Μ. Μαθιουλάκης: Τα εφιαλτικά σενάρια για τις τιμές πετρελαίου

Μ. Μαθιουλάκης: Τα εφιαλτικά σενάρια για τις τιμές πετρελαίου

Τα σενάρια για την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου, τον κίνδυνο νέου ενεργειακού σοκ, τις πιθανότητες το Brent να κινηθεί ακόμη και προς τα 120 δολάρια το βαρέλι, αλλά και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή στις τιμές των καυσίμων, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, αναλύει σε συνέντευξή του στο Liberal ο αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, Δρ. Μιχάλης Μαθιουλάκης.

Όπως επισημαίνει, το βασικό διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο τα Στενά του Ορμούζ, αλλά η πιθανότητα να επηρεαστεί και η Ερυθρά Θάλασσα, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας και να πυροδοτήσει νέο ράλι στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Παράλληλα, εξηγεί γιατί οι τιμές του φυσικού αερίου δύσκολα θα αποκλιμακωθούν άμεσα, πώς αυτό μεταφέρεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και γιατί η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων. 

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Το Brent έχει επιστρέψει πάνω από τα 90 δολάρια και οι αγορές δείχνουν να προεξοφλούν νέα περίοδο αστάθειας. Βλέπετε να διαμορφώνεται ένας νέος ανοδικός κύκλος στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου;

Η μεγάλη διαφοροποίηση σε σχέση με όσα βλέπαμε τους προηγούμενους μήνες είναι ότι πλέον στο επίκεντρο βρίσκεται η πιθανότητα να διαταραχθεί η λειτουργία της Ερυθράς Θάλασσας. Τις τελευταίες μέρες, οι αυξήσεις στις τιμές οφείλονται κυρίως στον φόβο των αγορών για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αν όμως υπάρξει πραγματικό πρόβλημα στις εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας μέσω του αγωγού που διαθέτει προς την Ερυθρά Θάλασσα, τότε θα μιλάμε για μια πιο σοβαρή ανατροπή στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Βραχυπρόθεσμα αυτό θα οδηγήσει σε νέες ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Μεσοπρόθεσμα, πάντως, εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν εξισορροπητικά, όπως η αύξηση της παραγωγής από νέες περιοχές, μεταξύ των οποίων η Λατινική Αμερική, η Αφρική, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νορβηγία. Αυτές οι νέες παραγωγικές δυνατότητες αποτελούν ένα δίχτυ ασφαλείας που θα συγκρατήσει την όποια άνοδο των τιμών,  αλλά χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν. 

Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το πετρέλαιο σε ένα δυσμενές σενάριο; Είναι ρεαλιστικό να δούμε το Brent ακόμη και στα 120 δολάρια;

Εάν κλείσει ουσιαστικά η Ερυθρά Θάλασσα και δεν μπορεί να εξαχθεί το σαουδαραβικό πετρέλαιο προς τις διεθνείς αγορές, τότε ναι, δεν αποκλείω τιμές ακόμη και κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι, όπως είχε συμβεί και στην προηγούμενη κρίση.

Ωστόσο, θεωρώ ότι οι Χούθι δύσκολα μπορούν να επιβάλουν έναν αποτελεσματικό και μακροχρόνιο αποκλεισμό της Ερυθράς Θάλασσας. Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι θα δούμε κάτι τέτοιο. Επίσης, εάν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου το Ιράν θα κλείσει πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, θα πλήττει στρατιωτικά χώρες της Αραβικής Χερσονήσου όπου υπάρχουν αμερικανικές βάσεις και παράλληλα θα κλείσει και η Ερυθρά Θάλασσα, τότε θα έχει πλέον απέναντί του όλες τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Θα πρόκειται ουσιαστικά για ένα βήμα αυτοκαταστροφής για το ίδιο το Ιράν.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αγορές δεν θα αντιδράσουν. Και μόνο η συζήτηση γύρω από αυτό το ενδεχόμενο αρκεί για να οδηγήσει τις τιμές υψηλότερα.

