Τραμπ, Ιράν και η επόμενη μέρα: Τι πραγματικά διακυβεύεται
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
Δ. Τριανταφύλλου

Τραμπ, Ιράν και η επόμενη μέρα: Τι πραγματικά διακυβεύεται

«Θέλουμε, δεν θέλουμε, στον πόλεμο αυτό έχουμε εμπλακεί όλοι» δηλώνει ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Τριανταφύλλου, θέτοντας το ερώτημα αποκλιμάκωση ή αποδυνάμωση του Ιράν. Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Τριανταφύλλου σκιαγραφεί, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, τα διλήμματα για την Ευρώπη σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική υπερισχύει της παγκοσμιοποίησης και αναλύει τι θα σήμαινε μία αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών χωρίς να έχουν «τελειώσει τη δουλειά» - δηλαδή να οδηγήσουν το ιρανικό καθεστώς σε διαπραγμάτευση όσο το δυνατόν πιο αποδυναμωμένο ώστε να αποδεχθεί όσα στο παρελθόν απέρριπτε και να μην διατηρήσει την επίφαση νίκης.

Εντάσσοντας τον πόλεμο στο Ιράν ως μέρος της υψηλής στρατηγικής των ΗΠΑ προς ανάσχεση της κινεζικής επιρροής, ο Δημήτρης Τριανταφύλλου αναδεικνύει τους κινδύνους για την περιφερειακή και παγκόσμια ασφάλεια και οικονομία εάν το Ιράν εξέλθει από τον πόλεμο διατηρώντας στρατιωτικές δυνατότητες και επιρροή μέσω δικτύων πληρεξουσίων στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο επισημάνει πως η Ευρώπη, με άμεσα συμφέροντα στα Στενά του Ορμούζ, οφείλει να λάβει θέση και να τοποθετηθεί σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται ριζικά. Το μέλλον του ΝΑΤΟ, μαζί με τις εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές για τη μείωση της εξάρτησης από σημεία συμφόρησης όπως το Ορμούζ, θα είναι τα μεγάλα ζητήματα της επόμενης μέρας. 

Το διακύβευμα είναι τέτοιο που δεν υπάρχει περιθώριο ουδετερότητας έναντι αυτού του πολέμου, επισημαίνει ουσιαστικά ο κ. Τριανταφύλλου. Όσον αφορά την Ελλάδα, σημειώνει ότι η χώρα παραδοσιακά κινείται παράλληλα με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες -διότι ο πάροχος ασφάλειας είναι η Αμερική, και αυτό δεν αλλάζει-, εξηγώντας ότι άλλη ρεαλιστική επιλογή δεν υφίσταται πέραν της στήριξης, δίχως άμεση εμπλοκή, των Ηνωμένων Πολιτειών και παράλληλα του Ισραήλ, με γνώμονα την άμυνα και την ενέργεια, και τον παράγοντα Τουρκία.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης 

Κύριε Τριανταφύλλου, ποια είναι η εκτίμησή σας για την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν και ποια είναι η συνολική εικόνα που τον περιβάλλει; 

Είναι εμφανές ότι αμφότερες οι πλευρές επιχειρούν, είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων, να βρουν έναν τρόπο αποκλιμάκωσης, δεδομένων των συνεπειών του πολέμου που για κάθε πλευρά είναι σαφώς διαφορετικές. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες ο πόλεμος σχετίζεται με την παγκόσμια οικονομία και το κύρος τους, ενώ για το Ιράν συνδέεται με την επιβίωση του καθεστώτος.

Εκ μέρους του Ιράν, η αναζήτηση αυτή της αποκλιμάκωσης αποτυπώνεται ιδιαίτερα σε δηλώσεις και γραπτά κείμενα των πιο μετριοπαθών φωνών. Είτε πρόκειται για την ανοιχτή επιστολή του προέδρου του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, είτε για το πρόσφατο άρθρο στο Foreign Affairs του Τζαβάντ Ζαρίφ, πρώην υπουργού Εξωτερικών του Ιράν και βασικού διαπραγματευτή της συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα, διαφαίνεται ότι ενδεχομένως κάτι κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. 

