Στις επιπτώσεις που προκαλούν οι ενεργειακές διαταραχές λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή προς τις αγορές της Ελλάδας, της Ευρώπης αλλά και ευρύτερα στην παγκόσμια οικονομία αναφέρεται σε συνέντευξή της στο Liberal η Τζίλιαν Μποκάρα, διευθύντρια του τμήματος LNG, φυσικού αερίου και ενέργειας στην Kpler, της γνωστής trade intelligence πλατφόρμας που παρέχει πληροφορίες για το παγκόσμιο εμπόριο και τη ναυτιλία.
Η κ. Μποκάρα σημειώνει την ενεργειακή σημασία που έχει η ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και υπογραμμίζει πως τα μεγαλύτερα προβλήματα από το «πάγωμα» των ενεργειακών ροών αντιμετωπίζουν η Κίνα και η Νότια Ασία.
Σχετικά με την Ευρώπη, η ίδια κάνει λόγο για τη μεγάλη εξάρτηση που έχει η περιοχή σε εισαγωγές αεροπορικών καυσίμων (40%) ενόψει και της καλοκαιρινής τουριστικής περιόδου.
Για την Ελλάδα, υποστηρίζει πως θα χρειαστεί να εξασφαλίσει ποσότητες αργού πετρελαίου και εκτός του Ιράκ, η παραγωγική ικανότητα του οποίου δοκιμάζεται έντονα από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, για το σύνολο του 2025, το Ιράκ ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου για τη χώρα, με περίπου το 1/3 των συνολικών εισαγωγών.
Σε ερώτηση για το πώς θα διαμορφωθούν οι ενεργειακές τιμές στο σενάριο που ο πόλεμος θα τελείωνε αύριο, η κ. Μποκάρα αναφέρει πως «οποιαδήποτε ομαλοποίηση των τιμών θα είναι σταδιακή και αργή. Είναι απίθανο να δούμε πλήρη επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα βραχυπρόθεσμα».
Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Βέλμαχο
Πόσο σημαντική είναι η περιοχή που βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά; Και σε ποιο βαθμό έχουν μειωθεί οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την έναρξη του πολέμου;
Τα υγρά καύσιμα που διακινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ αντιστοιχούσαν στο 26% της παγκόσμιας αγοράς υγρών καυσίμων το 2025. Όσον αφορά το LNG, οι ροές από το Κατάρ και τα ΗΑΕ αντιστοιχούσαν στο 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG.
Σε ό,τι αφορά το LNG, κανένα πλοίο (είτε έμφορτο είτε άδειο) δεν έχει διασχίσει τα Στενά από τις 28 Φεβρουαρίου. Στην περίπτωση των υγρών καυσίμων, πολύ λίγα δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου ή προϊόντων έχουν περάσει από τα Στενά. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται συσσώρευση αποθεμάτων στον Κόλπο της Μέσης Ανατολής ενόψει πιθανών μειώσεων στην παραγωγή.
Ποιος πιστεύετε ότι θα είναι ο αντίκτυπος στις ενεργειακές τιμές εάν ο πόλεμος διαρκέσει για μερικές ακόμη εβδομάδες; Και ποιος εάν διαρκέσει για μήνες; Με άλλα λόγια, ποια είναι τα καλύτερα και τα χειρότερα σενάρια για τις αγορές;
Από την πλευρά του LNG, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση σοκ προσφοράς, καθώς όγκοι αφαιρούνται από την αγορά. Εάν η διαταραχή διαρκέσει 4 εβδομάδες (αν και οι πρόσφατες εξελίξεις υποδηλώνουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την επανεκκίνηση της παραγωγής και των φορτώσεων), εκτιμούμε ότι περίπου 6 εκατ. τόνοι LNG θα αφαιρεθούν από την αγορά.
Πριν την έναρξη του πολέμου, αναμέναμε ετήσια αύξηση σχεδόν 40 εκατ. τόνων στην παγκόσμια αγορά LNG. Μια μικρότερη αύξηση της τάξης των 34 εκατ. τόνων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ομαλοποίηση των τιμών, μόλις αποκατασταθεί η παραγωγή στο Κατάρ και τα φορτία μπορέσουν να διέλθουν ξανά από τα Στενά.
Ωστόσο, η άνοδος των τιμών, με αιχμή τις ασιατικές τιμές LNG που προσελκύουν επιπλέον φορτία για να αντικαταστήσουν τις ποσότητες από το Κατάρ, είναι πιθανό να διατηρήσει ένα υψηλό premium στην αγορά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν η Ευρώπη χρειάζεται LNG για την πλήρωση των αποθεμάτων της.
