Το πολιτικό μήνυμα του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, προς τις δύο όχθες του Ατλαντικού, μέσω της αναφοράς στο casus belli, την τουρκική στρατηγική διά της οποίας επιχειρείται αναβάθμιση στην Ατλαντική Συμμαχία και εισχώρηση στην ευρωπαϊκή Άμυνα, καθώς και τις βαθύτερες αλλαγές που φέρνει σε πολιτικό, οικονομικό και επιχειρησιακό επίπεδο η μετάβαση προς ένα «ευρωπαϊκό» ΝΑΤΟ, καταγράφει ο στρατηγικός αναλυτής Στάθης Κυριακίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη μετά το κλείσιμο της αυλαίας της Συνόδου της Άγκυρας.
Διττή η στόχευση της αναφοράς του κ. Μητσοτάκη στην τουρκική απειλή πολέμου, κατά τον Στάθη Κυριακίδη, Υποναύαρχο ε.α., αμυντικό αναλυτή και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International: Αφ’ ενός σε επίπεδο Συμμαχίας να «ακούσουν» οι Ηνωμένες Πολιτείες ότι η όποια αναβάθμιση της Τουρκίας εντός ΝΑΤΟ οφείλει να λαμβάνει υπόψη ζητήματα εθνικής ασφάλειας των συμμάχων, και αφ’ ετέρου σε επίπεδο ΕΕ να εκπέμψει στους εταίρους το σήμα ότι δεν μπορεί να μπει από το «παράθυρο» στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα μία Τουρκία που δεν άρει το casus belli κατά της Ελλάδας και κατέχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Ως προς το επίμαχο ζήτημα των F-35, o ίδιος εκτιμά ότι οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, περί άρσης των κυρώσεων CAATSA και πιθανής επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών συνιστούν, επί της ουσίας, «ευχολόγιο» παρά οποιαδήποτε άμεση προοπτική, δεδομένης της εναντίωσης του Κογκρέσου.
Προχωρώντας σε εκτενή αποτίμηση της Συνόδου Κορυφής της Άγκυρας, ο Στάθης Κυριακίδης σκιαγραφεί τη μετάβαση στο «ΝΑΤΟ 3.0» - ένα ΝΑΤΟ που απομακρύνεται από τη λογική του «πόσο ξοδεύεις» στο «τι παράγεις, πόσο γρήγορα» και ποιες πραγματικές δυνατότητες διαθέτεις. Υπό την πίεση του Ντόναλντ Τραμπ, οι Ευρωπαίοι δεν καλούνται πλέον μόνο να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, αλλά να αναλάβουν το κύριο βάρος της συμβατικής άμυνας της ηπείρου, σε περίοδο κατά την οποία, όπως επισημαίνει, η αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη παύει να θεωρείται δεδομένη και μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε μοχλό πίεσης της Ουάσινγκτον προς τους συμμάχους.
Σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται εν αμφιβόλω η δέσμευση των ΗΠΑ για την εξασφάλιση της πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη, αναφέρει ο ίδιος αποκωδικοποιώντας το κείμενο Συμπερασμάτων και τις αποφάσεις της Συνόδου - από το Άρθρο 5 της συλλογικής άμυνας, τη στήριξη στην Ουκρανία και τη ρωσική απειλή, έως τις αμυντικές δαπάνες και τα αμυντικά συμβόλαια, το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ.