Άρα, αν έπρεπε να συνοψίσω, θα έλεγα ότι η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο πεντάμηνο είναι η πιθανότητα να κλείσει η Ερυθρά Θάλασσα. Η απειλή και μόνο αρκεί για να οδηγήσει το πετρέλαιο κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Αν γίνει πράξη, τότε είναι πιθανό να δούμε ακόμη και τα 120 δολάρια. 

Πέρα από το αργό πετρέλαιο, οι αγορές εμφανίζονται πλέον ιδιαίτερα ανήσυχες και για τα διυλισμένα προϊόντα, κυρίως το diesel. Πόσο σοβαρός είναι αυτός ο κίνδυνος και τι σημαίνει για τις τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα;

Η παγκόσμια αγορά των διυλισμένων προϊόντων, αλλά και οι επιμέρους περιφερειακές αγορές, κινούνται αρκετά ανεξάρτητα από την αγορά του αργού πετρελαίου. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχει σημασία μόνο η τιμή του αργού, αλλά και το πού υπάρχουν διυλιστήρια και ποια είναι η δυνατότητά τους να εξάγουν προϊόντα προς τις αγορές που εξυπηρετούν.

Το είδαμε ξεκάθαρα και το προηγούμενο διάστημα. Ενώ οι τιμές του αργού πετρελαίου αποκλιμακώνονταν, οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων στη Μεσόγειο, στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υποχωρούσαν με την ίδια ταχύτητα.

Στην Ευρώπη αυτό συνδέεται άμεσα με τη μείωση της δυναμικότητας διύλισης.

Τα τελευταία πέντε με έξι χρόνια μειώθηκαν σταδιακά και συνειδητά οι μονάδες διύλισης στην ΕΕ. Υπήρχε χαμηλό ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις, υπήρχε η αντίληψη ότι η συνολική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στους υδρογονάνθρακες δεν θα ευνοούσε τέτοιου είδους επενδύσεις και, παράλληλα, υπήρχε ισχυρός ανταγωνισμός από ασιατικές χώρες που μπορούσαν να διυλίζουν με χαμηλότερο κόστος.

Το αποτέλεσμα ήταν πολλές ευρωπαϊκές χώρες να κλείσουν διυλιστήρια και να στραφούν στις εισαγωγές έτοιμων προϊόντων.

Η Ελλάδα αποτέλεσε εξαίρεση. Τα τελευταία 10-15 χρόνια πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις και οι δύο μεγάλες ελληνικές εταιρείες διύλισης εκσυγχρόνισαν τις εγκαταστάσεις τους, ώστε να μπορούν να επεξεργάζονται διαφορετικές ποιότητες αργού πετρελαίου. Έτσι, σήμερα περίπου το 70% της παραγωγής των ελληνικών διυλιστηρίων εξάγεται και η χώρα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της ευρωπαϊκής αγοράς.

Παρ' όλα αυτά, επειδή συνολικά στην Ευρώπη μειώθηκε η δυνατότητα διύλισης, αυξήθηκε και η τρωτότητα της αγοράς απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις.

Βλέπουμε ότι υπάρχει μεγαλύτερη στενότητα στα προϊόντα διύλισης απ' ό,τι στο ίδιο το αργό πετρέλαιο. Γι' αυτό και οι τιμές ούτε στην Ελλάδα ούτε στην υπόλοιπη Ευρώπη είχαν υποχωρήσει ουσιαστικά.

Αυτό προφανώς θα συνεχιστεί και θα ενταθεί. Όσο οι τιμές του αργού παραμένουν υψηλές, τόσο καθυστερεί και η αποκλιμάκωση στις αγορές διύλισης, οι οποίες είναι ήδη πολύ πιο «τεντωμένες».

Με απλά λόγια, δεν περιμένω ελλείψεις καυσίμων. Οι τιμές, όμως, θα παραμείνουν υψηλότερες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι ο πληθωρισμός. Πόσο μπορεί να επηρεάσει η παραμονή του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα την ευρωπαϊκή οικονομία;

Όσο προστίθενται μήνες μέσα στο έτος με το πετρέλαιο πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, είναι δεδομένο ότι ο πληθωρισμός στην Ευρώπη θα επηρεαστεί περισσότερο απ' όσο επηρεάστηκε στο πρώτο τετράμηνο της κρίσης. 

