Στ. Κυριακίδης: Σε κρίσιμη καμπή ο πόλεμος - Πού ποντάρουν ΗΠΑ και Ιράν
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP

Στ. Κυριακίδης: Σε κρίσιμη καμπή ο πόλεμος - Πού ποντάρουν ΗΠΑ και Ιράν

Τα «χαρτιά» και τα «όρια» αμφότερων Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και την παρούσα εικόνα στο στρατιωτικό πεδίο καταγράφει ο στρατηγικός αναλυτής Στάθης Κυριακίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, μιλώντας για μία χαραμάδα φωτός για αποκλιμάκωση που ίσως αχνοφαίνεται στο διπλωματικό πεδίο εφόσον απομακρύνεται ο κίνδυνος προσβολής ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Ο κ. Κυριακίδης, υποναύαρχος ε.α., στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International, αποκωδικοποιεί όλες τις πτυχές της «εξίσωσης» των Στενών του Ορμούζ, ο έλεγχος των οποίων ήταν, παραμένει και πιθανώς θα παραμείνει το «πυρηνικό όπλο» του καθεστώς του Ιράν, όπως επισημαίνει. Εξηγεί τη στρατηγική επιμήκυνσης του πολέμου που επιλέγει το Ιράν και τη μετατόπιση ισχύος στο εσωτερικό προς τους Φρουρούς της Επανάστασης - υπό τη σκιά των οποίων θα διεξαχθεί και η όποια διαπραγμάτευση, στην οποία διακρίνει πως η τριάδα Πεζεσκιάν, Αραγτσί και Καλιμπάφ μπορεί να λειτουργήσει ως προμετωπίδα.

Μιλά για το «παράθυρο» απεμπλοκής που επιδιώκει να ανοίξει ο Ντόναλντ Τραμπ, τα περιθώρια αποκλιμάκωσης, αλλά και ποια μπορεί να είναι τα επόμενα στρατιωτικά βήματα των ΗΠΑ. Χαρακτηρίζοντας απολύτως καταστροφικό το σενάριο χερσαίων επιχειρήσεων, ο κ. Κυριακίδης αποκλείει παράλληλα ως ρεαλιστικές επιλογές αεραποβατικές ενέργειες στη νήσο Χαργκ και την ακτογραμμή του Ιράν, εκτιμώντας πως πιθανότατα οι ΗΠΑ θα κινούνταν στις νησίδες Σίρι, Αμπού Μουσά και Μεγάλη Τουνμπ ως πιο διαχειρίσιμη επιλογή, με κυρίως επικοινωνιακό χαρακτήρα ωστόσο και δίχως πραγματικό αντίκτυπο όσον αφορά τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.

Η αυτοσυγκράτηση που επιδεικνύεται και από τις δύο πλευρές ως προς τις ενεργειακές υποδομές -που εξ αρχής δεν έχουν πλήξει οι Ηνωμένες Πολιτείες-, είναι το «κλειδί» αποφυγής γενικευμένης ανάφλεξης, σημειώνει ο Στάθης Κυριακίδης. Παραθέτει το διακύβευμα για τις αραβικές μοναρχίες, ενώ παράλληλα, επισημαίνει ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει τη στρατηγική του ανεξαρτήτως εξελίξεων στο Ιράν, τόσο ως προς τη στόχευση ανατροπής του θεοκρατικού καθεστώτος, όσο και όσον αφορά το μέτωπο του Λιβάνου.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Κυριακίδη, βρισκόμαστε πλέον στην 27η ημέρα του πολέμου και σε μία «γκρίζα ζώνη» μεταξύ διπλωματικών διεργασιών για αποκλιμάκωση, την οποία εμφανώς επιδιώκει ο Ντόναλντ Τραμπ, και παράλληλης συγκέντρωσης αμερικανικών στρατιωτικών ενισχύσεων στη Μέση Ανατολή. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με την αποτύπωση της εικόνας στο πεδίο;

Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που γνωρίζουμε, αλλά και πάρα πολλά που δεν γνωρίζουμε. Καταρχήν παρατηρούμε μία πέραν κάθε υπολογισμού ανθεκτικότητα του Ιράν. Παρότι έχει μειώσει σε ποσοστό άνω του 90% τις επιθέσεις -γεγονός το οποίο και υποδεικνύει ότι το βληματικό του δυναμικό είναι πια πολύ περιορισμένο και δεν προλαβαίνει να αναπληρώσει τα πυρομαχικά του-, βλέπουμε ότι έχει επιλέξει μία στρατηγική επιμήκυνσης των επιχειρήσεων, με πιο προσεκτικά επιλεγμένους στόχους. Σίγουρα πλέον και με τη συνδρομή τρίτων χωρών -δεν είναι σαφές αν πρόκειται για τη Ρωσία, την Κίνα ή και τις δύο- όσον αφορά τη στοχοποίηση.

