Ευρωπαϊκή ασφάλεια - Πώς να μιλάμε γι' αυτήν, και πώς όχι

Ευρωπαϊκή ασφάλεια - Πώς να μιλάμε γι' αυτήν, και πώς όχι

Του Dalibor Rohac

Ένα από τα παράδοξα των διατλαντικών σχέσεων είναι ότι διαδοχικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ συστηματικά ενθαρρύνουν τους Ευρωπαίους να κάνουν περισσότερα στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, και ευλόγως. Όποτε όμως οι Ευρωπαίοι αποκάλυψαν πρωτοβουλίες που στοχεύουν ακριβώς σ' αυτό, αντιμετωπίστηκαν με απαξίωση και κριτική από την Αμερική και από διαπρεπείς ατλαντιστές... Δεν θα αντιγράφουν αυτές οι δομές τις ήδη υπάρχουσες εντός του ΝΑΤΟ, υπονομεύοντας έτσι την διαλειτουργικότητα; Και μια Ευρώπη πραγματικά αυτόνομη σε θέματα άμυνας εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ;

Αυτές οι ανησυχίες δεν καθησυχάζονται με δηλώσεις από Ευρωπαίους ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν και η Άγκελα Μέρκελ ότι η συμμαχία είναι «εγκεφαλικά νεκρή» και ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να «βασίζεται πλήρως» στις ΗΠΑ για την ασφάλειά της. Σύμφωνα με μια νέα, πρακτικά προσανατολισμένη έκθεση των Erik Brattberg και Tomas Valasek από το Carnegie είναι ώρα να πέσουν οι τόνοι:

«Οι ΗΠΑ πρέπει να υποδεχθούν θετικά την προοπτική ενός ισχυρότερου ρόλου της ΕΕ σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Αν οι ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες σχεδιαστούν και εκτελεστούν επιτυχώς, μπορεί να συμβάλλουν σημαντικά στην ενίσχυση του ΝΑΤΟ συνεισφέροντας περισσότερες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις και προωθώντας επενδύσεις σε καινοτόμες αμυντικές τεχνολογίες».

Οι κριτικές που διατυπώνονται έναντι νέων πρωτοβουλιών όπως η PESCO και η EDF είναι πειστικότερες όταν καταδεικνύουν τις προοπτικές να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία ευρωπαϊκού προστατευτισμού. Χώρες και προμηθευτές εκτός της ΕΕ μπορεί να αποτραπούν από το να συμμετέχουν σε πολλές από τις νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Αν δούμε τη μεγάλη εικόνα, αυτό είναι ένα σχετικά ήσσονος σημασίας ζήτημα το οποίο η συμμαχία οφείλει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μέσω υποχωρήσεων στο εμπόριο και το ρυθμιστικό πλαίσιο. Ούτε το πρόβλημα της τεχνικής διαλειτουργικότητας είναι ανυπέρβλητο - αντιθέτως, και τα δύο αυτά είναι ζητήματα καλής βούλησης και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η έκθεση του Carnegie, που αξίζει κανείς να τη διαβάσει ολόκληρη, διατυπώνει συστάσεις τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Ευρωπαίους αρμόδιους για τη χάραξη της πολιτικής. Οι Αμερικανοί θα πρέπει να απομακρυνθούν από τις συνήθεις ανακλαστικές αντιδράσεις τους έναντι της ευρωπαϊκής συνεργασίας άμυνας και ασφάλειας, οι οποίες συχνά βασίζονται σε μια ιδεολογικής προέλευσης δυσπιστία έναντι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Οι Ευρωπαίοι αντιθέτως πρέπει να αποφύγουν την πολωτική ορολογία και ρητορική που παρουσιάζει την ήπειρο απέναντι στις ΗΠΑ και να επιδιώξουν την αναπλαισίωση της στρατηγικής αυτονομίας Ευρώπης ως συμβολή της προς τη διατλαντική συμμαχία και όχι ως σημάδι κατάρρευσής της. Ο ευρωπαϊκός λόγος θα πρέπει να είναι πρακτικός, όχι υπερφιλόδοξος, εστιασμένος σε ζητήματα ικανοτήτων και αποτελεσματικότητας - και για προφανείς λόγους, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να κρατηθεί όσο γίνεται κοντύτερα στις όποιες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

Κοιτάζοντας πέρα από την ίδια την έκθεση, η όποια ενίσχυση των αμυντικών ικανοτήτων της Ευρώπης δεν μπορεί να διεξαχθεί χωριστά από μια ευρύτερη συζήτηση για τη φύση των απειλών που αντιμετωπίζει σήμερα η Δύση - που υπερβαίνουν κατά πολύ τις συμβατικές μορφές πολέμου και περιλαμβάνουν φαινόμενα όπως οι εκστρατείες παραπληροφόρησης και οι προσπάθειες χρήσης βρώμικων χρημάτων για τον άμεσο ή έμμεσο επηρεασμό των πολιτικών ελίτ της Δύσης. Σε μια περίοδο μεγάλων διαφωνιών ανάμεσα στην ΕΕ και της ΗΠΑ, η αποτελεσματική αντιμετώπιση των παράνομων χρηματικών ροών στα τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά μας συστήματα από κλεπτοκρατικό καθεστώτα θα μπορούσε για παράδειγμα να αποτελέσει ένα σημαντικό ενοποιητικό σημείο για τους αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής στις ΗΠΑ και την Ευρώπη που επιδιώκουν την υπεράσπιση των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Όσο πιο γρήγορα η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αρχίσουν να εστιάζουν σε μια τέτοια εποικοδομητική ατζέντα, τόσο καλύτερες θα είναι και οι προοπτικές της συμμαχίας στον 21ο αιώνα.

--
Ο Dalibor Rohac είναι ερευνητής στο American Enterprise Institute (AEI) όπου μελετά τις ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές τάσεις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 26 Νοεμβρίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του American Enterprise Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.