Για να κατανοήσουμε τη γενική εικόνα, πρέπει ωστόσο κάποιες φορές να απομακρυνθούμε από το τι συμβαίνει στην καθημερινή ειδησεογραφία. Εδώ, βλέπουμε την εφαρμογή ενός σχεδίου υψηλής στρατηγικής από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο αφορά συνολικά την πρόκληση που θέτει η Κίνα και τη μεταξύ τους γεωπολιτική αντιπαλότητα. «Βλέπει» σε βάθος χρόνου η Αμερική όσον αφορά την Κίνα και τη στρατηγική αυτή έχει προσπαθήσει να εφαρμόσει από την πρώτη στιγμή της ανάληψης της εξουσίας ο πρόεδρος Τραμπ, ενώ αποτυπώνεται και στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Δεκεμβρίου 2025.

Το ζητούμενο είναι η μείωση της επιρροής της Κίνας και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αλλαγή στάσης στον πόλεμο στην Ουκρανία: από ισχυρή υποστήριξη προς την ουκρανική πλευρά, σε ρόλο διαμεσολαβητή οι ΗΠΑ με ίσες αποστάσεις από Ρωσία και Ουκρανία. Ο στόχος ήταν να αποσπαστεί, όσο αυτό είναι ή δεν είναι εφικτό, η Ρωσία από την επιρροή της Κίνας. Μεθοδολογικά ήταν άλλος ο τρόπος, αλλά το ίδιο ισχύει και με την υπόθεση Μαδούρο στη Βενεζουέλα, όπου στόχος ήταν η αλλαγή συμπεριφοράς ενός στενά συνεργαζόμενου με την Κίνα καθεστώτος και η ανάληψη του ελέγχου των πετρελαϊκών προμηθειών από τις ΗΠΑ. 

Η ίδια λογική εφαρμόζεται και σε σχέση με το Ιράν· είτε ισχύει, είτε όχι, ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και το Ισραήλ μπορεί να παρέσυραν τον Ντόναλντ Τραμπ, εκτιμώ ότι το «πράσινο φως» δόθηκε επειδή παρουσιάστηκε η ευκαιρία να επηρεαστεί ένα ήδη αποδυναμωμένο καθεστώς, που αποτελεί και αυτό βασικό προμηθευτή της κινεζικής οικονομίας.

Η υψηλή στρατηγική δεν έχει αλλάξει. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος διαχείρισης μίας κατάστασης όπου υπάρχουν συνέπειες που ενδεχομένως δεν είχαν ληφθεί υπόψη από τον πρόεδρο Τραμπ και το στενό του επιτελείο, αν και οι θεσμοί των ΗΠΑ γνώριζαν τις πιθανές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, ιδίως από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Όπως δεν είχε ενδεχομένως ληφθεί υπόψη η αντίδραση του καθεστώτος, κάτι που από την άλλη δικαιώνει το αφήγημα του Ισραήλ αναφορικά με τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, την παραγωγή και τα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων. Ακόμη και τώρα, όσο αποδυναμωμένο και αν είναι το Ιράν, υπάρχει ένας αυτοματισμός στις επιθέσεις και το καθεστώς εξακολουθεί να επιφέρει πλήγματα και να δημιουργεί επιπτώσεις στο Ισραήλ και στα κράτη του Κόλπου.

Αυτό που βλέπουμε είναι η εφαρμογή αυτής της υψηλής στρατηγικής των ΗΠΑ αλλά με τον τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, που έχει και τις αντίστοιχες συνέπειες. Και εδώ ανακύπτει και το μεγάλο δίλημμα: τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος - η Ευρώπη, η υπόλοιπη Δύση, η Ελλάδα μεμονωμένα ως χώρα μπροστά σε αυτό τον πόλεμο.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στην παγκόσμια οικονομία. Βλέπουμε αύξηση στις τιμές του πετρελαίου, ανησυχία και έντονες συζητήσεις σε πολλές χώρες, της δικής μας περιλαμβανομένης. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και ο κοινοτικός επίτροπος Ενέργειας προειδοποιούν ότι απαιτείται περιορισμός στην κατανάλωση, καθώς δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια αυτής της κρίσης. Ιδιαίτερα σε αναπτυσσόμενες χώρες λαμβάνονται ήδη μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και πετρελαίου. Στην Αίγυπτο τα εστιατόρια υποχρεούνται να κλείνουν νωρίτερα το βράδυ. Στην Ιορδανία, στις δημόσιες υπηρεσίες δεν επιτρέπεται να λειτουργούν συστήματα ψύξης και θέρμανσης. Σε χώρες της ανατολικής Ασίας καταγράφονται ήδη κοινωνικές αναταραχές λόγω ελλείψεων.