Το πρώτο, λοιπόν, που παρατηρούμε είναι η ανθεκτικότητα· το δεύτερο, και πάρα πολύ σημαντικό, στοιχείο είναι η αυτοσυγκράτηση που έχει επιδειχθεί ένθεν και ένθεν, μετά την ισραηλινή επίθεση της περασμένης Πέμπτης στο κοίτασμα και τις εγκαταστάσεις του South Pars, η οποία ήταν πέραν της λογικής του πολέμου και θεωρώ πως δεν ήταν συντονισμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το πώς μπορεί να παρουσιάστηκε.

Εκείνη τη στιγμή, δηλαδή πριν από την επίθεση στο South Pars, εκτιμώ πως υπήρχε ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για τον Ντόναλντ Τραμπ να ανακηρύξει νίκη: είχε «αποκεφαλιστεί» η ηγεσία, είχε περιοριστεί το πυρηνικό πρόγραμμα και είχε πληγεί το βληματικό δυναμικό. Θα μπορούσε να ανακηρύξει νίκη και να «φύγει». Ωστόσο, το Ισραήλ δεν επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη. Δεν διαθέτουμε όλες τις λεπτομέρειες για να μιλήσουμε απόλυτη σαφήνεια, αλλά η εκτίμηση είναι ότι η παραμονή των Ηνωμένων Πολιτειών στις επιχειρήσεις -σε ενεργό, επιχειρησιακό επίπεδο- ήταν περισσότερο αποτέλεσμα πίεσης από το Ισραήλ παρά επιλογή του Τραμπ.

Στο πλαίσιο αυτό ήλθε και το ανεδαφικό τελεσίγραφο Τραμπ ότι θα πλήξει πλέον ενεργειακές υποδομές του Ιράν, μπαίνοντας έτσι σε ένα αδιέξοδο από το οποίο εξήλθε μέσω της πενθήμερης παράτασης. Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να επισημάνουμε ότι τις δηλώσεις Τραμπ πρέπει να τις λαμβάνουμε υπόψη στο μέτρο που μπορεί να λαμβάνονται υπόψη οι δηλώσεις Τραμπ. Έδωσε, λοιπόν, στον εαυτό του ο Αμερικανός πρόεδρος αυτή την πενθήμερη παράταση, η οποία πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι δεν αφορά σε κατάπαυση του πυρός αλλά στη μη προσβολή ενεργειακών υποδομών ως είχε προειδοποιήσει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε κάθε περίπτωση, δεν έχουν πλήξει ενεργειακές υποδομές στο Ιράν από την έναρξη των επιχειρήσεων - στόχοι σχετιζόμενοι με το πυρηνικό πρόγραμμα εμπίπτουν σε άλλη κατηγορία. Επιθέσεις κατά ενεργειακών υποδομών έχει διεξάγει το Ισραήλ για να ακολουθήσουν και τα αντίποινα του Ιράν. Συνεπώς, παρατηρούμε αυτοσυγκράτηση, και αυτή ήταν μία λέξη την οποία «ψάχναμε» την περασμένη Παρασκευή και ευτυχώς τη «βρήκαμε». Δεν υπήρξε δηλαδή περαιτέρω κλιμάκωση σε αυτό το επίπεδο.

Το τρίτο κρίσιμο σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε είναι το ερωτηματικό των Στενών του Ορμούζ. Από την πρώτη ημέρα του πολέμου έχω επισημάνει ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν έχουν κλείσει. Φυσικά και έχουν ντε φάκτο περιοριστεί δραστικά οι διελεύσεις, αλλά τα Στενά κλείνουν μόνο με ναρκοθέτηση ή επίσημη δήλωση, και δεν έχει συμβεί ούτε το ένα ούτε το άλλο. Στην πράξη, βλέπουμε ότι μέρα με τη μέρα διέρχονται όλο και περισσότερα πλοία, μέσω διμερών συμφωνιών και πάντα υπό τον έλεγχο των Φρουρών της Επανάστασης. Τα ιρανικά και τα κινεζικά πλοία δεν σταμάτησαν ποτέ να διέρχονται. Το πρόβλημα για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι ότι δεν διέρχονται τα δικά μας πλοία. 

Επομένως, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το μεγάλο «χαρτί», το «πυρηνικό όπλο», θα έλεγα, ενός Ιράν που δεν διαθέτει πυρηνικά. Πότε θα χρησιμοποιήσει αυτό το «χαρτί»; Μόνο εάν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο. Όταν δεν έχει πλέον τίποτα άλλο να κάνει, θα ναρκοθετήσει στα Στενά. Το έχει υπονοήσει άλλωστε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα είναι η τελευταία γραμμή άμυνας. Ο κίνδυνος για την ενεργειακή ασφάλεια υπάρχει, αλλά οφείλεται περισσότερο στον φόβο και στα πολύ αυξημένα ασφάλιστρα και πολύ λιγότερο σε πραγματικές επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση.