Όσον αφορά την ελληνική στρατηγική στο νέο περιβάλλον, ο Στάθης Κυριακίδης επισημαίνει ότι η Αθήνα θα πρέπει να συνδέσει τις υψηλές αμυντικές δαπάνες με συγκεκριμένο ρόλο σε ΝΑΤΟϊκές δυνατότητες· να προβάλλει τη διαχρονική ελληνική στάση εντός της Συμμαχίας αλλά και τη χρησιμότητά της για τις Ηνωμένες Πολιτείες διμερώς, διεκδικώντας αναβαθμισμένο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο πλαίσιο αυτό, εισηγείται τη διεκδίκηση αεροναυτικού στρατηγείου ως αντισταθμιστική κίνηση απέναντι στην τουρκική επιδίωξη ένταξης δύο στρατηγείων στη δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Το ζήτημα του casus belli έθεσε για δεύτερη φορά από την Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με φόντο τώρα το σήμα της Ατλαντικής Συμμαχίας, και στον απόηχο της συνάντησης Τραμπ-Ερντογάν. Τι σηματοδοτεί η ανάδειξη της τουρκικής απειλής πολέμου όχι σε διμερές πλαίσιο, αλλά από τον Έλληνα πρωθυπουργό προσερχόμενο σε μία εξαιρετικά κρίσιμη για το μέλλον του ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή Άμυνα Σύνοδο Κορυφής;
Η αναφορά του πρωθυπουργού στο casus belli είναι ασφαλώς μία θετική εξέλιξη στο πλαίσιο ΝΑΤΟϊκής Συνόδου διότι υπενθυμίζεται ότι όταν η Συμμαχία επιφυλάσσει κάποιον αναβαθμισμένο ρόλο σε κράτος-μέλος, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ζητήματα εθνικής ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε βεβαίως διπλωματικά τον όρο «ευαισθησίες» των συμμάχων, όμως αυτό ξεκάθαρα υπονόησε.
Είναι η δεύτερη φορά που θέτει το ζήτημα ο κ. Μητσοτάκης σε τουρκικό έδαφος. Η πρώτη ήταν σε καθαρά διμερές επίπεδο, κατά τη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο, τον Φεβρουάριο, και είχε μεγαλύτερη αμεσότητα. Τώρα, όμως, το έθεσε κατά την προσέλευσή του στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Προφανώς, βέβαια, δεν αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός στην ενδεχόμενη προμήθεια των F-35 από την Τουρκία, καθώς εντάσσεται σε αμιγώς διμερές πλαίσιο μεταξύ Ουάσινγκτον και Άγκυρας.
Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις και να προσπαθεί να αποτρέπει πιθανές δυσάρεστες καταστάσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, συνάγεται ότι η αναφορά του πρωθυπουργού στο casus belli συνιστά ταυτόχρονα και μία έμμεση απάντηση στην προσπάθεια Ερντογάν να αποκτήσει η Τουρκία πρόσβαση, άμεσα ή έμμεσα, στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Εδώ πρέπει να γίνει μία βασική διάκριση. Το ΝΑΤΟ, ως στρατιωτικός-πολιτικός οργανισμός, δεν διαθέτει μηχανισμούς αντίστοιχους με εκείνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών. Η Συμμαχία εντοπίζει τα επιχειρησιακά της κενά -είτε πρόκειται για στρατηγικές μεταφορές, είτε για αντι-drone συστήματα, είτε για διαστημική απειλή ή οτιδήποτε άλλο- και τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση, συνεργαζόμενα μεταξύ τους ή κατά μόνας, να καλύψουν αυτές τις ανάγκες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας 22-κράτη-μέλη είναι ταυτόχρονα και μέλη του ΝΑΤΟ, ως κατά βάση πολιτικο-οικονομικός οργανισμός, με στρατιωτική διάσταση πλέον, έχει αναπτύξει μηχανισμούς χρηματοδότησης της αμυντικής βιομηχανίας. Σας παραπέμπω στην Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), στο Πρόγραμμα για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία (EDIP), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF) για την έρευνα και ανάπτυξη και πιο πρόσφατα το SAFE, στο πλαίσιο του Rearm Europe.