Υπάρχει, λοιπόν, η διάσταση του «τι κάνω εγώ» ως χώρα και ως Ευρώπη μπροστά στη συνολική αυτή κατάσταση. Προσπαθώ να βοηθήσω την Αμερική; Αυτό φαίνεται και από τις διάφορες θέσεις που διαμορφώνονται, με πολλές ευρωπαϊκές χώρες να κρατούν πιο ήπια στάση και να αναπτύσσουν διπλωματική κινητικότητα προς τις χώρες του Κόλπου -Κατάρ, Εμιράτα και Σαουδική Αραβία- μέσω επαφών και συζητήσεων, όπως η επίσκεψη του υπουργού Άμυνας της Ελλάδας αλλά και η επίσκεψη της Ιταλίδας πρωθυπουργού, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς περιλαμβάνουν, αλλά προφανώς πρόκειται για κάποια αμυντική ενίσχυση.

Ταυτόχρονα, λαμβάνονται αμυντικά μέτρα είτε όσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία, είτε τη Βουλγαρία, και περιμένουμε να κοπάσει η ένταση; Συμβάλουμε στη βρετανική πρωτοβουλία των 40 χωρών για τα Στενά του Ορμούζ; Ή παίρνουμε θέση -και εκεί έγκειται το πρόβλημα- ανάλογη της Γαλλίας υπέρ της αποκλιμάκωσης; Βλέπουμε ότι αυτό τους έχει βοηθήσει υπό την έννοια ότι το Ιράν επέτρεψε τη διέλευση γαλλικού πλοίου πέραν των πλοίων άλλων χωρών - κάτι που σημαίνει όμως πως επιλεκτικά το Ιράν αποφασίζει ποια πλοία και υπό ποια σημαία μπορούν να περνούν τα Στενά. 

Το κρίσιμο ζήτημα αφορά τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ. Πριν τον πόλεμο υπήρχε μηχανισμός ασφαλούς διέλευσης περίπου 130 πλοίων ημερησίως. Σήμερα ο αριθμός έχει μειωθεί δραματικά, σε περίπου 6-7 πλοία την ημέρα, αλλά αυτό σχετίζεται και με το αυξημένο κόστος των ασφαλίστρων κινδύνου παράλληλα με το «χαράτσι» που επιβάλλει το ίδιο το Ιράν. Δηλαδή, όταν μιλάμε για αποκλιμάκωση, τότε δεν ενισχύουμε στην πραγματικότητα το Ιράν; Παραμένει το καθεστώς στη θέση του και έχει ακόμη μεγαλύτερο έλεγχο των Στενών απ' ότι προ του πολέμου.

Συνεπώς, αποκλιμάκωση με ενισχυμένο Ιράν ή αφήνουμε την Αμερική να «τελειώσει τη δουλειά», που φαίνεται ότι αυτή είναι πλέον και η θέση που έχουν λάβει και τα κράτη του Κόλπου; Υπάρχουν πιέσεις, κυρίως παρασκηνιακές, από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες χώρες προς τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν μέχρι τέλους, κάτι που βλέπουμε και από τα δημοσιεύματα του Τύπου στις ΗΠΑ που λένε «finish the job», ενόσω είναι δεδομένο πλέον ότι το ιρανικό καθεστώς αναζητά τρόπους προσέγγισης και αποκλιμάκωσης, και πια δεν το αρνούνται ότι υπάρχουν συζητήσεις.

Ένα καθεστώς που επιβιώνει και παρά τα χτυπήματα φαίνεται ότι συνεχίζει είτε να παράγει, είτε διαθέτει μεγαλύτερα αποθέματα όπλων, θα εξακολουθήσει να ασκεί επιρροή στην ευρύτερη περιοχή και ουσιαστικά αλλάζει τη δομή ασφαλείας για τις χώρες του Κόλπου. Θέλουμε, λοιπόν, ένα Ιράν ενισχυμένο ή να «τελειώσει η δουλειά» η Αμερική και να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που είναι η μείωση των επιπτώσεων στην οικονομία και την ασφάλειά μας -έχουμε και εμείς άμεσα και έμμεσα συμφέροντα στον Κόλπο. Το ζήτημα συνδέεται και με άλλα μέτωπα, καθώς επηρεάζονται στρατιωτικοί πόροι και στρατηγικές επιλογές, ιδιαίτερα σε σχέση με την Ουκρανία, που αποτελεί βασικό ζήτημα για την Ευρώπη η απειλή από τη Ρωσία.