Στο σημείο αυτό να κάνουμε και μία σύντομη αναφορά στις δύο θεαματικές επιχειρήσεις του Ιράν, περισσότερο σε επικοινωνιακό και λιγότερο σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο. Η πρώτη ήταν η επίθεση σε Ντιμόνα και Αράντ, στο Ισραήλ, όπου πέρασαν πράγματι δύο πύραυλοι και υπήρξαν θύματα. Η δεύτερη είναι η θρυλούμενη επίθεση στη βρετανική βάση του Ντιέγκο Γκαρσία, σε απόσταση 4.000 χιλιομέτρων από τη νότια ακτή του Ιράν. 

Όσον αφορά το Ντιέγκο Γκαρσία, έχω τονίσει πολλές φορές ότι όταν πρόκειται για τέτοιου είδους όπλα, εάν δεν υπάρξει δεύτερη εκτόξευση, δεν πρόκειται να πειστώ ότι έγινε και η πρώτη. Τι εννοώ με αυτό; Καταρχήν το ΝΑΤΟ δεν επιβεβαίωσε την επίθεση· ο γενικός γραμματέας Μαρκ Ρούτε ήταν σαφής ως προς αυτό, ενώ οι Βρετανοί έκαναν μία «χλιαρή» δήλωση περί απερίσκεπτων ενεργειών χωρίς να αναφέρονται στο περιστατικό. Η μόνη αναφορά προήλθε από διαρροή Αμερικανών αξιωματούχων στην Wall Street Journal. Άρα δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι πραγματικά συνέβη.

Ακόμη όμως και αν συνέβη, δεν θεωρώ ότι το Ιράν βρίσκεται σε θέση να χρησιμοποιήσει τέτοιου είδους όπλα επιχειρησιακά - όσα και αν του έχουν απομείνει. Θυμίζουμε εδώ ότι μετά από κάθε εκτόξευση, πολλώ δε μέλλον τέτοιων όπλων, ο φορέας εντοπίζεται και καταστρέφεται μέσα σε μία έως δύο ώρες από ισραηλινά ή αμερικανικά μέσα. Συνεπώς, εφόσον υπάρχει τέτοια δυνατότητα στο Ιράν, είναι σίγουρα πολύ περιορισμένη και σίγουρα δεν αποτελεί ουσιαστική επιχειρησιακή απειλή, αλλά περισσότερο ψυχολογική και επικοινωνιακή. Αυτό, λοιπόν, είναι το περίγραμμα των επιχειρήσεων έως σήμερα.

Μεταφέρετε ένα μήνυμα ψυχραιμίας συνεπώς μπροστά σε ανησυχίες περί δυνατότητας του Ιράν να πλήξει με βαλλιστικούς πυραύλους την Ευρώπη

Ακριβώς εκεί θέλω να καταλήξω. Υπήρξαν δηλώσεις περί σχετικής δυνατότητας του Ιράν κυρίως από την ισραηλινή πλευρά και τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, καλώντας τους Ευρωπαίους να πάρουν θέση διότι πλέον κινδυνεύουν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως το Βερολίνο, το Παρίσι ή η Ρώμη. Η άποψή μου είναι ότι δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος για καμία δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. 

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα εκτόξευσης ενός τέτοιου βλήματος, τα περισσότερα από αυτά είναι ρωσικής τεχνολογίας πολύ παρωχημένης και η ακρίβεια περιορισμένη. Με τα σημερινά δεδομένα, δεν θα ανησυχούσα για τέτοιου είδους επιθέσεις. Φυσικά, δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον, ιδίως αν κάποιο διεστραμμένο μυαλό στις Ηνωμένες Πολιτείες πείσει τον Ντόναλντ Τραμπ για χερσαίες επιχειρήσεις.

Αν θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ: Το Ιράν δεν έχει κλείσει επίσημα το πέρασμα, όπως επισήμανατε, αλλά επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση και υπάρχουν αναφορές περί «διοδίων» ύψους 2 εκατ. δολαρίων και απαίτηση για πληρωμές σε γουάν και όχι σε δολάριο για τη διέλευση τάνκερ. Τι ισχύει;

Υπάρχουν σχετικές αναλύσεις και πληροφορίες ότι πράγματι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει. Πριν από τον πόλεμο, τα Στενά του Ορμούζ ήταν ένα από τα λίγα «choke points» -όπου στη ναυτιλία σημαίνει σημεία που μπορούν να κλείσουν και να ελεγχθούν εύκολα ώστε να παρεμποδιστεί η διέλευση- που δεν είχαν, με επιλογή του καθεστώτος, «διόδια», δηλαδή τα πλοία δεν πλήρωναν για να περάσουν.