Διαθέτει, συνεπώς, η ΕΕ τους μηχανισμούς εκείνους που χρηματοδοτούν συνεργασίες μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της Τουρκίας. Όπως και λοιπές τρίτες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, εκτός Ένωσης δηλαδή, η Τουρκία δεν έχει πρόσβαση σε αυτού τους είδους το μηχανισμό χρηματοδότης - και επιδιώκει ακριβώς να αποκτήσει. Η Ελλάδα απέκλεισε σε πρώτη φάση την Τουρκία από το SAFE -όχι τις εταιρείες της, αλλά την Τουρκία ως χώρα-, ακόμη και ως προς το ποσοστό συμμετοχής του 35% που προβλέπεται από το SAFE για τρίτες χώρες. Εξ ου και η Άγκυρα επιχειρεί σήμερα να πείσει ότι δεν πρέπει να υπάρχει επικάλυψη των δαπανών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, είτε ως κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ είτε ως Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θα επαναλάβω, ωστόσο, ότι δεν υφίσταται αντίστοιχος μηχανισμός στο ΝΑΤΟ. Κατ’ επέκταση, η Τουρκία είτε θα πρέπει να αναζητήσει συμφωνίες εκτός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να προωθήσει την αμυντική της βιομηχανία και να καλύψει τα επιχειρησιακά κενά της Συμμαχίας όπου αυτά έχουν καταχωρηθεί, είτε να βρει τρόπο να ενταχθεί στους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είναι που η Ελλάδα θα πρέπει να αποκλείσει και για το λόγο αυτό ο πρωθυπουργός υπογράμμισε τη σημασία να ληφθούν υπόψη οι «ευαισθησίες» των συμμάχων.
Πολυεπίπεδο συνεπώς το μήνυμα του κ. Μητσοτάκη διά της αναφοράς στο casus belli
Η αναφορά του πρωθυπουργού στο casus belli είχε σαφώς διττή στόχευση. Αφενός σε επίπεδο ΝΑΤΟ, ώστε να «ακούσουν» οι Ηνωμένες Πολιτείες ότι τα ζητήματα θα πρέπει να λύνονται εντός της «οικογένειας» της Συμμαχίας με τις ευαισθησίες των κρατών-μελών να λαμβάνονται υπόψη, ήτοι ότι κάθε αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ευαισθησίες των συμμάχων. Αφετέρου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν ένα μήνυμα προς τους εταίρους ότι δεν μπορεί να μπει από το «παράθυρο» η Τουρκία στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα όταν πρόκειται για τη χώρα που διατηρεί σε ισχύ το casus belli απέναντι στην Ελλάδα και εξακολουθεί να κατέχει τη μισή Κύπρο.
Ένα μήνυμα προς την Ένωση στο σημείο όπου στόχευσε και ο ίδιος ο Ερντογάν, επιδιώκοντας να πείσει τα κράτη-μέλη της ΕΕ, που είναι και μέλη του ΝΑΤΟ, ότι δεν χρειάζονται επικαλυπτικές προσπάθειες όσον αφορά τις επιχειρησιακές ανάγκες του ΝΑΤΟ δεδομένου ότι ήδη υφίστανται μηχανισμοί που «τρέχουν» για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.
Σε ευρύτερο επίπεδο, πώς προσήλθε η Αθήνα στη ΝΑΤΟϊκή Σύνοδο Κορυφής, τι «κρατά» από την Άγκυρα και ποιες οι επόμενες προκλήσεις;
Από τη Σύνοδο Κορυφής η Ελλάδα δεν ανέμενε συγκεκριμένα πολιτικά οφέλη. Προφανώς, κάθε ενίσχυση του αντιπάλου μας, της μόνιμης απειλής της Τουρκίας, είναι κάτι που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να το αποτρέπουμε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η εξωτερική μας πολιτική θα πρέπει να είναι αποκλειστικά «τουρκοκεντρική». Δεν θα πρέπει να ακολουθούμε πάντοτε ακριβώς αυτά που λέει ή κάνει η Τουρκία και να είμαστε επιμηθείς.
Η χώρα μας οφείλει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, προκειμένου, ως προαναφέραμε, να αποτρέπει δυσμενείς καταστάσεις, προβάλλοντας τη διαχρονική ελληνική στάση εντός της Συμμαχίας αλλά και τη χρησιμότητά της για τις Ηνωμένες Πολιτείες διμερώς, και διεκδικώντας αναβαθμισμένο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο σε επίπεδο αεροναυτικής επιτήρησης, logistics, υποδομών και αντιβαλλιστικής άμυνας.