Εν μέσω όλων αναδεικνύεται και μία ευρύτερη μετατόπιση, όπως καταγράφεται και σε αναλύσεις του Τύπου: η γεωπολιτική φαίνεται να υπερισχύει της παγκοσμιοποίησης. Αναδεικνύεται η κρισιμότητα σημείων όπως τα Στενά του Ορμούζ, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και η Διώρυγα του Σουέζ, και αυτό οδηγεί στη συζήτηση για εναλλακτικές διαδρομές, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από αυτά τα σημεία συμφόρησης. Ωστόσο, οι εναλλακτικές αυτές είναι χρονοβόρες και δαπανηρές. Στο πλαίσιο αυτό έχει αρχίσει να συζητείται και η πιθανότητα έργων όπως ο γνωστός IMEC ως μία μελλοντική εναλλακτική.

Τι σημαίνει πρακτικά «να τελειώσει τη δουλειά» η Αμερική;

Σημαίνει να φέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσο το δυνατόν πιο αποδυναμωμένο. Αυτή τη στιγμή, το βασικό «χαρτί» που έχει αποκτήσει το Ιράν –και ενδεχομένως δεν το σκεφτόμασταν καν πριν ξεκινήσει ο πόλεμος- είναι ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ και η επίδραση στην παγκόσμια οικονομία. 

Το ερώτημα είναι πώς μπορεί αυτό το «χαρτί» να του αφαιρεθεί. Βλέπουμε μία διαλλακτικότητα από πλευράς του Ιράν το τελευταίο διάστημα. Για παράδειγμα, στο άρθρο του Τζαβάντ Ζαρίφ διατυπώνεται πιο καθαρά η διάθεση του Ιράν να συζητήσει για κάποιο κοινό έλεγχο - ο ίδιος προτείνει ένα κονσόρτσιουμ όσον αφορά συγκεκριμένα τον εμπλουτισμό ουρανίου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί μέχρι τώρα το Ιράν δεν δεχόταν τέτοιες υποχωρήσεις, όμως μπροστά στις καταστροφές που έχουν επιφέρει τόσο οι πρόσφατες επιδρομές, όσο και εκείνες του Ιουνίου του 2025, φαίνεται ότι, στην παρούσα φάση, η προτεραιότητα είναι η επιβίωση του καθεστώτος.

Η πρόταση που διατυπώνεται αφορά ένα είδος κοινού σχήματος διαχείρισης του πυρηνικού προγράμματος, όπου θα συμμετέχουν η Κίνα όπως και οι ΗΠΑ ή η Ρωσία. Την ίδια στιγμή, όμως, το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ. Άρα, πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος -εξ ου και η κλιμάκωση φαίνεται ότι είναι σημαντική- ώστε να έλθει το Ιράν στο «τραπέζι» με τους δυσμενέστερους όρους για το ίδιο όντας σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι σήμερα. Ή και ενδεχομένως, μέσω των επαφών που διεξάγονται, μπορεί να κατανοήσει το Ιράν ότι τώρα, πριν από τους νέους βομβαρδισμούς με τους οποίους έχει προειδοποιήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, είναι πιο ευνοϊκοί οι όροι για εκείνους ώστε να έλθουν στο «τραπέζι» και να αποδεχθούν όρους που δεν αποδέχονταν πριν από τον πόλεμο.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν μπορεί το καθεστώς αυτό να φανεί ότι έχει κερδίσει τον πόλεμο. Είναι το πλέον βασικό στοιχείο που επηρεάζει όλες τις χώρες της περιοχής. Αντίστοιχα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να εμφανιστούν ότι έχουν χάσει, καθώς είναι πάροχος ασφάλειας και το κύρος τους διακυβεύεται. Ήδη οι ΗΠΑ έχουν υποστεί πλήγματα στο κύρος τους, λόγω του τρόπου με τον οποίο ξεκίνησε ο πόλεμος χωρίς να έχουν προηγηθεί διαβουλεύσεις με εταίρους και συμμάχους, και με τις εκ των υστέρων απαιτήσεις για τη χρήση βάσεων. 

Έχουν υποστεί πλήγματα κύρους μεν, αλλά η βασική στρατηγική τους στοχεύει στην αντιμετώπιση της κινεζικής επιρροής. Και όντως Κίνα επηρεάζεται, έστω και αν συνεχίζει να προμηθεύεται πετρέλαιο από τα Στενά του Ορμούζ. Βραχυπρόθεσμα μπορεί να στηριχθεί στα τεράστια αποθέματά της, αλλά μεσοπρόθεσμα τίθεται ζήτημα.

Αν τελείωνε ο πόλεμος σήμερα, τι θα είχε επιτευχθεί;

Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα και δεν είμαι βέβαιος ότι το έχουμε υπολογίσει σωστά στην Ευρώπη.

