Π. Κάπρος: Οι νέες ισορροπίες στην ενεργειακή σκακιέρα και στις αγορές

Π. Κάπρος: Οι νέες ισορροπίες στην ενεργειακή σκακιέρα και στις αγορές

Για τις εξελίξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, τις πιθανές επιπτώσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή, το μέλλον του Κάθετου Διαδρόμου, τις τιμές ηλ. ενέργειας στην Ελλάδα και τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια μιλά στο Liberal ο καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ, Παντελής Κάπρος

Ο ίδιος εξηγεί, επίσης, την ανάγκη επιτάχυνσης των έργων αποθήκευσης στη χώρα, ενώ αναλύει τις προοπτικές των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων στην Ελλάδα αλλά και τις προκλήσεις που διαμορφώνουν το νέο ενεργειακό τοπίο στην Ευρώπη.

Συνέντευξη στην Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Κύριε Κάπρο, τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε έντονη αναταραχή στις ενεργειακές αγορές, σε συνέχεια της κλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή, με τις τιμές του πετρελαίου να ξεπερνούν ακόμη και τα 100 δολάρια. Πώς εκτιμάτε ότι θα κινηθούν το επόμενο διάστημα οι τιμές τόσο του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου, στο οποίο επίσης καταγράφεται άλμα; Υπάρχει πράγματι κίνδυνος να παγιωθεί ένα νέο ενεργειακό σοκ στις τιμές, όπως συζητείται τελευταία;

Aρχικά, είναι γνωστό ότι υπήρξε διακοπή της τροφοδοσίας από τα Στενά του Ορμούζ, τόσο του πετρελαίου όσο και του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αυτό το ποσοστό είναι περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης και απευθύνεται κυρίως προς τις ασιατικές αγορές, τόσο το πετρέλαιο όσο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο από την περιοχή.

Η έλλειψη αυτή, όμως, είναι βραχυχρόνια και μπορεί να καλυφθεί με διάφορους τρόπους, όπως είναι η χρήση των αποθεμάτων, πράγμα που ήδη έχει ξεκινήσει. Επίσης, με μια χαλάρωση του εμπάργκο για το ρωσικό πετρέλαιο, μια μικρή αύξηση παραγωγής όπου είναι δυνατόν από άλλους παραγωγούς, τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το φυσικό αέριο. Επομένως, σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, δηλαδή περίπου δύο εβδομάδες, η κατάσταση αντιμετωπίζεται.

Αν όμως ο αποκλεισμός και η έλλειψη προσφοράς από την περιοχή συνεχιστεί για περισσότερο καιρό, ας πούμε έναν μήνα και περισσότερο, προφανώς ούτε τα αποθέματα ούτε οι υπόλοιπες λύσεις μπορούν να καλύψουν την απώλεια της προσφοράς. Επομένως, θα πρέπει να περιμένει κανείς σε αυτή την περίπτωση μια κλιμάκωση της αύξησης των τιμών τόσο του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου. Επομένως, δεν μπορεί να ξέρει κανείς με σιγουριά, εξαρτάται μόνο από τη διάρκεια του πολέμου.

Θα πρέπει όμως να γίνει ξεκάθαρο ότι οι τιμές που βλέπουμε σήμερα, και στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, παρά τις διακυμάνσεις, είναι βεβαίως αυξημένες, αλλά δεν είναι δραματικά υψηλές. Αυτό σημαίνει ότι οι έμποροι, οι οποίοι στις αγορές αυτές αγοράζουν συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις προσδοκίες τους σχετικά με την αύξηση των τιμών, δηλαδή εάν θα μπορέσουν να μεταπωλήσουν αυτό το συμβόλαιο μετά από δύο-τρεις εβδομάδες σε υψηλότερη τιμή ή όχι, βλέπουμε ότι οι προσδοκίες όλων αυτών όλες το παρόν είναι ότι ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα και το πρόβλημα θα λυθεί. Γι’ αυτό συγκρατούνται οι τιμές σε κάπως αυξημένα αλλά λογικά επίπεδα.

Σε σχέση με το φιλόδοξο project του Κάθετου Διαδρόμου, για το μέλλον του οποίου γίνεται επίσης έντονη συζήτηση το τελευταίο διάστημα, μπορούν όλες αυτές οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να δώσουν νέα ώθηση στο έργο ή, αντίθετα, υπάρχει κίνδυνος να αποδυναμωθεί;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι ολόκληρη η Ευρώπη προτίθεται — και ήδη προχωρά — σε αύξηση του μεριδίου της αγοράς από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο. Επομένως όλοι κοιτούν εμπορικά να βρουν διαδρομές ώστε να προμηθευτούν τις αυξημένες ποσότητες αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στο μέλλον.