Η διεκδίκηση, για παράδειγμα, ενός αεροναυτικού στρατηγείου στην Ανατολική Μεσόγειο, με πυρήνα το υφιστάμενο Κέντρο Εκπαίδευσης Ναυτικής Αποτροπής του ΝΑΤΟ (ΚΕΝΑΠ) στη Σούδα- θα μπορούσε να αποτελέσει το αντιστάθμισμα στην πιθανολογούμενη ένταξη δύο τουρκικών σχηματισμών στη δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Με αυτόν τον τρόπο θα αποτραπεί και η παγίωση μίας αίσθησης ότι η Τουρκία είναι ο μοναδικός και αναντικατάστατος πυλώνας της Συμμαχίας στη νοτιοανατολική της πτέρυγα.
Εφόσον, λοιπόν, η Τουρκία επιδιώκει να εντάξει δύο στρατηγεία στη δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει και να επιμείνει σε αντίστοιχη προσφορά ενός αεροναυτικού στρατηγείου επιτήρησης στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα το αποδεχθεί η Τουρκία; Η απάντηση είναι: σε καμία περίπτωση. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, οδηγούμε πλέον εμείς την Τουρκία σε δύσκολη θέση, καθώς θα είναι εκείνη που θα απορρίπτει μία πρόταση που ενισχύει τη Συμμαχία. Πρόκειται, βεβαίως, για μία πρόταση που βασίζεται σε παλαιότερη πρωτοβουλία του υπουργείου Άμυνας για το Allied Maritime Multinational Headquarters στη Σούδα. Δεν γνωρίζω σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα. Εφόσον, όμως, φαίνεται να έχει μείνει στην άκρη, θεωρώ ότι πρέπει να επανέλθει στο «τραπέζι».
Στα θετικά της Συνόδου Κορυφής για την Ελλάδα καταγράφεται ότι αναγνωρίστηκε πως συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, γεγονός που της έδωσε τη δυνατότητα να προβάλλει τόσο τον σταθεροποιητικό της ρόλο στη Συμμαχία όσο και την προσήλωσή της στις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, στα συμφωνηθέντα δηλαδή κατά την περυσινή Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη. Ωστόσο, η Ελλάδα θα πρέπει να συνδέσει τις υψηλές αμυντικές δαπάνες με συγκεκριμένο ρόλο σε ΝΑΤΟϊκές δυνατότητες. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία πρέπει να επιδιώξει την ανάπτυξη στοχευμένων δυνατοτήτων που να καλύπτουν συγκεκριμένα και αναγνωρισμένα κενά της Συμμαχίας - να αναπτύξει, δηλαδή, να αποκτήσει εξειδικευμένες δυνατότητες (niche capabilities).
Το υπό προώθηση τουρκικό νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» έρχεται, κατά κάποιο τρόπο, να δημιουργήσει μία κατάσταση ανάλογη με το casus belli που έθεσε στο προσκήνιο ο πρωθυπουργός. Εγκυμονεί κινδύνους στο πεδίο εάν επιχειρηθεί η εφαρμογή διατάξεών του στην πράξη, όπως έχετε αναλύσει εκτενώς σε προηγούμενες συνομιλίες μας. Η αναφορά σας σε πιθανή αντισταθμιστική κίνηση με διεκδίκηση ελληνικού αεροναυτικού στρατηγείου στην Ανατολική Μεσόγειο πώς «μεταφράζεται» σε σχέση με το αναθεωρητικό δόγμα;
Γνωρίζοντας ότι αναμένουμε εξελίξεις σχετικά με το νομοσχέδιο προς τον Οκτώβριο, η Ελλάδα θα μπορούσε με την πρόταση διεκδίκησης ενός αεροναυτικού στρατηγείου, ως αντισταθμιστική κίνηση στην επιδίωξη της Άγκυρας να εντάξει δύο στρατηγεία στη δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ, να ανασχέσει αυτή τη λογική καθώς η Τουρκία αποκλείεται να αποδεχθεί την πρόταση.
