας, Edouard Philippe, δήλωσε ότι θέλει να καταστήσει το Παρίσι “το νούμερο ένα χρηματοπιστωτικό κέντρο στην Ευρώπη μετά το Brexit”. Μετά όμως από αρκετές επαφές μεταξύ Γάλλων αξιωματούχων και επικεφαλής μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι μόνες τράπεζες που ανακοίνωσαν ότι θα μετακινήσουν θέσεις εργασίας στο Παρίσι είναι αυτές που ήδη έχουν ισχυρή παρουσία εκεί. Η HSBC για παράδειγμα ανακοίνωσε ότι θα μετακινήσει στην πρωτεύουσα μέχρι 1.000 θέσεις εργασίας. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η HSBC έχει ήδη μια ισχυρή παρουσία στη χώρα μέσα από την εξαγορά της Credit Commercial de France το 2000. Οι γαλλικές τράπεζες ΒΝΡ και Societe Generale επιβεβαίωσαν με τη σειρά τους ότι θα μετακινήσουν 300 έως 400 θέσεις εργασίας στην εγχώρια αγορά τους.

Προς το παρόν, η φήμη της εχθρικής στάσης της Γαλλίας έναντι του χρηματοπιστωτικού τομέα (υψηλοί φόροι, άκαμπτος εργασιακός κώδικας, γραφειοκρατία, συχνές απεργίες καθώς και το φράγμα της γλώσσας) δεν έχει αποθαρρύνει τις προσπάθειες της νέας διακυβέρνησης. Πράγματι, αφού υποσχέθηκε κατά την προεκλογική του εκστρατεία να μειώσει τους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές και να μεταρρυθμίσει το σύστημα φόρου περιουσίας της χώρας, ο πρώην τραπεζικός της Rothchild και νυν Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δήλωσε πρόσφατα ότι θα καταργήσει τον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή επί των αμοιβών των εργαζόμενων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ότι θα ακυρώσει την σχεδιαζόμενη για το 2018 επέκταση του φόρου χρηματοπιστωτικών μεταβιβάσεων και ότι θα διασφάλιζε ότι τα μπόνους δεν θα λαμβάνονται πλέον υπόψη στην κρίση των εργατικών δικαστηρίων για άδικες απολύσεις.

Έτσι, ο μεγαλύτερος νικητής του Brexit προς το παρόν φαίνεται να είναι η Φρανκφούρτη. Παρά το γεγονός ότι στεγάζει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Deutsche Borse Group, έναν από τους κορυφαίους διαχειριστές χρηματηστηριακών αγορών και αγορών παραγώγων παγκοσμίως, η γερμανική χρηματοπιστωτική πρωτεύουσα δεν διαθέτει τα πολιτιστικά θέλγητρα των Παρισίων και του Λονδίνου, και οι εργασιακοί νόμοι είναι άκαμπτοι. Για παράδειγμα, ένας δικηγόρος εργασιακού δικαίου με έδρα τη Φρανκφούρτη δήλωσε ότι ένας έμπειρος τραπεζικός που κερδίζει 1,5 εκατομμύρια δολάρια συνολικής αμοιβής, στο Λονδίνο θα απολυόταν κανονικά με αποζημίωση ύψους 150.000 δολαρίων, αλλά το κόστος αυτό θα έφτανε τις 10 με 15 φορές αυτό το ποσό στην Φρανκφούρτη.

Μέχρι τώρα, πέρα από την Deutsche Bank που θα αναπαράγει το σύστημα εργασιών της στο Λονδίνο στην Φρανκφούρτη, και οι Mizuho, Nomura, Daiwa, Sumitomo Mitsui Financial, UK Chartered, Morgan Stanley και Citygroup έχουν επιλέξει την πόλη αυτή ως τη νέα τους βάση για την ΕΕ - και αναμένονται ανάλογες ανακοινώσεις από την JP Morgan και την Goldman Sachs. Τούτου δοθέντος, οι τράπεζες θα επιχειρήσουν να μετακινήσουν κατά προτεραιότητα μόνο τις λειτουργίες τους που αναγκαστικά πρέπει να λαμβάνουν χώρα εντός της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Citygroup ανακοίνωσε ότι μόλις 150 άτομα από τα 6.000 του προσωπικού της στο Ηνωμένο Βασίλειο θα μετακινηθούν στην Φρανκφούρτη και σε άλλα γραφεία στην ΕΕ.

Μια ακόμη πόλη που φαίνεται να επωφελείται από το Brexit είναι το Δουβλίνο. Η πρωτεύουσα της Ιρλανδίας ήδη αποτελούσε στόχο για εταιρίες που εξέταζαν την μετεγκατάσταση του προσωπικού τους σε λιγότερο δαπανηρούς προορισμούς. Χάρη στο γεγονός ότι το ιρλανδικό νομικό σύστημα είναι παρόμοιο με το αντίστοιχο του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι το Δουβλίνο είναι στην ίδια ζώνη ώρας με το Λονδίνο, και η φυσική πρώτη γλώσσα στην Ιρλανδία είναι τα αγγλικά, η JP Morgan ανακοίνωσε τον Μάιο ότι αγόρασε ένα νέο κτίριο γραφείων που μπορεί να στεγάσει μέχρι και 1.000 άτομα προσωπικό. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη της Ernst & Young, από τις 222 μεγαλύτερες εταιρίες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του Λονδίνου, μέχρι σήμερα οι 19 έχουν ανακοινώσει ότι θα μετακινηθούν στο Δουβλίνο, 18 στη Φρανκφούρτη και 11 στο Λουξεμβούργο. Το Λουξεμβούργο μάλιστα αναμένεται επίσης να επωφεληθεί από το Brexit, γνωρίζοντας όμως τα διάφορα μειονεκτήματά του, όπως η μικρή του έκταση, προσπαθεί να προβληθεί ως ένα συμπληρωματικό στο Λονδίνο χρηματοπιστωτικό κέντρο, και όχι ως ανταγωνιστής.

Τέλος, ένα τελευταίο πράγμα που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι ο ανταγωνισμός για τη μετεγκατάσταση δεν είναι μόνο μεταξύ του Λονδίνου και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Ο Richie Boucher, διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας της Ιρλανδίας αναγνωρίζει ότι “σε ό,τι αφορά την επενδυτικές τραπεζικές υπηρεσίες, η αρχική υπόθεση είναι ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ του Λονδίνου και κάποιου άλλου ευρωπαϊκού κέντρου είναι ως ένα βαθμό αφελής. Ο ανταγωνισμός θα είναι μεταξύ του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης”. Καθώς το κόστος της επιχειρηματικότητας στην Ευρώπη πρόκειται να αυξηθεί, η χρηματοπιστωτική βιομηχανία μπορεί να εξετάσει τη μετακίνηση του δυναμικού της στην Αμερική ή την Ασία.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 2 Αυγούστου 2017 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του European Policy Information Center και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.