Από εκεί και πέρα, η προσπάθεια από την αμερικανική πλευρά να εξασφαλιστούν αυτοί οι διάδρομοι είναι περισσότερο γιατί επιδιώκουν να συναφθούν μακροχρόνια συμβόλαια για το υγροποιημένο φυσικό αέριο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αναμένονται σημαντικές επενδύσεις στα εργοστάσια υγροποίησης φυσικού αερίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και ειδικότερα στο Τέξας. Τα εργοστάσια αυτά αυξάνουν τη δυναμικότητα τόσο πολύ που κινδυνεύουν οι τιμές του υγροποιημένου φυσικού αερίου, περίπου λίγο πριν από το 2030, να μειωθούν σημαντικά παγκοσμίως.

Επομένως, η εξασφάλιση μακροχρόνιων συμβολαίων, με κάποιες ρήτρες τιμών και πιο μακροχρόνιες τιμές, είναι προφανώς μια εξασφάλιση αυτών των αμερικανικών επενδύσεων στα εργοστάσια υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αυτός είναι βασικά ο μηχανισμός.

Από εκεί και πέρα, προφανώς υπάρχουν διάφορες διαδρομές από τις οποίες μπορεί να γίνει τροφοδοσία της Ουκρανίας και ορισμένων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης με τις πρόσθετες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου. Βεβαίως, αυτό το εγχείρημα θα είναι ισχυρό και σημαντικό, εφόσον όμως διατηρηθεί το εμπάργκο στο ρωσικό αέριο.

Αν δηλαδή τα πράγματα με το ρωσικό αέριο αλλάξουν, λόγω — ας πούμε — ειρήνης στον πόλεμο της Ουκρανίας, και επομένως εάν κάποια στιγμή η Ουκρανία δεχτεί την επαναφορά των ροών transit στο έδαφός της από το ρωσικό αέριο, οι ανάγκες της θα μειωθούν και επομένως η ανάγκη τροφοδοσίας εκείνων των περιοχών με πρόσθετο υγροποιημένο φυσικό αέριο από τον Νότο ή από άλλες διαδρομές, όπως η Πολωνία, η Λιθουανία κ.λπ., θα μειωθεί.

Αυτό αποτελεί μια αντικειμενική αβεβαιότητα. Δεν είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί μακροχρόνια η κατάσταση με το ρωσικό αέριο.

Επίσης, στο πλαίσιο αυτό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων διαδρομών έγκειται τόσο στην εξασφάλιση ρυθμιστικών προϋποθέσεων όσο και στην εξασφάλιση χαμηλού κόστους μεταφοράς. Αυτή η διαδρομή του Κάθετου Διαδρόμου δεν είναι τόσο ένα μεγαλεπήβολο έργο όσο η δημιουργία ενός ρυθμιστικού ομοιόμορφου πλαισίου και ανταγωνιστικών τιμολογίων του κόστους μεταφοράς — πράγμα που ακόμη δεν έχει επιτευχθεί — και είναι, μεταξύ άλλων, ένα εμπόδιο μαζί με τη μελλοντική αβεβαιότητα σε μακροχρόνιο ορίζοντα.

Θεωρείτε, λοιπόν, ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να αρθεί η απόφαση για την πλήρη απαγόρευση του ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027;

Δεν μπορεί να το ξέρει κανείς με βεβαιότητα αυτό. Σήμερα, βεβαίως, ξέρουμε ότι το 2027 δεν θα επιτραπεί το ρωσικό φυσικό αέριο και δεν θα επιτραπεί και το υγροποιημένο ρωσικό αέριο, το οποίο ρέει μέχρι σήμερα, ενώ το αέριο μέσω αγωγών έρχεται μόνο από την Τουρκία. Το υπόλοιπο δεν ρέει πλέον.

Επομένως, αυτή είναι η βασική θεσμική γνώση που διαθέτουμε σήμερα. Πέραν όμως του 2027, κάποια στιγμή θα γίνει, φαντάζομαι, ειρήνη στην περιοχή της Ουκρανίας. Από την πλευρά της, η Ουκρανία σε αυτή την περίπτωση — αν και βεβαίως κανείς δεν ξέρει τις λεπτομέρειες, ούτε αν θα γίνει και πότε — θα έχει συμφέρον να συνεχίσει να εισπράττει χρήματα από τη ροή transit ρωσικού αερίου.

Σαν χώρα πάντα θα το θέλει, γιατί έπαιρνε τεράστιες εκπτώσεις στην τιμή του ρωσικού αερίου επειδή ακριβώς ήταν η χώρα transit. Όπως επίσης αυτό ήταν και μια πολύ φθηνή τροφοδοσία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία κ.λπ.

