Κ. Αλεξάκης: Ο «αποκεφαλισμός» της ηγεσίας δεν αρκεί για να πέσει το καθεστώς στο Ιράν
Reuters
Reuters

Κ. Αλεξάκης: Ο «αποκεφαλισμός» της ηγεσίας δεν αρκεί για να πέσει το καθεστώς στο Ιράν

Για το στρατηγικό αδιέξοδο στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής μετά από 23 ημέρες συνεχών επιχειρήσεων, αλλά και για την ανθεκτικότητα του Ιράν, μιλάει στο Liberal o Αντιστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής, Κωνσταντίνος Αλεξάκης. Ο κ. Αλεξάκης τονίζει πως «το Ιράν είναι ένα κράτος το οποίο λειτουργεί μέσα από ένα πολυεπίπεδο πλέγμα μηχανισμών», ενώ εξηγεί γιατί ο «αποκεφαλισμός» της ηγεσίας, παρόλο που συνιστά τακτική επιτυχία, δεν παράγει το αναμενόμενο πολιτικό αποτέλεσμα. 

Συνέντευξη στον Κώστα Βλάχο

Γιατί το Ιράν μετά από 23 ημέρες συνεχών επιθέσεων δεν έχει καταρρεύσει; Ποιο είναι το στοιχείο που το κάνει να αντέχει και να ανταποδίδει;

Το Ιράν δεν είναι ένα κράτος που λειτουργεί όπως το Ιράκ του Σαντάμ ή η Συρία του Άσαντ, όπου η εξουδετέρωση του ηγέτη επέφερε κατάρρευση. Η Ισλαμική Δημοκρατία, μέσα σε 45 χρόνια κυρώσεων, πολέμων και διεθνούς πίεσης, έχει αναπτύξει κάτι που στη στρατηγική ανάλυση αποκαλούμε «σύστημα ανθεκτικότητας» — ένα πολυεπίπεδο πλέγμα μηχανισμών που δεν εξαρτάται από ένα μοναδικό κέντρο ελέγχου.

Αυτό το πλέγμα στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος είναι θεσμικός-πολιτικός: η πολυεπίπεδη ιεραρχία εξουσίας γύρω από τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC) και τα δίκτυα Basij διασφαλίζει ότι ακόμη και μετά τον θάνατο του Χαμενεΐ, η μηχανή συνεχίζει να λειτουργεί — σε κατάσταση «αυτόματου πιλότου». Ο δεύτερος πυλώνας είναι γεωοικονομικός: η Τεχεράνη έχει εδώ και χρόνια στρέψει τις οικονομικές της αρτηρίες προς την Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία, δημιουργώντας εναλλακτικά δίκτυα που καθιστούν τις δυτικές κυρώσεις λιγότερο αποτελεσματικές.

Ο τρίτος πυλώνας — και ίσως ο πιο αντιδιαισθητικός — είναι στρατιωτικός, αλλά όχι με τη συμβατική έννοια. Το Ιράν εφαρμόζει αυτό που λέμε «μωσαϊκή άμυνα»: αποκεντρωμένη δομή διοίκησης, όπου 31 ημιαυτόνομες επαρχιακές διοικήσεις μπορούν να εκτελούν επιχειρήσεις χωρίς κεντρική εντολή. Αυτό εξηγεί γιατί ο «αποκεφαλισμός» της ηγεσίας — ενώ αποτελεί τακτική επιτυχία — δεν παράγει το αναμενόμενο πολιτικό αποτέλεσμα.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι κοινωνικός: σε μια κοινωνία όπου η δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς είναι υπαρκτή, η εξωτερική στρατιωτική πίεση ενεργοποιεί ισχυρά εθνικά αντανακλαστικά. Μια στρατηγική που προσδοκά γρήγορη εσωτερική κατάρρευση μπορεί να οδηγηθεί στο αντίθετο αποτέλεσμα: σε προσωρινή κοινωνική συσπείρωση.

Υπάρχει όμως και μια πέμπτη διάσταση που αφορά εμάς, τη Δύση. Η αμερικανική στρατηγική θεωρία — και συγκεκριμένα η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (National Security Strategy) και η Διακλαδική Θεώρηση (Joint Doctrine) — χρησιμοποιεί το ακρωνύμιο DIME για να περιγράψει τα τέσσερα εργαλεία εθνικής ισχύος: Diplomacy (Διπλωματία), Information (Πληροφοριακός Ανταγωνισμός), Military (Στρατιωτική Ισχύς), Economic (Οικονομική Ισχύς). Η θεμελιώδης αρχή είναι ότι η στρατηγική επιτυχία απαιτεί τη συνεκτική χρήση και των τεσσάρων εργαλείων.

