Πριν από λίγες μέρες πήγα στο φαρμακείο του ΕΟΠΥΥ που βρίσκεται ψηλά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ήθελα να προμηθευτώ για δικό μου άνθρωπο ένα ειδικό φάρμακο, το οποίο χορηγείται ενδοφλέβια μια φορά τον μήνα για μια σπάνια νευρολογική πάθηση. Υπήρχαν περί τα 50 άτομα που περίμεναν να εξυπηρετηθούν από 4 υπαλλήλους που ήταν στα γκισέ. Τραβούσαν νούμερα, η αναμονή ήταν περί τα 25 λεπτά. Δίπλα μου καθόταν μια κυρία που από το πρώτο λεπτό που με αναγνώρισε άρχισε τον εξάψαλμο. «Είναι ντροπή να περιμένουμε τόση ώρα. Γιατί δεν βάζουν παραπάνω υπαλλήλους. Μας συμπεριφέρονται σαν ζώα. Δεν είναι χώρα αυτή, κλπ, κλπ».
Μια χαρά πολιτισμένο περιβάλλον ήταν, οι υπάλληλοι ευγενέστατοι, ο χώρος κλιματιζόταν, αυτοί που περίμεναν κάθονταν σε καρέκλες. Μόνο όσοι είχαν κάρτα ΑΜΕΑ προσπερνούσαν την ουρά και πήγαιναν κατ’ ευθείαν στον υπάλληλο, αλλά τα νούμερα προχωρούσαν κανονικά. Η κυρία δίπλα μου όμως ήταν έξαλλη. «Πείτε τα, πείτε τα» μου ‘λεγε κάθε δυο λεπτά. «Είναι ντροπή να περνώ αυτή την ταλαιπωρία κάθε μήνα. Μια ώρα να έρθω απ’ το σπίτι, μια να γυρίσω κι άλλη μια να περιμένω εδώ. Λες και είμαι στην Ζιμπάμπουε».
«Γιατί δεν κανονίζετε να τα παίρνετε από το φαρμακείο της γειτονιάς σας;» την ρώτησα στο τέλος. «Μπαίνετε στην πλατφόρμα, κάνετε την παραγγελία μέσω της συνταγής κι το φάρμακο έρχεται στο φαρμακείο σας.» Κούνησε χέρια και κεφάλι με μια έκφραση απέχθειας. «Δεν ξέρω εγώ από τέτοια. Αυτά είναι για να βασανίζουν τον κόσμο. Να αφήσουν τις πλατφόρμες και να βάλουν παραπάνω υπαλλήλους στους γκισέδες».
«Αν δεν μπορείτε να μπείτε εσείς στην πλατφόρμα» επέμεινα, «πηγαίνετε στον φαρμακοποιό σας με την συνταγή απ’ τον γιατρό, θα μπει αυτός, θα κάνει την παραγγελία και σε δυο μέρες θα έχει το φάρμακο εκεί, δεν χρειάζεται να ταλαιπωρείστε». Δεν πήρε καν την πληροφορία, αντιθέτως τσαντίστηκε και μου την έπεσε. «Κι εσύ τότε γιατί κάθεσαι εδώ και περιμένεις; Γιατί δεν το πήρες έτσι που μου λες το φάρμακο;» ρώτησε επιθετικά. «Διότι εμένα είναι η πρώτη φορά και θέλει μερικές μέρες στην έναρξη. Από τον άλλο μήνα, έτσι θα το παραγγέλνω».
«Καλά, καλά» κούνησε κυκλικά τα χέρια της, σαν να μου ‘λεγε «εντάξει τώρα, τις ξέρουμε τις κοροϊδίες σας». «Έχετε φύγει από την δουλειά σας και βιάζεστε;» τη ρώτησα. «Όχι, συνταξιούχος είμαι. Τι συνταξιούχος δηλαδή; Με 600 ευρώ τον μήνα, σύνταξη παίρνω ή κοροϊδία;» Σκέφτηκα να της πω ότι αν παίρνει 600 ευρώ σύνταξη, δεν έχει πληρώσει εισφορές πάνω από 15 χρόνια εργασίας, αλλά δεν ήθελα να ρίξω λάδι στη φωτιά. Τη ρώτησα όμως τι φάρμακο περιμένει, μπας και είναι ίδιο μ’ αυτό που ήθελα κι εγώ.
Μου ‘δωσε τότε την συνταγή που κρατούσε στο χέρι της. Διάβασα κάτι λατινικά που δεν κατάλαβα, αλλά κάτω χαμηλά είχε την λιανική αξία του φαρμάκου και την συμμετοχή. Η λιανική τιμή ήταν 8.210 ευρώ. Η συμμετοχή ήταν μηδέν (0). Γούρλωσα λίγο, το ομολογώ. «Το παίρνετε κάθε μήνα;» τη ρώτησα. «Ναι, κάθε 5 του μήνα.» «Είδατε πόσο κοστίζει;» την ξαναρώτησα. Γύρισε οργισμένη και με κοίταξε. «Ε και; Δεν τα 'χω δουλεμένα; Δεν τα 'χω πληρώσει;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. «Και βέβαια τα χετε πληρώσει» απάντησα συγκαταβατικά.
Τι να της έλεγα; Ότι έπρεπε να ζει στην Αμερική ή στην Αγγλία ή ακόμα και στην Ελβετία; Ότι εκεί, με 4.500 ένσημα, ούτε ασπιρίνη δεν θα μπορούσε να πάρει δωρεάν; Πόσο μάλλον κάθε μήνα ένα φάρμακο που κοστίζει 8.210 ευρώ; Δηλαδή 98.520 ευρώ τον χρόνο; Πού της το φέρνουν στο φαρμακείο της γειτονιάς αλλά δεν γουστάρει, κάθεται σε κλιματιζόμενο χώρο 25 λεπτά και γκρινιάζει;
Μακάρι να ναι καλά η γυναίκα, να το παίρνει για χρόνια. Και αυτό το ευεργετικό που απαξιώνει, δεν το ‘κανε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Άδωνις, ούτε η ΝΔ, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ΠΑΣΟΚ. Η χώρα της το δίνει το πανάκριβο φάρμακο και ορθώς. Αλλά τουλάχιστον, ας μη λέει πως ζει στην Ζιμπάμπουε. Διότι αν πήγανε μια βόλτα οπουδήποτε αλλού, τότε θα καταλάβαινε που πραγματικά βρέθηκε να ζει.