Επομένως αυτές οι χώρες θα έχουν ενδιαφέρον να επανέλθουν στο ρωσικό αέριο. Βεβαίως, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα επανέλθει ξανά, επομένως οι ποσότητες που θα διέρχονται σε αυτή την περιοχή του ρωσικού αερίου θα είναι μικρές, αλλά μέσα στο πλαίσιο τέτοιας πιθανής ειρήνης, θα ξεκινήσει πάλι το υγροποιημένο ρωσικό αέριο. Επομένως, τα μελλοντικά στοιχεία της αγοράς είναι αβέβαια και αυτή είναι και η δυσκολία σύναψης μακροχρόνιων συμβολαίων. 

Για να ξανά γυρίσουμε λίγο στις τιμές ηλεκτρισμού στο εσωτερικό της χώρας, με βάση τα πρόσφατα στοιχεία, φαίνεται από τη μια ότι η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη, ενώ το τοπίο στη λιανική, από την άλλη, εμφανίζεται διαφορετικό. Πώς εξηγείται αυτό; 

Θα πρέπει να ξεχωρίζουμε τις τιμές χονδρικής από τις τιμές λιανικής. Αυτό που μετράει στην οικονομία είναι οι τιμές λιανικής, όχι οι τιμές χονδρικής. Δυστυχώς στον Τύπο και στην καθημερινότητα αναφέρονται ως τιμές ηλεκτρισμού οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς, κάτι το οποίο είναι παραπλανητικό.

Οι τιμές της λιανικής στην Ελλάδα δεν είναι οι χαμηλότερες που υπάρχουν, γιατί θα πρέπει κανείς να συγκρίνει τα χρήματα που πληρώνουν οι καταναλωτές στον λογαριασμό τους για την ενέργεια και τα δίκτυα μόνο, όχι να προσθέτει και τους φόρους.

Πολλοί λοιπόν συγκρίνουν, ας πούμε, την τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα με τη Γερμανία. Μόνο που η Γερμανία έχει πάρα πολλούς φόρους, οι οποίοι είναι τοπικοί φόροι, δημοτικοί των τοπικών κυβερνήσεων κ.ά. Έχει γενικότερα πολύ υψηλούς φόρους στην ηλεκτρική ενέργεια σαν χώρα.

Από την άλλη, η Ελλάδα δεν έχει ειδικό φόρο κατανάλωσης ή ΦΠΑ πολύ υψηλό. Έχει τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Κρατώντας λοιπόν μόνο το κομμάτι που πληρώνει κανείς για ενέργεια και δίκτυα, δεν είμαστε οι φθηνότεροι.

Είμαστε μάλιστα λίγο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ έπρεπε να είμαστε χαμηλότερα. Επομένως δεν είναι αλήθεια ότι είμαστε οι φθηνότεροι. Η χονδρεμπορική αγορά είναι μια άλλη υπόθεση, την οποία δεν πληρώνει ο καταναλωτής. Αυτό είναι ένα ζήτημα δοσοληψιών μεταξύ των εμπόρων, των παραγωγών και των χονδρεμπόρων.

Κλείνοντας, να πάμε και στις πρόσφατες δηλώσεις του Πρωθυπουργού σχετικά με την πιθανή εξέταση μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων στην Ελλάδα. Βλέπουμε να ανοίγει ξανά η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στη χώρα. Πόσο ρεαλιστικό είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο για την Ελλάδα και ποιον ρόλο θα μπορούσε να παίξει στο ενεργειακό μίγμα των επόμενων δεκαετιών;

Καταρχήν, τόσο η δική μου άποψη όσο και των περισσότερων ειδικών του ενεργειακού τομέα είναι ότι η συζήτηση περί πυρηνικής ενέργειας δεν είναι ένα ταμπού. Είναι μία από τις τεχνολογίες οι οποίες πάντοτε συνυπολογίζονται όταν κανείς κάνει τον ενεργειακό σχεδιασμό.

Και πάντοτε, εμείς που κάνουμε ενεργειακό σχεδιασμό για τις περισσότερες κυβερνήσεις της Ευρώπης με τα μαθηματικά μας μοντέλα, έχουμε μέσα και την πυρηνική ενέργεια και τις καινούργιες τεχνολογίες αυτής.

Από πλευράς οικονομικών μεγεθών, όταν μία χώρα κάνει για πρώτη φορά επένδυση στην πυρηνική ενέργεια και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αντιμετωπίζει υψηλά κόστη για τη δημιουργία υποδομών: υποδομών ασφάλειας, εγγυήσεων, ελέγχου, εφοδιαστικής αλυσίδας για τη μεταφορά του πυρηνικού καυσίμου, εφοδιαστικής αλυσίδας για τη μεταφορά των ραδιενεργών αποβλήτων και πολλά ακόμη.