Κατ’ επέκταση, είτε θα βρεθεί η ίδια στη δύσκολη θέση να εξηγήσει γιατί απορρίπτει μία ελληνική πρόταση που ενισχύει τη Συμμαχία, είτε θα πρέπει να αποσύρει και της δική της πρόταση. Γιατί ακριβώς το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» είναι ο λόγος που δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθεί ένα αντίστοιχο ελληνικό αεροναυτικό στρατηγείο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κεφάλαιο F-35: ποια είναι η ανάγνωσή σας για τα όσα διημείφθησαν στη συνάντηση των προέδρων Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας; Και ποιο το συνολικό αποτύπωμα της Συνόδου Κορυφής για την Τουρκία και τον Ερντογάν;
Για την Τουρκία και προσωπικά για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Σύνοδος είχε πολλαπλά και σημαντικά πολιτικά οφέλη. Εμφανίστηκε ως ο σημαντικότερος σύμμαχος σε μια περιοχή πολεμικών συγκρούσεων και ως αξιόπιστος συνομιλητής που μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, προέβαλλε την αμυντική της βιομηχανία στο Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας του ΝΑΤΟ. Σε διμερές επίπεδο, επιβεβαίωσε την σημαντική βελτίωση των σχέσεών της με τις ΗΠΑ, ενώ και ο Ερντογάν ανέδειξε το ηγετικό του προφίλ στο εσωτερικό ακροατήριο, στο πλαίσιο του σχεδίου του για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, προκειμένου να εξασφαλίσει νέα θητεία.
Η πιο σημαντική εξέλιξη για την Άγκυρα είναι ότι ο Τραμπ δήλωσε πως οι ΗΠΑ θα άρουν τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας που προβλέπονται στο νόμο CAATSA 2020, χωρίς να γίνεται συζήτηση για το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, και συναφώς, θα εξετάσουν πιθανή πώληση ή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, αν και αναγνώρισε ότι παραμένουν νομικά και κοινοβουλευτικά εμπόδια. Η δήλωση αυτή, παρότι έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στην Άγκυρα, είναι σαφές ότι αποτελεί περισσότερο ευχολόγιο, καθώς το Κογκρέσο δεν προτίθεται να συναινέσει, υπό την πίεση και του ισραηλινού και ελληνικού λόμπι.
Συνεπώς, αν συνεκτιμήσουμε τη συνέντευξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, μία ήμερα πριν από τη Σύνοδο, κατά την οποία αντιτάχθηκε σθεναρά σ’ αυτήν την προοπτική, είναι πιθανό η δήλωση Τραμπ να είχε στόχο την άσκηση πίεσης στο Ισραήλ, προκειμένου να διαφοροποιήσει τη στάση του στο θέμα του Λιβάνου. Όσον αφορά την πώληση μέρους των κινητήρων F-110 της General Electric για το εγχώριο μαχητικό ΚΑΑΝ, αυτό θα είναι πιθανότατα και το μόνο (αντι)δώρο του Τραμπ προς «τον φίλο του».