Στην τρέχουσα εκστρατεία, λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά το «M». Η δυτική πλευρά επιδιώκει γρήγορα αποτελέσματα μέσω αεροπορικών πληγμάτων, ενώ το Ιράν αξιοποιεί ταυτόχρονα και τα τέσσερα πεδία — διπλωματικές κινήσεις, πληροφοριακές επιχειρήσεις, οικονομική εργαλειοποίηση των ενεργειακών οδών, νομικές πιέσεις σε διεθνή φόρα. Το ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ. Είναι ποιος καταφέρνει να ευθυγραμμίσει αποτελεσματικότερα όλα τα εργαλεία σε μια συνεκτική στρατηγική.

Ποιοι οι αρχικοί στόχοι ΗΠΑ – Ισραήλ; Πιστεύετε ότι με την πορεία του πολέμου έχουν μεταβληθεί; Ταυτίζονται;

Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο κρίσιμες ρωγμές αυτής της σύγκρουσης — και πρέπει να πούμε κάτι που σπάνια λέγεται δημόσια: η ρωγμή δεν υπάρχει μόνο μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ. Υπάρχει και εντός της ίδιας της αμερικανικής στρατηγικής κοινότητας.
Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 με δύο κωδικές ονομασίες — αυτό από μόνο του είναι ενδεικτικό: «Epic Fury» για τις ΗΠΑ, «Roaring Lion» για το Ισραήλ. Δύο ονομασίες, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον τελικό σκοπό.

Ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει αυτό που θα αποκαλούσα «στρατηγική αποδυνάμωσης και συμφωνίας». Στόχος: η σοβαρή υποβάθμιση της πυραυλικής και πυρηνικής ικανότητας του Ιράν, ώστε στη συνέχεια να αναζητηθεί μια νέα ηγεσία στην Τεχεράνη πρόθυμη να διαπραγματευτεί υπό αμερικανικούς όρους. Ταυτόχρονα, ανησυχεί βαθιά για τις τιμές ενέργειας και τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές.

Ο Νετανιάχου, αντίθετα, βλέπει μια ιστορική ευκαιρία: την ολοκληρωτική κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Για το Ισραήλ, οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν νόμιμους στρατιωτικούς στόχους. Για τις ΗΠΑ, αποτελούν «κόκκινη γραμμή» λόγω των παγκόσμιων επιπτώσεων.

Η δημόσια ρήξη ήρθε στις 19 Μαρτίου, όταν ο Τραμπ αποστασιοποιήθηκε ανοιχτά από το ισραηλινό πλήγμα στο South Pars, δηλώνοντας «του είπα να μην το κάνει». Αυτή η αποστασιοποίηση αποκαλύπτει ότι η στρατηγική συνοχή μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ δεν υφίσταται πλέον σε επίπεδο πολιτικών σκοπών.

Αλλά υπάρχει και μια βαθύτερη ρωγμή — εντός της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης. Μια σχολή, εκφρασμένη μεταξύ άλλων από τον στρατηγό Jim Mattis, θεωρεί ότι η επιτυχία στο Ιράν δεν ορίζεται από την καταστροφή υποδομών αλλά από την αλλαγή συμπεριφοράς — και ότι αυτό απαιτεί ευρύ συμμαχικό μέτωπο, διπλωματική νομιμοποίηση και σχέδιο για την «επόμενη μέρα». Η αντίθετη σχολή, που κυριαρχεί στην τρέχουσα κυβέρνηση, ποντάρει στη μονομερή δράση και στην πεποίθηση ότι η καταιγιστική πίεση θα επιφέρει κατάρρευση. Η αντιμετώπιση των συμμάχων ως «πελατών» — αντί ως πηγής στρατηγικού βάθους — έχει οδηγήσει πολλούς παραδοσιακούς συμμάχους σε στάση αναμονής, αφήνοντας ΗΠΑ και Ισραήλ να διαχειριστούν μόνοι τους τα ρίσκα.

Συνοψίζοντας: δεν έχουμε μία ρωγμή αλλά τρεις. Μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ για τον τελικό σκοπό. Εντός των ΗΠΑ, μεταξύ δύο αντίθετων σχολών στρατηγικής σκέψης. Και μεταξύ της δυτικής συμμαχίας συνολικά, η οποία δεν λειτουργεί πλέον ως αρραγές μέτωπο. Κάθε μία από αυτές τις ρωγμές αγοράζει χρόνο για την Τεχεράνη.

Πώς μπορεί να αντιδράσουν τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου απέναντι στις κλιμακούμενες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις;

Τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα κλασικό στρατηγικό δίλημμα: θέλουν την αποδυνάμωση της Τεχεράνης, αλλά φοβούνται ότι η διαδικασία θα τους παρασύρει στον γκρεμό.