Φυσικά, και το κόστος κατασκευής του πρώτου πυρηνικού σταθμού, καθώς όποια τεχνολογία και να είναι σε μια χώρα που δεν έχει εμπειρία, δεν έχει τέτοια βιομηχανία, είναι πολύ υψηλότερο από τις χώρες που ήδη διαθέτουν τη βιομηχανία αυτή.

Δηλαδή όταν η Γαλλία, αλλά ακόμη και η Βουλγαρία ή η Ρουμανία, προσθέσουν έναν ακόμη πυρηνικό σταθμό, το επιπλέον κόστος είναι πολύ μικρότερο από το κόστος που θα χρειαστεί μια χώρα που το κάνει για πρώτη φορά. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Τώρα, σχετικά με τους μικρούς και αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, θα πρέπει να θυμηθούμε πώς προέκυψε αυτή η τεχνολογική προσπάθεια. Προέκυψε από το γεγονός ότι τα τελευταία αρκετά χρόνια η κατασκευή των μεγάλων πυρηνικών σταθμών αντιμετώπισε τεράστια προβλήματα αύξησης του κόστους και αύξησης του χρόνου παράδοσης των κατασκευών.

Θυμίζω τον σταθμό Olkiluoto στη Φινλανδία ή τον Hinkley Point C στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς και παρόμοια γεγονότα στις Ηνωμένες Πολιτείες, που απέτυχαν παταγωδώς, τριπλασίασαν δηλαδή ή ακόμη και τετραπλασίασαν το κόστος και τον χρόνο παράδοσης.

Επομένως, υπό αυτές τις συνθήκες, η βιομηχανία προσπάθησε να πει ότι εάν τυποποιήσουμε τα εξαρτήματα ενός πυρηνικού σταθμού και τα κατασκευάσουμε σε ένα εργοστάσιο — όπως φτιάχνουμε ένα πλυντήριο, ας πούμε — και τα συναρμολογήσουμε απλώς στην τελική κατασκευή του σταθμού, ίσως αυτό επιλύσει το πρόβλημα του κόστους και το πρόβλημα του χρόνου κατασκευής.

Να μειώσει δηλαδή αυτή την αβεβαιότητα. Η τεχνολογία όμως αυτή δεν είναι ακόμη ώριμη σε βιομηχανικό επίπεδο, δηλαδή προϋποθέτει ότι υπάρχουν πράγματι εργοστάσια που σε μεγάλη κλίμακα κατασκευάζουν αυτά τα εξαρτήματα. Αυτό δεν υπάρχει· ούτε ένας τέτοιος σταθμός δεν υπάρχει σήμερα.

Επομένως είναι μια ωραία ιδέα μεν, αλλά για να φτάσει σε μια ωριμότητα θα χρειαστούν τουλάχιστον δέκα, μην πω δεκαπέντε χρόνια. Είναι μια επιλογή, λοιπόν, χωρίς ταμπού. Είναι μπροστά, αλλά ήταν πάντα στο τραπέζι στην Ελλάδα — πρέπει να το ξέρουμε αυτό — δεν ήταν ότι έφυγε ποτέ.

Όμως είναι μια μακροχρόνια περίπτωση, ενώ έχουμε βεβαίως βραχυχρόνια πολύ πιο άμεσες ανάγκες, όπως η περίφημη αποθήκευση, που εξακολουθεί να είναι μηδέν στην Ελλάδα, ενώ βέβαια καλπάζει σε όλες τις άλλες χώρες.

Μιας και το αναφέρατε, επικρατεί πράγματι μια σύγχυση στον κλάδο της αποθήκευσης. Γιατί καθυστερούμε να δούμε τις πρώτες μεγάλες μονάδες μπαταριών να εντάσσονται στο σύστημα;

Είναι αδύνατον στους ανθρώπους της αγοράς να παρακολουθήσουμε αυτές τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές δυσκολίες που παρουσιάζονται. Πρόκειται περί μιας τρομερής αστοχίας του θεσμικού και οργανωτικού συστήματος, τόσο των διαχειριστών όσο και της κυβέρνησης, στο θέμα αυτό της αγοράς.

Δεν επιτρέπεται χώρες όπως η Βουλγαρία να έχουν ήδη πολύ σημαντικές επενδύσεις που έχουν γίνει στα αποθηκευτικά μέσα, όπως και η Ρουμανία — δεν μιλάω τώρα καν για τις χώρες τις πολύ πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά — κι εμείς να μην είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε τις αποθηκεύσεις, για διάφορους λόγους ή δυσκαμψίες.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η αποθήκευση είναι το «κλειδί» και η λύση για πάρα πολλά θέματα: από το θέμα των εσόδων των φωτοβολταϊκών, της εξισορρόπησης του συστήματος, της ασφάλειας εφοδιασμού. Τα πάντα εξαρτώνται από την πορεία των αποθηκεύσεων.