Περνώντας στην αποτίμησή σας για την έκβαση της Συνόδου Κορυφής της Άγκυρας, τι αντανακλά το κείμενο Συμπερασμάτων και οι επιμέρους αποφάσεις και ποια είναι η μεγάλη στρατηγική εικόνα που αναδύεται για τη νέα εποχή της Συμμαχίας και τη σχέση Αμερικής-Ευρώπης;
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα μπορεί να μην είχε θεσμικές μεταβολές στο «concept» της Συμμαχίας, όμως δεν ήταν μία απλά διεκπεραιωτική ετήσια επιβεβαίωση ενότητας και συνοχής. Ήταν μια Σύνοδος μετάβασης στο ΝΑΤΟ 3.0. Δηλαδή, από το ΝΑΤΟ που έθετε απλά στόχους αμυντικών εξοπλισμών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο ΝΑΤΟ που πρέπει να παράξει πραγματικές δυνατότητες καλύπτοντας πραγματικές ανάγκες σε οπλικά συστήματα, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα συστήματα, στρατηγικές μεταφορές και να εξασφαλίσει την αμυντική βιομηχανική επάρκεια, με ανάληψη της ευρωπαϊκής ασφάλειας από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, την παρουσίασε ως Σύνοδο «delivery», δηλαδή υλοποίησης των δεσμεύσεων της Χάγης για ισχυρότερες δυνάμεις, αυξημένη παραγωγή και -κατά συνέπεια- περισσότερες επιχειρησιακές δυνατότητες. Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι η θέση των ΗΠΑ μετακινήθηκε σαφώς από την αναλογική κατανομή βαρών (burden-sharing) της πρώτης θητείας Τραμπ, σε πλήρη μετακύλιση βαρών (burden-shifting), όπου οι Ευρωπαίοι δεν καλούνται μόνο να πληρώσουν περισσότερα, αλλά να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της Ευρώπης, καθώς οι ΗΠΑ στρέφουν περισσότερη προσοχή στον Ινδο-Ειρηνικό. Συναφώς, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ανακοινώσει μειώσεις και επανεξέταση μέρους της στρατιωτικής παρουσίας τους στην Ευρώπη και, για το λόγο αυτό, θα διεξάγουν εξάμηνη αναθεώρηση της παρουσίας τους στην ήπειρο.
Διαβάζοντας τα Συμπεράσματα της Συνόδου, συγκρατούμε τα ακόλουθα: Καταρχήν, στον κεντρικό πυρήνα του κειμένου βρίσκεται η επαναβεβαίωση της απόλυτης δέσμευσης των κρατών-μελών στη Συλλογική Άμυνα, όπως αυτή περιγράφεται στο Άρθρο 5 τη Συνθήκης της Ουάσινγκτον. Ο όρος «ironclad [σιδερένια πανοπλία] commitment» χρησιμοποιείται για να τονίσει τη σθεναρή και απαρέγκλιτη δέσμευση όλων των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των ΗΠΑ. Αυτό είναι πολιτικά αναγκαίο επειδή οι δηλώσεις Τραμπ για πιθανές μειώσεις αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη έχουν δημιουργήσει ανασφάλεια στους Ευρωπαίους συμμάχους. Παράλληλα, πρέπει να τονιστεί ότι δεν τίθεται εν αμφιβόλω η δέσμευση των ΗΠΑ για την εξασφάλιση της πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη.
Δεύτερον, η Ρωσία κατονομάζεται εκ νέου ως μεσο-μακροπρόθεσμη απειλή για την ασφάλεια του ευρωατλαντικού χώρου. Η απειλή αυτή συνδέει, κατ’ ουσίαν, τις αμυντικές δαπάνες με τη στήριξη στην Ουκρανία σε ένα ενιαίο αφήγημα: η Συμμαχία δεν συνδράμει απλώς στην άμυνα της Ουκρανίας, αλλά επενδύει στη δική της αποτροπή απέναντι στη Ρωσία. Όσον αφορά την ίδια την Ουκρανία και το μέλλον της, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, αλλά η αμέριστη στήριξη θα διατηρηθεί όσο απαιτηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται η παροχή βοήθειας ύψους 70 δισ. δολαρίων σε στρατιωτικό εξοπλισμό και εκπαίδευση για το 2026, με πρόθεση διατήρησης τουλάχιστον αντίστοιχου επιπέδου και για το 2027. Πρέπει να τονίσουμε βέβαια, ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της βοήθειας θα προέλθει από διμερείς ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, ενώ οι ΗΠΑ δεν αναμένεται να έχουν μεγάλη συμμετοχή.
Τρίτον, αναφορικά με τις αμυντικές δαπάνες των Συμμάχων, επαναβεβαιώθηκε ο στόχος του 5% του ΑΕΠ έως το 2035, όπως συμφωνήθηκε στη Σύνοδο του 2025 στη Χάγη. Το 3,5% για βασικές αμυντικές ανάγκες και το υπόλοιπο 1,5% για ευρύτερες επενδύσεις στην ασφάλεια και άμυνα, όπως υποδομές, ανθεκτικότητα, κυβερνοχώρος, logistics και δυνατότητες διττής χρήσης. Ο Μαρκ Ρούτε ζήτησε από τα κράτη-μέλη συγκεκριμένα και αξιόπιστα σχέδια με σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, για την επίτευξη του στόχου. Παράλληλα ανακοίνωσε ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν τις βασικές αμυντικές δαπάνες σχεδόν κατά 20% το 2025, σε σχέση με το 2024.