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξουν συνέπειες και στη νομισματική πολιτική προς το τέλος του έτους.

Το προηγούμενο κύμα ανατιμήσεων διήρκεσε περίπου τέσσερις μήνες. Είχαμε τότε τιμές που έφτασαν ακόμη και στα 120 δολάρια, αλλά κατά μέσο όρο κυμάνθηκαν γύρω στα 80-85 δολάρια το βαρέλι.

Εκείνη η περίοδος αύξησε τον πληθωρισμό, αλλά δεν είχε τόσο μεγάλη διάρκεια ώστε να αλλάξει συνολικά τις προβλέψεις για το 2026.

Τώρα, όμως, έχουμε έναν ακόμη μήνα υψηλών τιμών και είναι πολύ πιθανό να χρειαστούν ακόμη ένας ή δύο μήνες μέχρι να αποκλιμακωθεί η κατάσταση.

Εάν προστεθεί λοιπόν ακόμη ένα τρίμηνο υψηλών τιμών στο προηγούμενο τετράμηνο, τότε αλλάζουν τα δεδομένα. Πλέον θα μιλάμε για πληθωρισμό το 2026 υψηλότερο από αυτόν του 2025.

Θεωρώ, επομένως, αρκετά πιθανό η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ανακόψει την πορεία αποκλιμάκωσης των επιτοκίων, ενώ δεν αποκλείω ακόμη και το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων.

Εάν συμβεί αυτό, θα επηρεαστούν τα δημόσια οικονομικά όλων των ευρωπαϊκών χωρών, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν υψηλότερο κόστος δανεισμού. Θα πιεστούν επίσης οι επιχειρήσεις, οι τράπεζες και συνολικά η ευρωπαϊκή οικονομία.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση, επειδή έχει «κλειδώσει» σημαντικό μέρος του δημόσιου χρέους της σε σταθερά επιτόκια και επομένως είναι λιγότερο εκτεθειμένη. Παρ' όλα αυτά, μια τέτοια εξέλιξη θα εξακολουθούσε να αποτελεί αρνητική κατάσταση συνολικά για την ευρωπαϊκή οικονομία 

Το φυσικό αέριο έχει επιστρέψει κοντά στα 60 ευρώ/MWh, ενώ η ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού κινείται ξανά σε υψηλά επίπεδα. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η κατάσταση;

Καταρχάς, πρέπει να επισημάνουμε ότι το φυσικό αέριο στην Ευρώπη, αν δει κανείς τον δείκτη TTF στην Ολλανδία, δεν υποχώρησε σημαντικά ούτε κατά την περίοδο που αποκλιμακώνονταν οι τιμές του πετρελαίου.

Αντιθέτως, αυξήθηκε όταν αυξήθηκαν οι τιμές του πετρελαίου, όμως στην περίπτωση του φυσικού αερίου υπάρχουν και άλλοι λόγοι που διατηρούν την αγορά σε στενότητα.

Έπρεπε να εξετάσουμε τι συνέβαινε με την παραγωγή και τις εξαγωγές φυσικού αερίου από τη Νορβηγία, όπου υπήρχαν εργασίες συντήρησης που περιόρισαν την παραγωγή. Παράλληλα, υπήρχε το ερώτημα για το πώς θα εξελιχθούν οι εξαγωγές LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, χάθηκαν και οι εξαγωγές από το Κατάρ λόγω των προβλημάτων στον Περσικό Κόλπο.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες κράτησαν υψηλότερες τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη και, με τα σημερινά δεδομένα, δεν βλέπω να αλλάζει εύκολα αυτή η εικόνα.

Επιπλέον, η Ευρώπη έχει μπροστά της και το επόμενο στάδιο της σταδιακής απαγόρευσης εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία, το οποίο θα εφαρμοστεί από το τέλος του 2027.