Τώρα υπάρχει η πληροφορία ότι τα πλοία δεν κινούνται από τον κλασικό δίαυλο διεθνούς ναυσιπλοΐας, δηλαδή από το νότιο τμήμα που είναι το Ομάν και νότια του νησιού Λαράκ, αλλά μεταξύ των νησιών Λαράκ και Κεσμ, σε ένα άνοιγμα περίπου 6 ναυτικών μιλίων βόρεια από το Λαράκ, δηλαδή τελείως εντός ιρανικών χωρικών υδάτων. Πρόκειται για πληροφορίες που αναλύονται, όχι για επιβεβαιωμένα δεδομένα. Αλλά φαίνεται ότι σε αυτή την περιοχή οι Φρουροί της Επανάστασης επιβάλλουν κάποιο αντίτιμο για τη διέλευση πλοίων, χωρίς βέβαια να συμπεριλαμβάνονται πλοία ισραηλινών ή αμερικανικών συμφερόντων, ούτε χωρών που στοιχηθεί πίσω τους. Όσο για τις πληρωμές σε γουάν, πράγματι βλέπουμε σχετικές αναφορές, που προφανώς δεν έχουμε τη δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε.

Εδώ ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι η διαχείριση της πληροφορίας και τα «fake news» διαδραματίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη των επιχειρήσεων. Όση προσπάθεια και αν κάνει το Ισραήλ να ελέγξει την πληροφορία, που την κάνει και είναι αρκετά επιτυχημένη, και οι Ηνωμένες Πολιτείες σε πολύ μικρότερο βαθμό, δεν μπορεί φυσικά να φθάσει στο επίπεδο ελέγχου της πληροφορίας που ασκεί το ιρανικό καθεστώς στο εσωτερικό του. Βλέπουμε, για παράδειγμα, εικόνες στα μέσα ενημέρωσης με... χαρούμενους Ιρανούς να συνεχίζουν τη ζωή τους κανονικά. Εμφανίζονται γυναίκες με πιο χαλαρή χρήση του χιτζάμπ, ακόμη και χωρίς αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ρεπορτάζ της ιρανικής τηλεόρασης. «Περνάει» μια εικόνα το καθεστώς και στην εσωτερική κοινή γνώμη και προς τα έξω ώστε να μη φαίνεται ως ηττημένο ή ως χώρα που οδηγείται σε διαπραγματεύσεις υπό πίεση. Σε αντίθεση φυσικά με την εικόνα που επιχειρεί να περάσει ο Τραμπ ότι «τους έχουμε εξαϋλώσει». 

Τι θα απαιτηθεί για να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ;

Είναι τόσο απλή, όσο και δύσκολη η απάντηση. Εφόσον επιτευχθεί ειρήνη, έστω και υπό μορφή εκεχειρίας, το πρώτο θέμα που θα τεθεί είναι το μέλλον των Στενών. Αν θα συνεχίσουν να τελούν υπό τον έλεγχο του Ιράν -κάτι που πιστεύω ότι θα εξακολουθήσει να ισχύει- ή εάν θα είχαν εφαρμογή οι αναφορές Τραμπ περί κοινού ελέγχου από εκείνον και τον όποιο Αγιατολάχ.Το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνουν υπό τον έλεγχο του Ιράν.

Σε ό,τι αφορά το πρακτικό σκέλος: τα Στενά μπορούν να ανοίξουν άμεσα -ακόμη και την επόμενη ημέρα μίας συμφωνίας εκεχειρίας- υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει γίνει ναρκοθέτηση. Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη πληροφορία αυτή τη στιγμή ότι έχουν τοποθετηθεί νάρκες. Εάν το Ιράν δεν έχει ποντίσει νάρκες, έστω και λίγες, τότε τα Στενά ανοίγουν άμεσα με μια διμερή συμφωνία μετά την κατάπαυση του πυρός. Αν, αντίθετα, έχει υπάρξει ναρκοθέτηση -κάτι που θεωρώ ότι δεν έχει συμβεί- τότε θα απαιτηθεί επιχείρηση ναρκοθηρίας προκειμένου να εντοπιστούν, να απομακρυνθούν οι νάρκες και να λειτουργήσουν απρόσκοπτα τα Στενά.

Θεωρώ το πρώτο σενάριο πιο πιθανό - δηλαδή, εφόσον επιτευχθεί ένα πλαίσιο συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και ελέγχου των Στενών -μάλλον από το Ιράν-, τότε τα Στενά μπορούν ανοίξουν πάρα πολύ γρήγορα και εύκολα.

Σε κάθε περίπτωση θα παραμένουν ωστόσο υπό την ομηρία των Φρουρών και του καθεστώτος

Αυτό είναι δεδομένο. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάψουν τα Στενά να αποτελούν το βασικό διαπραγματευτικό «χαρτί» του υφιστάμενου καθεστώτος - χρησιμοποίησα πριν τον όρο «πυρηνικό όπλο». Δεν πρόκειται να φύγουν από τον έλεγχό του. 

Εάν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, υπάρξει ανατροπή του καθεστώτος και μπορούμε να συζητήσουμε για την επόμενη μέρα, τότε δεν θα συντρέχει και λόγος ανησυχίας εφόσον η διαχείριση θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί από μία άλλη πολιτική κατάσταση-– θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιβληθούν διόδια, αλλά υποθέτω ελάχιστα απασχολεί αυτό την παγκόσμια ναυτιλία και την ενεργειακή ασφάλεια. Άρα, με τα σημερινά δεδομένα, τα Στενά θα παραμείνουν το ισχυρό διαπραγματευτικό «χαρτί» του υφιστάμενου καθεστώτος.