Για το 2026, ανέφερε ότι πέντε κράτη-μέλη αναμένεται να φθάσουν ήδη το όριο του 3,5% για απαιτήσεις που συνδέονται με τις βασικές αμυντικές δαπάνες, ενώ 17 κράτη-μέλη αναμένεται να καλύψουν και το υπόλοιπο 1,5% για ευρύτερες επενδύσεις στην ασφάλεια, πολύ πριν την προθεσμία του 2035. Το βασικό συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε αυτό που ζητούσε ήδη από την πρώτη του θητεία: μεγαλύτερο ευρωπαϊκό βάρος. Το ερώτημα βέβαια παραμένει αν αυτό θα οδηγήσει σε πραγματική ευρωπαϊκή επιχειρησιακή αυτονομία εντός του ΝΑΤΟ, ή οι προμήθειες θα καταλήξουν στην αμερικανική βιομηχανία, ενισχύοντας την οικονομία των ΗΠΑ. Αυτό μένει να το δούμε στην πράξη.
Τέταρτον, αναφορικά με την αμυντική βιομηχανία, περάσαμε από δεσμεύσεις σε συμβόλαια, στο πλαίσιο του Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας του ΝΑΤΟ, της 7ης Ιουλίου. Ο Μαρκ Ρούτε ανακοίνωσε νέες προμήθειες δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, με στόχο να μετατραπούν οι δεσμεύσεις δαπανών σε πραγματικές δυνατότητες. Από το παράλληλο Φόρουμ ξεχωρίζουμε δύο θεσμικές πρωτοβουλίες: Το «NATO Front Door for Industry», που διευκολύνει την αμεσότητα στην επαφή των εταιρειών με το ΝΑΤΟ, και το «NATO Engine», που στοχεύει στη σύνδεση των στρατιωτικών και πολιτικών γραμμών παραγωγής για ταχύτερη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Επίσης, για πρώτη φορά το ΝΑΤΟ δημοσιοποίησε τον πρώτο περιγραφικό και μη διαβαθμισμένο κατάλογο αναγκών, ώστε η αμυντική βιομηχανία να γνωρίζει τι χρειάζεται η Συμμαχία. Συνεπώς παρατηρούμε ότι το ΝΑΤΟ μετακινείται από την κλασική ατζέντα «πόσο ξοδεύεις» στο «τι παράγεις, πόσο γρήγορα και με ποια αποθέματα».
Πέμπτον, αναφορικά με το Ιράν και ειδικότερα το Στενό του Ορμουζ, οι αμερικανικές επιθέσεις κατά ιρανικών στόχων, σε απάντηση των τριών προσβολών εμπορικών πλοίων που κινούνταν εκτός του προκαθορισμένου διαύλου που έχουν επιβάλει οι Φρουροί της Επανάστασης επανέφεραν τη Μέση Ανατολή ως μείζον ζήτημα της Συνόδου. Αυτό εξηγεί γιατί στο κείμενο υπάρχει σαφής αναφορά, στήριξη κατ’ ουσίαν στις ΗΠΑ, ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και οφείλει να σέβεται την ελευθερία ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Η εκτίμηση, ωστόσο, παραμένει ότι το ΝΑΤΟ ως οργανισμός, δεν πρόκειται να εμπλακεί σε μία επιχείρηση στην περιοχή, χωρίς να υπάρχει σαφής πρόοδος στις διαπραγματεύσεις και χωρίς τη συναίνεση του Ιράν.