Αν τελείωνε ο πόλεμος και επιστρέφαμε σε μία «κανονικότητα», τι ακριβώς έχει επιτευχθεί από πλευράς ΗΠΑ και φυσικά τι σημαίνει αυτό για τα κράτη του Κόλπου; Οι χώρες της περιοχής έχουν επενδύσει στην ανάπτυξη, στον τουρισμό και σε διάφορα δυτικά συστήματα και μεγάλα οικονομικά σχέδια. Παράλληλα, σχεδιάζουν τη μετάβαση των οικονομιών τους σε ένα νέο μοντέλο μεταγενέστερα όταν δεν θα υπάρχουν πια ορυκτά καύσιμα. Αν, όμως, υπάρχει ένα ισχυρό Ιράν που συνεχίζει να αναπτύσσει βαλλιστικούς πυραύλους, drones και να τροφοδοτεί τους δορυφόρος του -όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς, οι Χούθι και άλλοι- τότε τι έχει αλλάξει στην πράξη;

Καθώς εξηγείτε γιατί ο Τραμπ δεν μπορεί να κάνει πίσω και δεδομένης της σημασίας του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, βλέπετε, ενδεχόμενο στοχευμένων χερσαίων επιχειρήσεων;

Δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Είναι περισσότερο ζήτημα στρατιωτικής ανάλυσης. Ωστόσο, από τη στιγμή που έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο επιχειρήσεων, όπως στη νήσο Χαργκ, και η Αμερική στέλνει χερσαίες δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή, οι Ιρανοί σίγουρα ενισχύουν την άμυνά τους, εκτοξεύοντας παράλληλες απειλές και προβάλλοντας το μέγεθος του στρατού τους ως στοιχείο αποτροπής. Δεν ξέρω πόσο εφικτές θα ήταν ανάλογες επιχειρήσεις, αλλά αν μπορεί κάποιος να κάνει κάτι μεμονωμένα ώστε να αυξηθεί η πίεση στο Ιράν να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις από ακόμα πιο αδύναμη θέση, αυτός είναι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ποια θα είναι η επόμενη μέρα του πολέμου ως προς τις ενεργειακές διαδρομές και σχεδιασμούς παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ, και πώς εντάσσεται στην «εξίσωση» ο IMEC;

Βλέπουμε ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκείς εναλλακτικές λύσεις που να παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ. Υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες, όπως o διάδρομος Ανατολής-Δύσης της σαουδαραβικής Aramco προς την Ερυθρά Θάλασσα, με παράκαμψη και των Στενών του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ όπου επιχειρούν οι Χούθι, ή βλέπουμε τη χρήση του λιμένα της Φουτζέιρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που παρακάμπτει τα Στενά του Ορμούζ. Υπάρχουν επίσης περιορισμένες εναλλακτικές μέσω Ιράκ και Τουρκίας.

Ωστόσο, αυτές οι λύσεις είναι προσωρινές και δεν καλύπτουν το σύνολο των αναγκών. Ορισμένες χώρες, όπως το Κατάρ που παράγει φυσικό αέριο, δεν έχουν ουσιαστικές εναλλακτικές, καθώς εξαρτώνται από υποδομές που συνδέονται άμεσα με την περιοχή. Ούτε και το Κουβέιτ έχει εναλλακτικές λύσεις.

Το βασικό ζήτημα είναι τα λεγόμενα σημεία συμφόρησης, όπως το Ορμούζ, τα οποία επηρεάζουν άμεσα την παγκόσμια οικονομία και μας αφορούν άμεσα - εξ ου και οι επιχείρηση Ασπίδες για την διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Είναι σαφές ότι πρέπει να αναπτυχθούν εναλλακτικές λύσεις, ώστε τουλάχιστον να μειωθεί η εξάρτηση από τα σημεία συμφόρησης. 

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης IMEC, αν και πρόκειται για μια πολύπλοκη διαδικασία, που εξαρτάται φυσικά και από το εάν θα υπάρξει προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ. Όπου όσον αφορά τη Σαουδική Αραβία, ως μεσαία δύναμη στην περιοχή στην αρχή του πολέμου φοβόταν την ισχυροποίηση του Ισραήλ, αλλά αν καταλήξει να ισχυροποιηθεί το Ιράν, εκτιμώ ότι θα προτιμούσε τελικά την πρώτη περίπτωση ώστε να μπορέσουν και να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις για διαδρόμους που δεν είναι μόνο ενεργειακοί, αλλά και εμπορικοί.