Η αρχική στάση ουδετερότητας έχει ήδη μετατραπεί σε «ενεργητική άμυνα». Η κλιμάκωση ήρθε μόλις το Ιράν πέρασε από τη στοχοποίηση στρατιωτικών στόχων στη στοχοποίηση ενεργειακών εγκαταστάσεων — δηλαδή στον «πνεύμονα» αυτών των οικονομιών. Τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις LNG του Κατάρ στο Ras Laffan και στο διυλιστήριο Mina Al-Ahmadi στο Κουβέιτ αποτέλεσαν σημεία καμπής.

Βλέπουμε τρία επίπεδα αντίδρασης. Πρώτον, διπλωματική απομόνωση: το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου χαρακτήρισε τις επιθέσεις ως «κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου», ενώ η απόφαση 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας τούς παρέχει διεθνή νομιμοποίηση. Δεύτερον, σαφείς προειδοποιήσεις για στρατιωτικά αντίποινα — η Σαουδική Αραβία δήλωσε ρητά ότι η υπομονή της «δεν είναι απεριόριστη», και δεν πρόκειται για κενή ρητορική: τόσο το Ριάντ όσο και τα ΗΑΕ διαθέτουν εξαιρετικά ικανές αεροπορικές δυνάμεις. Τρίτον, υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» που αφορούν μη στρατιωτικές υποδομές — μονάδες αφαλάτωσης, σταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας — η στοχοποίηση των οποίων θα μετατρέψει αυτά τα κράτη από παρατηρητές σε εμπολέμους.

Ο δισταγμός τους όμως δεν οφείλεται μόνο στον φόβο ιρανικών αντιποίνων. Οφείλεται και στην αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται συναλλακτικά — ως παρέχοντες βάσεων και χρηματοδότες, αντί ως εταίροι σε ένα κοινό στρατηγικό σχέδιο. Σε κάθε σύγκρουση, οι σύμμαχοι λειτουργούν ως στρατηγικοί πολλαπλασιαστές: μοιράζονται τον κίνδυνο, διευρύνουν τη νομιμοποίηση, αποτρέπουν τα αντίποινα από το να στοχεύουν αποκλειστικά ένα κράτος. Χωρίς αυτό το βάθος, κάθε κλιμάκωση γίνεται αμερικανο-ιρανική αναμέτρηση — ακριβώς αυτό που βλέπουμε.

Η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας — με τη Σαουδική Αραβία να παραχωρεί πρόσβαση στη βάση King Fahd — δείχνει ότι η αυτοσυγκράτηση βρίσκεται στα όριά της. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα εμπλακούν, αλλά με ποιους όρους.

Τι προσδοκά το Ιράν μέσω της στρατηγικής που ακολουθεί; Είναι στρατηγική απάντησης ή στρατηγική πρωτοβουλίας;

Αυτή η ερώτηση αγγίζει τον πυρήνα της ανάλυσής μου. Η απάντηση είναι: δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο — ή μάλλον είναι και τα δύο ταυτόχρονα.

Αυτό που περιγράφω στο άρθρο μου ως «ασύμμετρη επιμονή» (asymmetric persistence) δεν εντάσσεται στην κλασική διχοτομία επίθεση/άμυνα. Πρόκειται για μια στρατηγική τρίτου τύπου: στρατηγική επιβίωσης μέσω εξαναγκασμού.

Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν μπορεί να νικήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σε συμβατική αναμέτρηση. Δεν το επιχειρεί καν. Αυτό που επιχειρεί είναι να καταστήσει τη διάρκεια της σύγκρουσης απαγορευτικά ακριβή — όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά κυρίως οικονομικά και πολιτικά.

Ο μηχανισμός είναι σαφής: το Στενό του Ορμούζ λειτουργεί ως εργαλείο «συστημικού εξαναγκασμού». Δεν χρειάζεται καν να κλείσει πλήρως. Αρκεί η δημιουργία αβεβαιότητας — νάρκες, απειλές, μεμονωμένες επιθέσεις — που ενεργοποιεί αυτό που αποκαλώ «καταρράκτη ασφάλισης»: οι πάροχοι ασφάλισης κινδύνου πολέμου ακυρώνουν τις καλύψεις, και το εμπορικό σύστημα αυτοεπιβάλλει τον αποκλεισμό χωρίς να χρειαστεί ούτε μία ιρανική τορπίλη.

