field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock
Η παρακμή της ανάπτυξης

*Γράφει ο Scott Sumner

Το καλοκαίρι που μας πέρασε εξέφρασα τη θλίψη μου για την πρόσφατη έλλειψη καλών ειδήσεων:

«Στο τελευταίο μέρος του 20ού αιώνα, μου απολάμβανα να διαβάζω ειδησεογραφικά μέσα όπως ο Economist, οι Financial Times, η Wall Street Journal και η Far Eastern Economic Review. Αυτές οι πηγές ειδήσεων επικεντρώνονταν σε ζητήματα δημόσιας πολιτικής, και ιδιαίτερα σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα.

Κατά τις δεκαετίες αυτές τα καλά νέα κυριαρχούσαν, καθώς η μια χώρα μετά την άλλη εγκατέλειπε τον αυταρχισμό και βάδιζε προς τη δημοκρατία. Σχεδόν κάθε ανεπτυγμένη χώρα έκανε σημαντικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις. Πολλές ανεπτυγμένες χώρες ιδιωτικοποίησαν κρατικές επιχειρήσεις και απελευθέρωσαν τις τιμές και την παραγωγή. Ανακοινώθηκαν συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Η μετανάστευση άνοιξε. Βλέπαμε τη μία οικονομική μεταρρύθμιση μετά την άλλη. Ο πληθωρισμός μειώθηκε. Η δημοκρατία ήταν σε δυναμική πορεία στη Λατινική Αμερική, την Ανατολική Ευρώπη και αλλού.

Τώρα διαβάζω αυτά τα ειδησεογραφικά μέσα με μια κουρασμένη ανησυχία. Ξέρω ότι δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να βρω εκεί ούτε μία καλή είδηση, παρά μόνο αμέτρητες ιστορίες για την άνοδο του εθνικισμού, του αυταρχισμού, του μιλιταρισμού, του κρατισμού, της ξενοφοβίας, κ.λπ. Η μία αντιπαραγωγική οικονομική πολιτική μετά την άλλη. Ο κόσμος εξακολουθεί να προοδεύει από άποψη τεχνολογίας, με έξυπνες εφευρέσεις όπως το iPhone. Αλλά στα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα φαίνεται ότι τα νέα είναι ανελέητα άσχημα».

Ο Economist δημοσίευσε ένα νέο άρθρο με υπότιτλο “How the West fell out of love with economic growth” (Πώς η Δύση έπαψε να είναι ερωτευμένη με την οικονομική ανάπτυξη).

«Ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύθηκε το 2020 από τον αείμνηστο Alberto Alesina, οικονομολόγο στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, και συναδέλφους του στο ΔΝΤ και στο Πανεπιστήμιο Georgetown μέτρησε τη σημασία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (όπως τις αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο) με την πάροδο του χρόνου. Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, οι πολιτικοί στις προηγμένες οικονομίες εφάρμοσαν ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων μεταρρυθμίσεων, κάνοντας τις οικονομίες τους πιο ευέλικτες. Μέχρι τη δεκαετία του 2010, ωστόσο, είχαν χάσει τη δυναμική τους: οι μεταρρυθμίσεις ουσιαστικά σταμάτησαν.

Η ανάλυση από πλευράς μας των δεδομένων από την Παγκόσμια Τράπεζα καταδεικνύει  ότι η πρόοδος έχει επιβραδυνθεί ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια, και μπορεί ακόμη και να έχει αντιστραφεί. Η αμερικανική κυβέρνηση εισήγαγε 12.000 νέους κανονισμούς το 2021, αριθμός που αποτελεί αύξηση σε σχέση με τα τελευταία χρόνια. Από το 2010 έως το 2020 οι δασμολογικοί περιορισμοί των πλούσιων χωρών στις εισαγωγές διπλασιάστηκαν. Η Βρετανία ψήφισε και εφάρμοσε το Brexit. Άλλες χώρες έχουν στραφεί κατά της μετανάστευσης. Το 2007 σχεδόν 6 εκατομμύρια άνθρωποι μετανάστευσαν σε προηγμένες οικονομίες. Το 2019 ο αριθμός μειώθηκε σε μόλις 4 εκατομμύρια».