Η αγορά, λοιπόν, βλέπει ότι η στενότητα στην προσφορά φυσικού αερίου είναι σήμερα μεγαλύτερη από εκείνη που παρατηρείται στο πετρέλαιο.

Από τη στιγμή που το Κατάρ βγαίνει, έστω και προσωρινά, από την εξίσωση, μειώνονται οι ποσότητες LNG που κατευθύνονταν στην Ασία και, κατά συνέπεια, περιορίζονται και τα αμερικανικά φορτία που έφθαναν στην Ευρώπη και συγκρατούσαν τις τιμές.

Γι' αυτό εκτιμώ ότι δεν θα δούμε εύκολη αποκλιμάκωση στις τιμές του φυσικού αερίου. Θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος ακόμη και όταν αποκλιμακωθεί η κρίση στη Μέση Ανατολή. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι θα έχουμε προβλήματα στην τροφοδοσία. Απλά όσο διαρκεί η νέα ανάφλεξη θα καθυστερεί και η αποκλιμάκωση των τιμών. Στα τέλη του 2026 και μέσα στο 2027 αναμένουμε γενικά αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου από διάφορους διεθνείς παίχτες της αγοράς οπότε μεσοπρόθεσμα δεν υπάρχει πρόβλημα. Μέχρι όμως να φτάσουμε εκεί, η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή καθυστερεί την αποκλιμάκωση των τιμών.

Η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το φυσικό αέριο, παρά τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ. Πώς αποτυπώνεται αυτό στις τιμές του ρεύματος;

Είναι σαφές ότι οι τιμές του ηλεκτρισμού επηρεάζονται άμεσα από την άνοδο του φυσικού αερίου. Ωστόσο, φέτος είχαμε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, τουλάχιστον στην Ελλάδα και γενικότερα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο χειμώνας που προηγήθηκε ήταν ιδιαίτερα πλούσιος σε βροχοπτώσεις και αυτό σημαίνει ότι τα υδροηλεκτρικά διαθέτουν πολύ μεγαλύτερα αποθέματα νερού σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Έτσι, μπορούν να παράγουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια στις κρίσιμες ώρες του απογεύματος και να συγκρατούν τις τιμές. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το φυσικό αέριο αυξήθηκε από περίπου 40 στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή σχεδόν κατά 50%, δεν είδαμε αντίστοιχη αύξηση στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Αυτό ακριβώς οφείλεται στη μεγαλύτερη παραγωγή από τα υδροηλεκτρικά, η οποία λειτουργεί εξισορροπητικά. Ενώ λοιπόν στο φυσικό αέριο πρέπει να περιμένουμε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου θα αποκλιμακωθούν πιο αργά όταν ηρεμήσει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει αντίστοιχα μεγάλη επιβάρυνση στις τιμές του ηλεκτρισμού, γιατί τα υδροηλεκτρικά βρίσκονται φέτος σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια και συμβάλλουν σημαντικά στη συγκράτηση των τιμών. 

Μπορούν οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η αποθήκευση να θωρακίσουν την ελληνική αγορά απέναντι σε αντίστοιχες κρίσεις;

Οι ΑΠΕ ασφαλώς βοηθούν. Το βλέπουμε καθημερινά, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες, όταν οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά μηδενίζονται ή ακόμη και γίνονται αρνητικές.

Το καλοκαίρι, μάλιστα, με την πολύ αυξημένη ζήτηση λόγω των κλιματιστικών, τα φωτοβολταϊκά καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος των αναγκών κατά τις ώρες αιχμής της ηλιοφάνειας. Δεν μπορούν, όμως, να λύσουν από μόνα τους το πρόβλημα.

Η παραγωγή τους είναι συγκεκριμένων ωρών και, επειδή δεν διαθέτουμε ακόμη επαρκή αποθηκευτική ικανότητα, δεν μπορούν να μεταφέρουν αυτή την ενέργεια στις βραδινές ώρες, όταν τη χρειαζόμαστε περισσότερο.