Και αυτή είναι μία επιτακτική συζήτηση. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη αυξηθεί σημαντικά. Από τα περίπου 72-73 δολάρια το βαρέλι πριν από την κρίση, έχουν φτάσει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, αγγίζοντας και τα 120 δολάρια. Υπάρχει ένα σημείο καμπής -περίπου στα 140 δολάρια- που μεταφράζεται κατευθείαν σε ύφεση σε μεγάλες οικονομίες, όπως της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και της Βρετανίας. Αν δε φθάσει τα 170 δολάρια, είναι καταστροφικό. Αυτή τη στιγμή, η εκτίμηση είναι ότι δεν θα φτάσουμε σε τέτοια επίπεδα, γιατί θεωρείται ότι θα βρεθεί λύση και θα αποκατασταθεί η ροή μέσω των Στενών - και έτσι κάπως ελέγχονται οι τιμές, όσο μπορούν να ελεγχθούν. Αν αυτό δεν συμβεί, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ πιο σοβαρές. Αλλά και αν συμβεί, σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται πόσο κρίσιμα είναι αυτά τα σημεία συμφόρησης για τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Και εδώ αναδεικνύεται εκ νέου η ανάγκη να δούμε πιο συνολικά το ζήτημα της ενέργειας και τι υποχρέωση έχουμε, πέραν των εθνικών πολιτικών. Δεν αφορά μόνο την εξαγωγή -φυσικό αέριο ή πετρέλαιο- αλλά και τη δυνατότητα μεταφοράς τους ώστε να μπορεί να τροφοδοτείται η παγκόσμια οικονομία. Ο πόλεμος στο Ιράν μας έχει ανοίξει τα μάτια και ως προς αυτή την παράμετρο. Είναι πολλά τα επίπεδα στα οποία πρέπει να συζητάμε, πέραν του εάν στηρίζουμε και βοηθάμε τις ΗΠΑ να τελειώσουν τον πόλεμο, διότι τελικά το Ιράν με τον τρόπο που αντιδρά απειλεί και τα δικά μας συμφέροντα.

Πώς μεταφράζεται αυτή η στήριξη προς τις ΗΠΑ να τελειώσουν τον πόλεμο; Με παρουσία των συμμάχων στα Στενά του Ορμούζ όπως λέει ο Ντόναλντ Τραμπ;

Θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι αυτός ένας τρόπος. Το ζήτημα είναι ότι, όταν τελειώσει ο πόλεμος, άλλα ζητήματα θα έλθουν στο προσκήνιο: θα υπάρξει διάλογος για το ΝΑΤΟ, για το αν έχει μέλλον ή αν οδεύουμε σε ένα νέο σύστημα ασφαλείας. Και τότε τίθεται το ερώτημα αν αποδεχόμαστε ένα νέο σύστημα ασφαλείας - διότι μπορεί ενδεχομένως να είναι αυτό το συμφέρον μας, ανεξαρτήτως της όποιας άμεσης αντίδρασης σε αυτό που θα προτείνει η Αμερική.

Γι' αυτό και το δίλημμα «βοηθάς ή δεν βοηθάς» δεν είναι απλό. Βλέπουμε, για παράδειγμα, χώρες όπως η Ισπανία να επιλέγουν πλήρως αποστασιοποιημένη στάση, για δικούς τους λόγους. Όμως άλλο τι λέει σήμερα ο Τραμπ για το ΝΑΤΟ χωρίς να έχει υποβάλει καν επίσημο αίτημα για την ενεργοποίηση του Άρθρου 5 της Συμμαχίας, αλλά εάν το έπραττε; Εάν τίθεντο νόμιμα επιχειρήματα -ότι δεν έχει χτυπηθεί μεν η Αμερική, αλλά έχουν χτυπηθεί και απειλούνται αμερικανικά συμφέροντα, πρεσβείες, προξενεία, βάσεις- σε ένα τέτοιο σενάριο, πολλές χώρες θα βρεθούν μπροστά στο δίλημμα της συμμετοχής και προσωπικά θεωρώ ότι θα έπρεπε να συνδράμουμε. Έχω την αίσθηση ότι ακόμα και οι Ισπανοί θα αναγκαστούν να το πράξουν.