Η παράταση του πολέμου είναι το έτερο μεγάλο «όπλο» του Ιράν απέναντι στις ΗΠΑ;

Ασφαλώς. Το δεύτερο βασικό «χαρτί» και διαπραγματευτικό εργαλείο είναι ότι το Ιράν δεν βιάζεται να τελειώσει αυτός ο πόλεμος, διότι προτεραιότητά του δεν είναι πλέον η επίθεση αλλά η διάσωση του καθεστώτος. Όσο και αν έχει απομειωθεί το βληματικό του δυναμικό, εξακολουθεί να έχει δυνατότητα περιορισμένων επιθέσεων. Για να κατανοήσουμε τη διαφορά: από 200-250 επιθέσεις ημερησίως στην αρχή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προχθές είχαμε 12. Η μείωση είναι τεράστια, αλλά η δυνατότητα παραμένει. Αυτό επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί την εικόνα ότι συνεχίζει τον πόλεμο, χωρίς να ενδιαφέρεται για τον χρονικό ορίζοντα όσο ενδιαφέρει τον Ντόναλντ Τραμπ, που πιέζεται ασφυκτικά τόσο από τις αγορές, όσο και από την προοπτική των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Η συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ είναι κάθετα αντίθετη στις ενέργειες που έχει αναλάβει ο Αμερικανός πρόεδρος. Πολλώ δε μάλλον εάν επιχειρήσει, μιλάμε σαφώς σε επίπεδο εικασιών, το απονενοημένο διάβημα χερσαίων επιχειρήσεων.

Στην περιοχή έχουν σταλεί αμερικανικές στρατιωτικές ενισχύσεις και δόθηκε εντολή και για την ανάπτυξη αλεξιπτωτιστών. Με ποια στόχευση πιστεύετε;

Η μετακίνηση της 82ης Αερομεταφορόμενης Μεραρχίας και η παρουσία περίπου 5.000 πεζοναυτών στα δύο μεταγωγικά πλοία USS Boxer και USS Tripoli εκτιμώ ότι λειτουργούν κυρίως ως μοχλός πίεσης και δεν θα προχωρήσει ο Ντόναλντ Τραμπ στο επόμενο βήμα. Όπου το επόμενο βήμα, εάν θέλει να έχει επιχειρησιακά αποτελέσματα, θα είναι πολύ πικρό. Δηλαδή, μια πραγματική επιχείρηση ελέγχου των Στενών θα απαιτούσε αεραποβατική ενέργεια στις ακτές του Ιράν, κάτι που θα είχε πολύ μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες απώλειες. Δεν θεωρώ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, όπως και οι Αμερικανοί πολίτες φυσικά, είναι έτοιμος να δεχθεί την επιστροφή σορών σε φέρετρα - ξανά. 

Τι μπορεί να κάνει; Σε περισσότερο επικοινωνιακό και όχι επιχειρησιακό επίπεδο, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μία αεραποβατική ενέργεια στα δύο ή τρία νησάκια δυτικά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δηλαδή μέσα στον Κόλπο - το Σίρι, το Αμπού Μούσα και τη Μεγάλη Τουνμπ, των οποίων τα μικρά αεροδρόμια έχουν ήδη καταστρέψει οι αμερικανικές δυνάμεις. Έχοντας πραγματοποιήσει εκεί μία σχετικά εύκολη αεραποβατική ενέργεια, θα μπορούσαν να πουν οι ΗΠΑ ότι έχουν «πατήσει» στο έδαφος και έχουν μερικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, ούτε αυτό θα ισχύει καθώς στην πραγματικότητα ο έλεγχος των Στενών διενεργείται από την ενδοχώρα, τα παράλια του Ιράν και το νησί Κεσμ που δεν μπορεί να χτυπήσει.

Τώρα, το σενάριο μιας αεραποβατικής ενέργειας στο νησί Χαργκ το θεωρώ πολύ προχωρημένο και σίγουρα όχι ρεαλιστική επιχειρησιακή επιλογή, καθώς δεν υπάρχει μεν δυσκολία σε μία αεραποβατική ενέργεια και κατάληψη των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, αλλά το ερώτημα είναι τι ακολουθεί. Να χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα για περαιτέρω επιχειρήσεις στην ενδοχώρα; Υπενθυμίζω ότι απέχει 12 μίλια από τα παράλια του Ιράν. Θεωρώ ότι ένα τέτοιο σενάριο δεν έχει κανένα νόημα. Αντιθέτως, μια αεραποβατική ενέργεια στα νησιά Αμπού Μούσα και Σίρι, που είναι σχετικά πιο απομακρυσμένα από τις ιρανικές ακτές εντός των Στενών, θα μπορούσε να αποτελέσει μια επόμενη κίνηση, η οποία δεν θα οδηγούσε σε δραματική κλιμάκωση ούτε θα είχε ουσιαστικό επιχειρησιακό αποτέλεσμα, θα είχε όμως επικοινωνιακό αποτέλεσμα αν αυτός είναι ο στόχος του προέδρου Τραμπ.