Η ασυμμετρία στη χρήση εργαλείων εθνικής ισχύος — που ανέφερα νωρίτερα — παράγει εδώ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Ενώ η Δύση χρησιμοποιεί κυρίως το «M» του DIME, το Ιράν μετατρέπει τον χρόνο σε στρατηγικό πλεονέκτημα: κάθε εβδομάδα σύγκρουσης εξαντλεί αποθέματα πυρομαχικών ακριβείας, πιέζει τις παγκόσμιες αγορές, και μετατρέπει την αμερικανική εσωτερική πολιτική σε παράγοντα αποκλιμάκωσης. Η Τεχεράνη ποντάρει στη «διαφορική αντοχής στον πόνο»: πιστεύει — ίσως ορθά — ότι η δική της κοινωνία μπορεί να αντέξει την εξαθλίωση περισσότερο από ό,τι οι δυτικές κοινωνίες μπορούν να αντέξουν τιμές πετρελαίου στα 115 δολάρια.

Η πρόσφατη κίνηση του Τραμπ να εκδώσει τριακονθήμερη άδεια πώλησης ιρανικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη σε πλοία — προκειμένου να συγκρατήσει τις τιμές — αποτελεί πρακτική απόδειξη ότι η ιρανική στρατηγική παράγει αποτελέσματα. Η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να κάνει οικονομικές υποχωρήσεις ενώ ακόμη συνεχίζει τον πόλεμο.

Τι δείχνουν οι τελευταίες επιθέσεις του Ιράν με βαλλιστικούς πυραύλους πολύ μεγάλης εμβέλειας;

Η επίθεση της 21ης Μαρτίου κατά της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό αποτελεί σημείο καμπής — όχι επιχειρησιακά, αλλά στρατηγικά.

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τα δεδομένα: οι δύο βαλλιστικοί πύραυλοι μέσου βεληνεκούς απέτυχαν να πλήξουν τον στόχο — ο ένας συνετρίβη, ο άλλος αναχαιτίστηκε από σύστημα SM-3. Ως τακτική ενέργεια, η επίθεση ήταν αποτυχία.

Ωστόσο, η στρατηγική ανάγνωση είναι εντελώς διαφορετική. Πρώτον, η επίθεση αποκάλυψε ότι το Ιράν διαθέτει πυραυλική εμβέλεια άνω των 4.000 χιλιομέτρων, καταρρίπτοντας τις δυτικές εκτιμήσεις που θεωρούσαν ως ανώτατο όριο τα 2.000 χιλιόμετρα. Δεν μιλάμε πλέον για περιφερειακή απειλή αλλά για ικανότητα διηπειρωτικής βολής.

Δεύτερον, η επιλογή στόχου δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για κοινή βάση ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου, κεντρικό κόμβο προβολής ισχύος στον Ινδικό Ωκεανό. Στοχεύοντας εκεί, η Τεχεράνη στέλνει ένα μήνυμα: «κανείς δεν είναι εκτός εμβέλειας». Αυτό υπονομεύει τη θεμελιώδη δυτική παραδοχή ότι η στρατηγική προβολή ισχύος από ασφαλή βάθη αποτελεί αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα.

Τρίτον, η νέα εμβέλεια αναδεικνύει ένα κρίσιμο κενό: την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου, πολυεθνικού δικτύου αντιπυραυλικής άμυνας — σταθμούς ανίχνευσης, δίκτυα early warning, κατανεμημένη αμυντική αρχιτεκτονική σε ευρεία γεωγραφική διάταξη. Η σημειακή κάλυψη δεν αρκεί πλέον. Αυτό αφορά άμεσα και την ελληνική στρατηγική κοινότητα: βάσεις και υποδομές σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο βρίσκονται εντός του φάσματος απειλής — κάτι που δεν υπολογιζόταν σε αυτή την κλίμακα πριν από τρεις εβδομάδες.

Τέλος, υπάρχει ένα βαθύτερο στρατηγικό παράδοξο. Τα πλήγματα κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων — αντί να εξαλείψουν τη βούληση για πυρηνική ικανότητα — ενδέχεται να την επιτάχυναν. Η λογική «πίεση → ενίσχυση», που διατρέχει ολόκληρη την αρχιτεκτονική ανθεκτικότητας του Ιράν, εφαρμόζεται και εδώ: η κινητική δράση τροφοδοτεί ακριβώς εκείνο που επιδιώκει να εξαλείψει. Αυτό που χθες ήταν «πυρηνικό hedging» — στρατηγική αμφισημία — κινδυνεύει να μετατραπεί σε «πυρηνική μνησικακία», όπου η απόκτηση πυρηνικού όπλου δεν θα αποτελεί πλέον διπλωματικό χαρτί αλλά απόλυτη αναγκαιότητα εθνικής επιβίωσης.

*Ο Κωνσταντίνος Αλεξάκης είναι Αντιστράτηγος ε.α. Επίτιμος Διοικητής Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων (JSOC)

MA in Strategic Security Studies · NDU-CISA

Irregular Warfare and Security Policy