Στην ευρύτερη συζήτηση που διεξάγεται, όπου εμπλέκεται και η κοινή γνώμη, ο δημόσιος διάλογος, αλλά και οι αντοχές κάθε κυβέρνησης που έχει να αντιμετωπίσει το δικό της πολιτικό σκηνικό πολλές φορές από θέση αδυναμίας, το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα, δηλαδή ότι το διεθνές περιβάλλον αλλάζει συνολικά.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν και οι ίδιες δεχθεί πλήγματα τώρα και τίθεται το ερώτημα μήπως αυτό που διαμορφώνεται μπορεί να το διαπραγματευτείς. Σας παραπέμπω στο εξώφυλλο του Economist με τον χαμογελαστό Σι Τζινπίνγκ και τη φράση «ποτέ μην διακόπτεις τον εχθρό σου όταν κάνει λάθος». Θα προσέθετα πως έχεις υποχρέωση να βοηθήσεις τον φίλο σου -που στην παρούσα φάση είναι η Αμερική, ό,τι και να λέμε για τον Ντόναλντ Τραμπ- να μην πέσει στον λάκκο που ενδεχομένως έχει σκάψει ο ίδιος και να σε πάρει και εσένα μαζί του. 

Άρα, σε ποιο πλαίσιο θέτετε πλέον τον πόλεμο;

Είναι πολύ πιο σύνθετο το ζήτημα πια. Δεν είναι ότι «δεν είναι δικός μου πόλεμος και δεν έχω ρόλο». Έχεις ρόλο, γιατί τα συμφέροντά σου πλήττονται άμεσα, πρώτα απ’ όλα από την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και άλλες παράμετροι: διμερείς αμυντικές συμφωνίες με χώρες της περιοχής, ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα.

Τι κάνουμε, λοιπόν, στην παρούσα φάση, είναι το ζήτημα. Δεν είναι όλες οι χώρες στην ίδια θέση. Μπορεί μερικές χώρες να μην εξαρτώνται ενεργειακά από την περιοχή, αλλά έχουν άλλα οικονομικά συμφέροντα. Άρα, το πλαίσιο είναι πολύ πιο σύνθετο. Το ζήτημα, λοιπόν, τίθεται συνολικά: πώς τοποθετείσαι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου υπάρχουν συμμαχίες, συμφέροντα και εξελίξεις που διαμορφώνουν τις επιλογές. 

Ποια θα ήταν η εισήγησή σας όσον αφορά την Ελλάδα;

Η Ελλάδα παραδοσιακά κινείται παράλληλα με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διότι ο πάροχος ασφάλειας είναι η Αμερική και αυτό δεν αλλάζει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο βασικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στην περιοχή μας, και στα ενεργειακά και σε πολλαπλά επίπεδα.

Η εισήγησή μου είναι ότι ως Ελλάδα θα πρέπει, δίχως να έχουμε άμεση εμπλοκή, να στηρίζουμε μέχρι τέλους την Αμερική στην προσπάθειά της. Αυτό συνδέεται και με τη στήριξη του Ισραήλ: μπορεί να υπάρχει κριτική προς την κυβέρνηση και τη χώρα για τη σχέση με το Ισραήλ, αλλά πρέπει να δούμε τη συνολική εικόνα και τη στρατιωτική τεχνογνωσία που μας παρέχεται και το γεγονός ότι υπάρχει μία ισχυρή συμμαχική χώρα στην περιοχή, κάτι που μπορεί να αποκρούσει τις ορέξεις τρίτων χωρών. Δεν υφίσταται θεωρώ άλλη επιλογή. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου άλλωστε, ανεξαρτήτως διαφορών, αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται ένα σύστημα ασφάλειας του οποίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα συνεχίσουν να είναι οι πάροχοι.

«Κολλάμε» στη λέξη εμπλοκή, αλλά έχουμε εμπλακεί όλοι - θέλουμε, δεν θέλουμε, εμπλοκή υπάρχει. Και συνέπειες υπάρχουν. Μπορεί η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ να είναι αυτή που είναι και να αντιδρά με τον τρόπο που αντιδρά, ωστόσο θα πρέπει να παραμείνουμε στη γραμμή που έχουμε ακολουθήσει.

Εστιάζουμε υπερβολικά στο πρόσωπο του Τραμπ και χάνουμε τη μεγάλη εικόνα εννοείτε