Όσον αφορά τη στάση του Αμερικανού προέδρου, όπως αναμενόταν, κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, μία εβδομάδα πριν, στη σύνοδο των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ. Εξαπέλυσε δριμεία κριτική προς τους Ευρωπαίους για τη στάση τους στον πόλεμο με το Ιράν, καθώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν στήριξαν επαρκώς τις ΗΠΑ. Εξέφρασε την απογοήτευσή του συνολικά, και κατηγόρησε ονομαστικά την Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία για ανεπαρκή υποστήριξη στην αμερικανική πολεμική προσπάθεια. Για την Ισπανία ειδικότερα τόνισε ότι δεν θέλει να έχει καμία σχέση με τη συγκεκριμένη χώρα γιατί όχι μόνο δεν συντάσσεται με το στόχο το 5% αλλά τηρεί και «εχθρική» στάση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο θέμα του Ιράν.
Είναι σαφές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνεται το ΝΑΤΟ όχι μόνο ως μηχανισμό συλλογικής άμυνας, αλλά και ως δίκτυο πολιτικής ανταπόδοσης: δεδομένου ότι οι ΗΠΑ παρέχουν προστασία στην Ευρώπη, οι Σύμμαχοι οφείλουν να στηρίζουν τις αμερικανικές επιλογές, ακόμη και αν δεν έχουν προηγηθεί οι απαιτούμενες διαβουλεύσεις και συλλογικές αποφάσεις, σύμφωνα με τη ιδρυτική συνθήκη του ΝΑΤΟ.
Στο ίδιο πλαίσιο, και σε μια προσπάθεια εκφοβισμού, ο Τραμπ δεν απέκλεισε περαιτέρω μειώσεις αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Αυτό κρατά τους Ευρωπαίους σε καθεστώς αβεβαιότητας καθώς δεν γνωρίζουν πόσο μεγάλης κλίμακας θα είναι η απόσυρση στρατευμάτων, ούτε το κατά πόσο αυτή θα εξαρτηθεί από το ρυθμό αύξησης των δαπανών για τους αμυντικούς εξοπλισμούς. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική παρουσία παύει να είναι δεδομένη και μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης προς την Ευρώπη, καθώς αύξηση των ευρωπαϊκών δαπανών και παροχή διευκολύνσεων προς τις ΗΠΑ χωρίς αντιρρήσεις, σημαίνει και αύξηση της πιθανότητας διατήρησης της αμερικανικής παρουσίας.
Αναφορικά με τη Γροιλανδία, η εν πολλοίς αναμενόμενη αλλά σαφώς δυσάρεστη έκπληξη, ήταν η επαναφορά του θέματος στο προσκήνιο. Ο Τραμπ επανέλαβε τη θέση ότι η Γροιλανδία πρέπει να ελέγχεται από τις ΗΠΑ και όχι από τη Δανία, με το επιχείρημα ότι η Δανία δεν επενδύει επαρκώς στην άμυνα της Γροιλανδίας και ότι ρωσική και κινεζική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί σοβαρή απειλή ασφαλείας για τις ΗΠΑ. Η Δανή πρωθυπουργός, Μέτε Φρεντέρικσεν, απάντησε ότι η Γροιλανδία δεν πωλείται, ότι η κυριαρχία της Δανίας και η αυτοδιάθεση των Γροιλανδών πρέπει να γίνουν σεβαστές, και ότι η Δανία είναι έτοιμη να υπερασπιστεί «κάθε ίντσα ΝΑΤΟϊκού εδάφους», συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του Βασιλείου της Δανίας. Το θέμα δεν έχει λήξει και θα συνεχίσει να αποτελεί αγκάθι στις διατλαντικές σχέσεις.
Εν κατακλείδι, το πολιτικό αφήγημα Τραμπ είναι ότι οι Ευρωπαίοι «πήραν το μάθημα τους». Ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, υιοθέτησε μια κατευναστική στάση και προέβαλε τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες και τις βιομηχανικές συμφωνίες για νέες προμήθειες, ώστε να δείξει ότι η πίεση Τραμπ απέδωσε. Το όριο του 5% φαντάζει πλέον περισσότερο σαν ένας μηχανισμός πειθαρχίας, όπου όποιος δεν συμμορφώνεται θα αντιμετωπίζεται από την Ουάσινγκτον ως πρόβλημα.