Ποια η θέση των μοναρχιών του Κόλπου που εμφανίζονται να ζητούν πια από τον Τραμπ να «τελειώσει τη δουλειά» με το καθεστώς φοβούμενες ένα μόνιμο κύκλο αστάθειας; Μπορεί να έχουν αποδυναμωθεί εξαιρετικά οι δυνατότητες του Ιράν, ωστόσο ακόμη και ένα drone περιοδικά αρκεί για να αποδομεί την εικόνα του ασφαλούς τουριστικού και επενδυτικού προορισμού. Θεωρείτε ότι Σαουδική Αραβία και Εμιράτα θα μπορούσαν να εμπλακούν εν τέλει στρατιωτικά;

Δυστυχώς, η γεωγραφία είναι αμείλικτη. Εφόσον το καθεστώς δεν ανατρέπεται άμεσα ή και στο επόμενο διάστημα, οι αραβικές μοναρχίες θα συνεχίσουν να ζουν με την ανησυχία και τον φόβο. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Ωστόσο, δεν βλέπω το λόγο η επόμενη ημέρα στο Ιράν, με το ίδιο καθεστώς, να συνοδευτεί από επιθέσεις ή χρήση drones εναντίον των αραβικών μοναρχιών.

Κατανοώ απόλυτα αυτό που λέτε ότι οι αραβικές χώρες έχουν αλλάξει στάση - και μάλιστα ριζικά. Πριν από τον πόλεμο πίεζαν να μην ξεκινήσει ποτέ, ενώ τώρα πιέζουν να τελειώσει το συντομότερο δυνατό και με το καλύτερο αποτέλεσμα. Και αυτό πολύ πιθανόν να σημάνει σε δεύτερο χρόνο τη δική τους συμμετοχή, στις αεροπορικές επιχειρήσεις.

Εδώ όμως υπάρχει ένα έντονο οξύμωρο: στην ουσία θα είχαμε σουνιτικές μοναρχίες του αραβικού κόσμου να επιτίθενται στο Ιράν, στο πλευρό -έστω και άτυπα- του Ισραήλ. Πρόκειται για ένα σενάριο που μέχρι πρότινος φάνταζε αδιανόητο και σίγουρα δεν αποτελεί πολύ καλή εικόνα για τον ισλαμικό κόσμο. Συνεπώς, αν τελικά εμπλακούν, εκτιμώ ότι αυτό θα γίνει ενδεχομένως μέσω επιχειρήσεων χαμηλού επικοινωνιακού προφίλ, χωρίς έντονη δημόσια προβολή της συμμετοχής τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι αραβικές μοναρχίες θα συνεχίσουν να βρίσκονται, αν θέλετε, σε μια μορφή ομηρίας απέναντι στη γεωγραφική πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για επιθέσεις εναντίον τους εκ μέρους του Ιράν εφόσον αυτή η κατάσταση λήξει. Άρα, στην επόμενη ημέρα, το Ιράν και οι αραβικές μοναρχίες είναι υποχρεωμένες να συνυπάρξουν, όπως συνυπήρξαν και επί δεκαετίες μετά την Ισλαμική Επανάσταση.

Το κρίσιμο στοιχείο στην όλη εξίσωση άρα είναι οι ενεργειακές υποδομές. Εκεί είναι το σημείο όπου μπορεί να υπάρξει η μεγάλη ανάφλεξη; 

Ακριβώς, γι’ αυτό και, όπως προανέφερα, η αυτοσυγκράτηση είναι το κλειδί. Όσο αυτή διατηρείται, οι απώλειες -αν και όχι αμελητέες, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι καταστροφικές- παραμένουν διαχειρίσιμες και αφορούν κυρίως τη μειωμένη παραγωγή λόγω των αρχικών πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές. Με τον χρόνο, αυτή μπορεί να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα.

Συνεπώς, όσο δεν έχουμε πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές, δεν αναμένω ουσιαστικές επιπτώσεις ούτε στην ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα, ούτε σε τομείς όπως ο τουρισμός, ιδίως στα Εμιράτα, εφόσον βεβαίως καταλήξουμε σε μια βιώσιμη συμφωνία ειρήνης.

Σε όλη αυτή τη συζήτηση υπάρχει ένας «ελέφαντας στο δωμάτιο», που είναι το Ισραήλ. Διότι διαφορετικά είναι τα ζητούμενα των Ηνωμένων Πολιτειών, διαφορετικά τα «θέλω» των αραβικών κρατών και προφανώς διαφορετικοί οι στόχοι του Ισραήλ.