Έτσι είναι, στην παρούσα φάση τουλάχιστον. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα, στον τομέα της άμυνας τα περισσότερα συστήματα που χρησιμοποιούμε είναι αμερικανικά. Ακόμη και αν αναπτύσσουμε τα τελευταία χρόνια συνεργασίες ή συμπαραγωγές, όλη η δομή που υπάρχει προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα έλθει η αναπλήρωση πυρομαχικών. Εάν αυτά κάποια στιγμή σταματήσουν, η ζημιά θα είναι τεράστια. Δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί μας «έχουν στο χέρι», αυτή είναι μία συνειδητή απόφαση που έχει ληφθεί εδώ και δεκαετίες. Δεν μπορείς από τη μία μέρα στην άλλη να αλλάξεις αυτό το πλαίσιο. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Μπορεί να είναι… ωραίο να φωνάζεις, όμως ρεαλιστικά δεν υπάρχει άλλη επιλογή και αυτό ισχύει ουσιαστικά και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Να επισημάνουμε εδώ ότι το όλο εγχείρημα της Τουρκίας για στρατηγική αυτονομία, που ταυτίζεται και με την αύξηση της αμυντικής της βιομηχανίας, έχει να κάνει με την απεξάρτηση και βλέπουμε και τα όρια της απεξάρτησης αυτής. Πέραν του γεγονότος ότι δεν διαθέτει αεράμυνα, το μεγάλο παράπονο της Άγκυρας είναι ότι έχουν μπλοκαριστεί από δυτικές χώρες, για παράδειγμα από τον Καναδά και τη Βρετανία, οι άδειες για να εισάγει τεχνογνωσία ώστε να αναπτύξει τα οπλικά της συστήματα και ζητά να γίνει άρση των εμποδίων αυτών.

Η αλυσίδα που τροφοδοτεί την άμυνά μας, γενικότερα αυτό το πλέγμα, είναι αμερικανικό ή προέρχεται ουσιαστικά από την Αμερική. Δεν μπορείς από τη μία μέρα στην άλλη να πεις «φεύγω, πάω αλλού» - και πού θα πας; Αν θέλεις να είσαι ισχυρός, να υπάρχει αποτροπή και να αντιμετωπίζεις τα προβλήματα ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία, αυτή είναι η πραγματικότητα. Όσο κι αν ο Τραμπ είναι αυτός που είναι, μέχρι τη λήξη της θητείας του θα είναι πρόεδρος, ανεξαρτήτως εξελίξεων όπως οι ενδιάμεσες εκλογές ή της ίδιας της έκβασης του πολέμου. Όμως η Αμερική παραμένει αυτή που είναι. Και η αλλαγή στην ίδια την Αμερική δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη.

Ως προς τη Στρατηγική Εθνική Ασφάλειας, κάθε νέα διοίκηση μπορεί να δημοσιοποιεί τις κατευθύνσεις της, αλλά στην πράξη υπάρχουν συγκεκριμένα πλαίσια, όπως ο αμυντικός προϋπολογισμός που περνά από το Κογκρέσο κάθε χρόνο. Εκεί δεν υπάρχουν απλώς δηλώσεις· καθορίζεται τι μπορεί και τι δεν μπορεί να γίνει και πώς χρηματοδοτείται η Άμυνα. Μπορεί να μιλά ο Τραμπ περί απεμπλοκής και ότι θα φύγουν δυνάμεις από την Ευρώπη, αλλά στην πράξη υπάρχουν περιορισμοί και δεσμεύσεις. Στην προκειμένη περίπτωση στο νομοσχέδιο που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο υπογραμμίζεται ότι πρέπει να προηγηθούν διαβουλεύσεις με τους συμμάχους.

Η στενή σχέση με τους Αμερικανούς θα συνεχιστεί. Θέλουμε-δεν θέλουμε, τους έχουμε ανάγκη και μας έχουν και εκείνοι ανάγκη. Γι’ αυτό και επισημαίνω πως πρέπει να τους στηρίξουμε κατά κάποιο τρόπο.

Είδαμε και την Τουρκία, που επιδιώκει να κινηθεί πιο αυτόνομα, πώς «πλήρωσε» τους S-400. Δεν μπορεί ο ίδιος ο Ερντογάν να ξεφύγει, όσο και να θέλει. Και εμείς άλλωστε δεν έχουμε και λόγο, στη φάση αυτή, να κάνουμε κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε τις βλέψεις της Τουρκίας που επιδιώκει να γίνει μεγάλη δύναμη· είμαστε μια μικρή χώρα που θέλει να διαχειριστεί τα προβλήματα της περιοχής της και να ζει ειρηνικά. Δεν υπάρχει λόγος να κλείσουμε την πόρτα. Πρέπει, με τα εργαλεία που έχουμε, με τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους, να έλθει η επαναφορά σε μία ισορροπία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σχέση με την Αμερική δεν έχει αλλάξει -έχει αλλάξει - και θα υπάρχουν επιπτώσεις από τον τρόπο που διαχειρίζεται τα πράγματα η σημερινή αμερικανική ηγεσία.


* Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2010 έως το 2023 διετέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης.