Να εισέλθει στο ΝΑΤΟ η Κύπρος ή όχι;

Ο κ. Τσίπρας μας είπε ότι δεν πρέπει να εισέλθει η Κύπρος στο ΝΑΤΟ, επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για την ίδια την Κύπρο. Καταρχήν δεν υπάρχει μια τέτοια συζήτηση. Εκτός αν αυτή μας διαφεύγει. Επίσης, η είσοδος μιας χώρας στο ΝΑΤΟ προϋποθέτει την αποδοχή της αίτησης από όλα τα μέλη. Δηλαδή και από την Τουρκία! Θα μπορούσε να γίνει μόνο σε περίπτωση μιας συνολικής λύσης του Κυπριακού. Είτε ο κ. Τσίπρας είπε κάτι για να το πει, είτε θέλησε να μας δώσει συγκαλυμμένα «την είδηση».

Σε έναν κόσμο που δύο μεγάλοι πόλεμοι είναι σε εξέλιξη, τα πράγματα είναι ρευστά. Κι οι δύο πόλεμοι, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, επηρεάζουν τους άμεσα εμπλεκόμενους στο Κυπριακό. Χωρίς να έχει λοιπόν ξεκαθαρίσει το τοπίο, είναι δύσκολο να αναλάβει κάποιος πρωτοβουλίες προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση. Η Τουρκία, για παράδειγμα, αισθάνεται πιεζόμενη. Δεν γνωρίζει αν θα βγει κερδισμένη ή χαμένη στο τέλος με την μεσοβέζικη στάση της. Η Ελλάδα και η Κύπρος από την άλλη έχουν πάρει σαφή και ξεκάθαρη στάση στα γεγονότα, ελπίζουν σε νίκη της Δύσης και περιμένουν στη συνέχεια να δουν πώς αυτό μπορεί να εξαργυρωθεί. Οπότε δεν βλέπουμε πώς θα φτάσουμε σήμερα σε μια συμφωνία για το Κυπριακό, η οποία με τη σειρά της θα άνοιγε τον δρόμο στην είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Αφήστε που με όλα αυτά που γίνονται δεν ξέρουμε αν αύριο θα υπάρχει ΝΑΤΟ.

Αυτό που πραγματικά με προβληματίζει είναι ότι τρεις πρώην πρωθυπουργοί συναγωνίζονται με τον νυν πρωθυπουργό για το ποιος θα είναι ο καλύτερος στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων, όταν το ζητούμενο είναι να γίνει καλή διαχείριση απ’ αυτόν που έχει σήμερα την ευθύνη. Δηλαδή από τον νυν πρωθυπουργό. Άλλωστε, οι πρώην πρωθυπουργοί είχαν την ευκαιρία τους να αποδείξουν τις ικανότητές τους στο πεδίο επί των ημερών τους. Ξέρουμε όλοι πόσο ικανοί ή ανίκανοι υπήρξαν στη διαχείριση των εθνικών μας θεμάτων.

Δεν έχει νόημα η συζήτηση, όπως αυτή διεξάγεται. Θα είχε νόημα να προσφέρουν οι πρώην στον κοινό σκοπό τα φώτα τους και τις όποιες επαφές είχαν δημιουργήσει επί των ημερών τους. Εκτός αν το επιχείρησαν και τους το αρνήθηκε ο κ. Μητσοτάκης. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική είναι διαχείριση ανθρώπων και δυνατοτήτων. Ο κ. Μητσοτάκης θα μπορούσε να έχει καθιερώσει μια άτυπη συνάντηση με τους τρεις πρώην πρωθυπουργούς σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κέρδος θα ήταν για όλους.

Ίσως έτσι αρχίζαμε να κτίζουμε μία ενιαία αντίληψη, τουλάχιστον στα εθνικά θέματα. Όχι μόνο με τους πρώην, αλλά και με τους αρχηγούς των υπόλοιπων κομμάτων. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εμφανίζεται δίχως ενιαία γραμμή. Θα ρωτήσει κάποιος τι θα συμβεί αν οι συναντήσεις αυτές εργαλοποιηθούν από αρχηγούς ακραίων κομμάτων. Τότε ο κ. Μητσοτάκης θα έχει το δικαίωμα να συνεχίσει χωρίς αυτούς. Αλλά δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική της χώρας να αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.

Επίσης, χρειάζεται σοβαρότητα όταν μιλάμε για τα εθνικά μας θέματα. Αρχηγοί κομμάτων και πρώην πρωθυπουργοί δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούν για μικροκομματικούς σκοπούς. Πράγματα που για άλλους είναι αυτονόητα για μας είναι το ζητούμενο.

Θα πει κάποιος ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει ένα δίκιο. Τι να συζητήσει με ανθρώπους που ζητούν να διακόψουμε τη στρατηγική μας συμμαχία με το Ισραήλ. Σωστό είναι αυτό ως επιχείρημα. Αλλά και ο ελληνικός λαός θα πρέπει να γνωρίζει από την άλλη. Ποιοι αντιμετωπίζουν υπεύθυνα τα θέματα της ασφάλειάς του και ποιοι όχι. Διότι ο κ. Μητσοτάκης θα ρωτούσε ευθέως τον κ. Τσίπρα, για παράδειγμα, αν έχει αντιρρήσεις με τη σημερινή εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Τι θα του απαντούσε ο κ. Τσίπρας; Ότι αν ήταν σήμερα πρωθυπουργός θα διέκοπτε τις σχέσεις της χώρας με το Ισραήλ και ότι θα έκλεινε τις αμερικανικές βάσεις; Μα επι των ημερών του άνοιξε η βάση της Αλεξανδρούπολης και οι Ισραηλινοί λένε ακόμη και σήμερα τα καλύτερα για την μεταξύ τους συνεργασία!

Δεν ξέρουμε αν η Κύπρος θα εισέλθει κάποτε στο ΝΑΤΟ. Ξέρουμε όμως ότι χρειάζεται να έχουμε μια στρατηγική ως χώρα για το τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε να κάνουμε και να μας συμβεί.

Θανάσης Μαυρίδης

[email protected]