Ακόμη και η αποθήκευση που υπάρχει σήμερα στη Βουλγαρία, για την οποία έγινε αρκετή συζήτηση το τελευταίο διάστημα, δεν έχει τόσο μεγάλη δυναμικότητα ώστε να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα.

Ούτε οι διασυνδέσεις είναι τόσο μεγάλες ώστε να μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Περισσότερη αποθήκευση και περισσότερα δίκτυα θα βοηθήσουν την εικόνα αλλά δεν θα κάνουν τη διαφορά.

Στην πραγματικότητα, αυτό που σήμερα κρατά τις τιμές του ηλεκτρισμού σε σχετικά λογικά επίπεδα είναι κυρίως η αυξημένη παραγωγή των υδροηλεκτρικών σταθμών.

Θα μπορούσε, λοιπόν, η αποθήκευση να αποτελέσει μέρος της λύσης για να περιοριστεί η τρωτότητα της ελληνικής αγοράς απέναντι σε τέτοιες κρίσεις;

Η αποθήκευση, εάν είχαμε πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα από αυτή που διαθέτουμε σήμερα, ασφαλώς θα βοηθούσε την κατάσταση.  Δεν θα έλυνε, όμως, το πρόβλημα. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν σήμερα είχαμε τριπλάσια εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης από αυτή που διαθέτουμε, η μείωση στη χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρισμού θα ήταν της τάξης λίγων ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Για να πετύχουμε πολύ μεγαλύτερη μείωση θα έπρεπε να εγκαταστήσουμε τεράστια επιπλέον ισχύ αποθήκευσης, κάτι που θα αύξανε σημαντικά το κόστος σε άλλα σημεία του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας.

Άρα, είναι μια επένδυση που πρέπει να γίνει και θα βελτιώσει τη λειτουργία του συστήματος, αλλά δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι από μόνη της θα εξαλείψει την έκθεση της αγοράς στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις.

Θα βοηθήσει την κατάσταση. Δεν θα λύσει το πρόβλημα. 

Ποιο είναι τελικά το βασικό συμπέρασμα από τις τελευταίες εξελίξεις; Ποιο είναι το στοιχείο που θα κρίνει την πορεία των διεθνών τιμών;

Εάν η κρίση στη Μέση Ανατολή, με τον παράγοντα της Ερυθράς Θάλασσας, συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε θα πρέπει να ξανασκεφτούμε όλα τα δεδομένα, γιατί θα μιλάμε για μια κρίση με διάρκεια και, κατά συνέπεια, για επιπτώσεις που επίσης θα έχουν διάρκεια.

Εάν, αντίθετα, έχουμε μια κρίση αντίστοιχη με εκείνη του πρώτου τετραμήνου, η οποία αφορά ουσιαστικά μόνο τα Στενά του Ορμούζ, τότε δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν.

Αντιθέτως, σταδιακά θα αρχίσουμε να βλέπουμε αποκλιμάκωση.

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με όσα είχαμε ζήσει μέχρι σήμερα είναι μία: αν θα δημιουργηθεί ή όχι σοβαρό πρόβλημα στην Ερυθρά Θάλασσα. Αυτό είναι το πραγματικό κλειδί για την πορεία των διεθνών τιμών της ενέργειας τους επόμενους μήνες. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα (1-2 έτη) αναμένω υπερπροσφορά πετρελαίου και επίσης  μεγάλη αύξηση στην προσφορά LNG οπότε οι τιμές θα είναι για κάτω. Στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα όμως, αν συνεχιστούν οι εχθροπραξίες οι τιμές δύσκολα θα κατέβουν κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι για το πετρέλαιο και τα 50 ευρώ η μεγαβατώρα για το φυσικό αέριο. Εάν, από την άλλη πλευρά, οι εχθροπραξίες σταματήσουν τις επόμενες 2-3 εβδομάδες τότε ο χειμώνας πιστεύω θα μας βρει σε λογικά επίπεδα τιμών και όχι πολύ ψηλότερα από τα προ-κρίσης επίπεδα.