Στην αρχή της σύγκρουσης υπήρχε μια σχετική ταύτιση στόχων ΗΠΑ και Ισραήλ. Εκ μέρους των ΗΠΑ το βάρος δόθηκε στον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, δευτερευόντως του βαλλιστικού του δυναμικού και, εφόσον προέκυπτε, μια εσωτερική αποσταθεροποίηση ή ακόμα και ανατροπή του καθεστώτος. Για το Ισραήλ, όμως, η ιεράρχηση είναι διαφορετική και παραμένει σταθερή: πρώτος και κύριος στόχος είναι η ανατροπή του καθεστώτος, δεύτερος το πυρηνικό πρόγραμμα, καθώς επαφίεται στις δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών να το καταστρέψουν, και τρίτος το βαλλιστικό δυναμικό, το οποίο φυσικά αποτελεί και την άμεση απειλή.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα -ακόμη και αν υπάρξει άμεσα η κατάπαυση του πυρός που ελπίζουμε όλοι- το Ισραήλ δεν πρόκειται να σταματήσει να επιχειρεί, όπως κάνει εδώ και χρόνια, στο έδαφος του Ιράν. Μπορεί όχι με ανοιχτές επιχειρήσεις, όπως αεροπορικές επιδρομές, αλλά με άλλους τρόπους, προκειμένου να προσεγγίσει τον στρατηγικό του στόχο, που είναι υπαρξιακός και αφορά την ανατροπή του καθεστώτος.

Ποια είναι την ίδια στιγμή η εκτίμησή σας για τις επιχειρήσεις στο νότιο Λίβανο κατά της Χεζμπολάχ;

Αυτό που πρέπει πρωτίστως να επισημανθεί είναι ότι δεν πρέπει να συνδέουμε τις εξελίξεις στο Ιράν με όσα συμβαίνουν στον Λίβανο. Ακούγεται από ορισμένες πλευρές ότι αν σταματήσει το μέτωπο του Ιράν, θα σταματήσει και του Λιβάνου. Αυτό δεν ισχύει. Η επιχείρηση στον Λίβανο έχει τη δική της διακριτή στόχευση.

Αν δει κανείς ιστορικά την εξέλιξη της κατάστασης στον Λίβανο από το 1975 μέχρι σήμερα, οι τρέχουσες ενέργειες ήταν απόλυτα αναμενόμενες. Εκτιμώ ότι η πρώτη στόχευση που έχει ήδη επιτευχθεί είναι η δημιουργία μιας εκτεταμένης ζώνης ασφαλείας βόρεια των ισραηλινών συνόρων, μέχρι τον ποταμό Λιτάνι.

Γι’ αυτό άλλωστε καταστρέφονται και οι γέφυρες: ο Λιτάνι εκτείνεται περίπου 30-35 χιλιόμετρα κατά μήκος των ακτών της Μεσογείου από τα σύνορα και περίπου 10 χιλιομέτρα από τα Υψίπεδα του Γκολάν. Η περιοχή νότια του ποταμού, που ουσιαστικά συνδέεται γεωγραφικά με το βόρειο τμήμα των Υψιπέδων του Γκολάν, αποτελεί τη ζώνη ασφαλείας που θα έχει σε μεγάλο βαθμό διαμορφωθεί και εκτιμώ ότι θα επιχειρηθεί η πλήρης εκκαθάρισή της. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν θα υπάρξει συνέχεια επιχειρήσεων βόρεια του Λιτάνι ή τι θα συμβεί με την κυβέρνηση του Λιβάνου, αλλά επί του παρόντος αυτή είναι η βασική στόχευση. Συνεπώς, για να επανέλθω, το Ισραήλ δεν πρόκειται να σταματήσει τις επιχειρήσεις του στον Λίβανο, ανεξαρτήτως των εξελίξεων στο Ιράν.

Να περάσουμε στο διπλωματικό σκέλος και το θολό τοπίο των επαφών για αποκλιμάκωση. Ποιοι είναι σήμερα οι συνομιλητές της Ουάσινγκτον και ποιος έχει τον έλεγχο στο Ιράν;

Ας ξεκινήσουμε από την εσωτερική κατάσταση στο Ιράν. Ο πληθυσμός στο Ιράν δεν αντέδρασε βγαίνοντας στους δρόμους, κάτι που ήταν απολύτως αναμενόμενο και δεν κατανοώ γιατί θεωρήθηκε εκ μέρους ΗΠΑ και Ισραήλ ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί. Όταν μια χώρα δέχεται εξωτερική επίθεση, αυτό οδηγεί σε συσπείρωση και ενίσχυση του εθνικού φρονήματος. Συνεπώς, και σε συνδυασμό φυσικά και με τον φόβο των βομβαρδισμών, δεν υπήρξε «implosion», δηλαδή κατάρρευση εκ των έσω, με μαζικές κινητοποιήσεις που να απειλούν το καθεστώς.

Το δεύτερο στοιχείο που παρατηρούμε είναι ότι το καθεστώς επιβιώνει, αλλά με μια σαφή μετατόπιση ισχύος: περισσότερη εξουσία συγκεντρώνεται πλέον στους Φρουρούς της Επανάστασης και λιγότερη στο ιερατείο και στο πολιτικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην ασφάλεια και την επιβίωση και λιγότερη στην πολιτική ευελιξία.