Πόσο εξαρτημένη είναι σήμερα η Ευρώπη αναφορικά με τις ενεργειακές προμήθειες από τη Μέση Ανατολή;
Και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε αυτή η κρίση να επηρεάσει τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη στην ήπειρο;
Στο LNG, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει το 8% των αναγκών της από τον Κόλπο της Μέσης Ανατολής. Στα υγρά καύσιμα, το ποσοστό ανέρχεται στο 6%.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ότι η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγωγές καυσίμων αεροπορίας (jet fuel) φτάνει το 40%, γεγονός που σημαίνει ότι ενδέχεται να υπάρξουν ευρύτερες επιπτώσεις στη λειτουργία των διυλιστηρίων και στο μείγμα αργών πετρελαίων που εισάγονται, προκειμένου να μειωθεί η έκθεση τους.
Πέρα από την άμεση εξάρτηση από εισαγωγές, ο αντίκτυπος του πολέμου στις διεθνείς τιμές αναφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι αυτός που τελικά θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις. Εάν η κατάσταση δεν εξομαλυνθεί γρήγορα, αναμένεται να υπάρξουν επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την κατανάλωση και την οικονομική ανάπτυξη.
Ο κλάδος της αεροπορίας θα χρειαστεί να συνεργαστεί με τους προμηθευτές του προκειμένου να διαφοροποιήσει τις εισαγωγές καυσίμων αεροπορίας στην Ευρώπη. Παράλληλα, οι προμηθευτές θα πρέπει να αξιολογήσουν τη δυνατότητα παραγωγής jet fuel εντός Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, ποιες επιπτώσεις μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενες διαταραχές στην προμήθεια ενέργειας, ιδίως όσον αφορά το ιρακινό αργό πετρέλαιο;
Η Ελλάδα θα χρειαστεί να ανταγωνιστεί για την εξασφάλιση εναλλακτικών ποσοτήτων αργού πετρελαίου και να αξιολογήσει ποιοι τύποι αργού αποτελούν την καταλληλότερη αντικατάσταση για τα διυλιστήριά της, χωρίς να προκληθούν ζημιές ή να απαιτηθούν σημαντικές προσαρμογές στη λειτουργία τους.
Ποιες χώρες είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί;
Η Ασία συνολικά είναι η πιο εκτεθειμένη περιοχή, και ιδιαίτερα η Νότια Ασία και η Κίνα.
Η Ινδία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το LNG του Κατάρ και των ΗΑΕ (57% των εισαγωγών το 2025), ενώ το 40% των εισαγωγών υγρών καυσίμων προέρχεται από τον Κόλπο της Μέσης Ανατολής. Συνεπώς, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος υποκατάστασης καυσίμων ή καταστροφής ζήτησης.
Η Κίνα έχει επίσης μεγάλη έκθεση στην περιοχή (30% για LNG και 40% για υγρά καύσιμα), αλλά σε αντίθεση με την Ινδία διαθέτει σημαντικά αποθέματα τόσο σε LNG/αέριο όσο και σε υγρά καύσιμα. Έτσι, ο αντίκτυπος αναμένεται να είναι λιγότερο άμεσος και θα γίνει αισθητός κυρίως εάν η διαταραχή διαρκέσει για αρκετούς μήνες.
Ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε αύριο, ποια είναι η μεσοπρόθεσμη προοπτική για τις ενεργειακές τιμές; Θα μπορούσαμε να δούμε επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα;
Λόγω των ζημιών που έχουν σημειωθεί σε αρκετά διυλιστήρια και εγκαταστάσεις παραγωγής τις τελευταίες ημέρες, οποιαδήποτε ομαλοποίηση των τιμών θα είναι σταδιακή και αργή. Είναι απίθανο να δούμε πλήρη επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα βραχυπρόθεσμα.
Σε ποιο βαθμό επηρεάζει αυτή η σύγκρουση το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών και πώς μπορεί αυτό να μεταφραστεί στο κόστος ζωής για καταναλωτές και επιχειρήσεις;
Τα ναύλα των δεξαμενόπλοιων έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη του πολέμου, καθώς τα πλοία αποφεύγουν τα Στενά του Ορμούζ, ενώ τα ασφάλιστρα έχουν εκτοξευθεί.