Ο Economist αναφέρει μια σειρά από πιθανές εξηγήσεις, αλλά κατά την άποψή μου παραβλέπει την πιο σημαντική – τη στροφή ενάντια στην ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς τις τελευταίες δεκαετίες. Το ερώτημα δεν είναι τόσο «Γιατί οι κυβερνήσεις αγνοούν τις καλές ιδέες των οικονομολόγων;», αλλά μάλλον το, «Γιατί οι οικονομολόγοι έχουν στραφεί ενάντια σε πολιτικές που ευνοούν την ανάπτυξη σε ένα ευρύ φάσμα τομέων;».

Μεταξύ των οικονομολόγων αυξάνεται η υποστήριξη για παρεμβατικές πολιτικές σε τομείς όπως η ρύθμιση της αγοράς εργασίας, η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, τα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο και τις επενδύσεις, τα δημοσιονομικά κίνητρα και οι αντιαναπτυξιακές φορολογικές πολιτικές. Ιδέες του τέλους του 20ου αιώνα, όπως η μεταρρύθμιση της πρόνοιας, η φορολογική μεταρρύθμιση από την πλευρά της προσφοράς, ο δημοσιονομικός συντηρητισμός και η παγκοσμιοποίηση γίνονται όλο και λιγότερο δημοφιλείς μεταξύ των οικονομολόγων.

Υπάρχουν διάφοροι πιθανοί τρόποι που αυτή η αλλαγή στην ιδεολογία μπορεί να σχετίζεται με την άνοδο των αντιαναπτυξιακών πολιτικών:

1. Οι δύο αλλαγές μπορεί να είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους.

2. Οι οικονομολόγοι μπορεί να προσκολλώνται ευκαιριακά σε μια αλλαγή στο πνεύμα των καιρών, λέγοντας στους διαμορφωτές πολιτικής αυτό που θέλουν να ακούσουν.

3. Οι οικονομολόγοι μπορεί να αντιδρούν στα ίδια πλαισιωμένα γεγονότα με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και να ερμηνεύουν τις επιπτώσεις αυτών των γεγονότων με παρόμοιο τρόπο.

Κλίνω προς την τρίτη άποψη. Πιστεύω ότι ήταν λάθος για τους οικονομολόγους να κινηθούν προς μια πιο κρατιστική κατεύθυνση, αλλά πιστεύω επίσης ότι η κίνηση αυτή ήταν μια ειλικρινής (αν και άστοχη) απάντηση σε μια σειρά από αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του σοκ στην Κίνα, των απωλειών θέσεων εργασίας στη μεταποίηση λόγω της τεχνολογίας, της αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας, των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και της παγκόσμιας αύξησης του εθνικισμού.

Υπάρχουν μερικές λάμψεις ελπίδας στον ορίζοντα. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν όλο και περισσότερο YIMBY (Yes In My Back Yard) πολιτικές όπως η κατασκευή περισσότερων σπιτιών και η περισσότερων πυρηνικών σταθμών. Η πρόσφατη άνοδος του πληθωρισμού υπενθύμισε στον κλάδο των οικονομολόγων τη σημασία των κλασικών ιδεών όπως το κόστος ευκαιρίας των κρατικών δαπανών. Και οι οικονομολόγοι δεν έχουν εγκαταλείψει εντελώς το ελεύθερο εμπόριο.

--

*Ο Scott Sumner είναι οικονομολόγος, διευθυντής του προγράμματος νομισματικής πολιτικής στο Mercatus Center at George Mason University, ερευνητής στο Independent Institute και καθηγητής του Bentley University στο Waltham της Μασαχουσέτης.


**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 11 Ιανουαρίου 2023 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια της Library of Economics and Liberty και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.