Η ανάδειξη προσώπων με ισχυρό στρατιωτικό υπόβαθρο, όπως η επιλογή του Μοχαμάντ Μπαγέρ Ζολγάντρ, πρώην διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, στη θέση του Αλί Λαριτζανί στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως κλιμάκωση, αλλά δείχνει ότι διαμορφώνεται ένας πιο στρατιωτικοποιημένος κύκλος λήψης αποφάσεων, γεγονός που καθιστά τη διπλωματική στάση του Ιράν λιγότερο ευέλικτη.

Παρά ταύτα, ιστορικά έχουμε δει ότι ακόμη και ένα πολύ σκληρό στρατιωτικό καθεστώς που επιβιώνει από έναν πόλεμο μπορεί στη συνέχεια να διαπραγματευτεί και να συμβάλει στη διαμόρφωση συνθηκών για μια βιώσιμη ειρήνη. Συνεπώς, θα σκληρύνει εσωτερικά η γραμμή και θα υπάρχει μεγαλύτερη καχυποψία, αλλά θεωρώ ότι η επικοινωνία με τις ΗΠΑ ή με διάφορους δρώντες της περιοχής θα έχει όρους αποτροπής, επιβίωσης και διατήρησης της ισχύος των μηχανισμών των Φρουρών, και λιγότερο όρους μεταρρύθμισης, εκδημοκρατισμού και «ανοίγματος» - κάτι το οποίο έχω την εκτίμηση ότι δεν ενοχλεί καθόλου τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ανάδειξη σε κεντρικό ρόλο του προέδρου της Βουλής Μοχάμεντ Μπακέρ Καλιμπάφ. Μαζί με τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, που δεν έχει στοχοποιηθεί τουλάχιστον ακόμη, όπως δεν έχει στοχοποιηθεί και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, φαίνεται να συγκροτείται μια τριάδα που, υπό τον έλεγχο των Φρουρών της Επανάστασης, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διαπραγματευτική προμετωπίδα. Δεν αποκλείεται βεβαίως να υπάρχει ήδη μία προαλειφόμενη ηγετική ομάδα που θα αναδυθεί στο μέλλον, αλλά αυτή η τριάδα αποτελεί ένα πιθανό σχήμα εκπροσώπησης στο τραπέζι των επαφών.

Θα μπορούσαμε να κλείσουμε κ. Κυριακίδη συνοψίζοντας τη «φωτογραφία της στιγμής» στον πόλεμο;

Θα έλεγα ότι είμαι πιο αισιόδοξος σε σχέση με την προηγούμενη Παρασκευή. Βλέπω αφενός τη δυνατότητα συγκρότησης μιας διαπραγματευτικής ομάδας εκ μέρους του Ιράν, υπό τον έλεγχο των Φρουρών να το επαναλάβω αυτό, και αφετέρου αυξημένη κινητικότητα από τρίτες χώρες. Βλέπω επίσης πολύ μεγάλη προθυμία από Τουρκία, Αίγυπτο και Πακιστάν, που διατηρούν σχέσεις με το Ιράν, να μεσολαβήσουν. Προσωπικά, πάντως, θεωρώ ότι το Ομάν είναι ο πλέον κατάλληλος ενδιάμεσος, καθώς έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να διατηρήσει ισορροπίες και είναι μία χώρα από τις αραβικές μοναρχίες. Θα ήθελα να δω το Ομάν να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και λιγότερο τις άλλες τρεις χώρες.

Τώρα, ακριβώς επειδή δεν έχουμε σαφείς πληροφορίες και δεν γνωρίζουμε το στρατηγικό σχεδιασμό καμίας πλευράς, αυτό μας υποχρεώνει να διατηρούμε επιφυλάξεις και θα παραμείνουμε με το ερωτηματικό της επόμενης ημέρας. Υπάρχει μια χαραμάδα αισιοδοξίας σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για ασφαλή συμπεράσματα.

Θεωρώ ότι εφόσον οι επαφές μέσω τρίτων χωρών προχωρήσουν -και μιλάμε ακόμη για αρχικές επαφές, απέχουμε πολύ από μία διαπραγμάτευση- θα είμαστε σε έναν καλό δρόμο, και αυτό θα διαφανεί από ενέργειες ένθεν και ένθεν, εκτός από τη μη προσβολή ενεργειακών υποδομών, που θα δείχνουν αυτή την πρόθεση. Για παράδειγμα, το Ιράν θα μπορούσε να χαλαρώσει τους όρους διέλευσης από τα Στενά, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες να περιορίσουν τα πλήγματα σε κατοικημένες περιοχές. Τέτοιες κινήσεις θα αποτελούσαν ενδεχομένως ενδείξεις πρόθεσης αποκλιμάκωσης και θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για πιο ουσιαστικές επαφές στη συνέχεια. 


* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International