Πίσω από τις ασάφειες του μνημονίου ΗΠΑ-Ιράν και τα ανοιχτά ερωτήματα για την επόμενη ημέρα, ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Τριανταφύλλου διακρίνει μια ευρύτερη εικόνα. Η προκαταρκτική συμφωνία με την Τεχεράνη, η στάση Τραμπ στο Εβιάν απέναντι στους Ευρωπαίους με φόντο το Ουκρανικό αλλά και πέραν αυτού, καθώς και η συζήτηση για το ΝΑΤΟ 3.0 «καθ’ οδόν» προς την Άγκυρα, συνθέτουν όψεις μιας αμερικανικής «αλλαγής πλεύσης», η οποία εκτείνεται από τη Μέση Ανατολή έως μία πιο ήπια και συναινετική προσέγγιση της Ουάσινγκτον απέναντι σε συμμάχους και εταίρους, όπως αναφέρει σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.
Ο κ. Τριανταφύλλου εστιάζει λιγότερο στο ποιος κέρδισε και ποιος έχασε από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο και περισσότερο στο τι αποκαλύπτει η συμφωνία για τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών, στην οποία «διαβάζει» τη δοκιμή μίας διαφορετικής προσέγγισης απέναντι στο Ιράν μέσω της σταδιακής ενσωμάτωσης στην παγκόσμια οικονομία, σαφώς υπό προϋποθέσεις. Ως προς τις ασάφειες του μνημονίου, κατά την εκτίμησή του, αποτελούν την προϋπόθεση που κατέστησε εφικτή την υπογραφή για να ανοίξει το Ορμούζ -σε καθεστώς που μένει να αποδειχθεί κατόπιν διμήνου- και να προχωρήσει η μεγάλη και δύσκολη διαπραγμάτευση επί του πυρηνικού προγράμματος.
Ο καθηγητής του Παντείου εντοπίζει ενδείξεις μιας ευρύτερης «αλλαγής πλεύσης» της Ουάσινγκτον, η οποία δεν περιορίζεται στον Περσικό Κόλπο. Τη συνδέει με το κλίμα που διαμορφώθηκε στη σύνοδο κορυφής της G7 στο Εβιάν, με την επαναφορά του Λευκού Οίκου σε μία λογική συνεννόησης με συμμάχους και εταίρους (αν και με σταθερό άγνωστο Χ το απρόβλεπτο του χαρακτήρα Τραμπ), καθώς και με την τάση να οικοδομηθεί μια νέα ισορροπία μεταξύ πίεσης και διαλόγου σε μία σειρά από κρίσιμα ανοιχτά μέτωπα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τις εξελίξεις γύρω από το Ουκρανικό, καθώς και τη συζήτηση για το λεγόμενο ΝΑΤΟ 3.0. Κατά τον Δημήτρη Τριανταφύλλου, χωρίς να μεταβάλλεται ο στρατηγικός προσανατολισμός των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον Ινδοειρηνικό και την ανάσχεση της Κίνας, διαφαίνεται μια προσπάθεια πιο ήπιας και συναινετικής διαχείρισης των σχέσεων με τους Ευρωπαίους συμμάχους, με φόντο και τις δύσκολες αποφάσεις που αναμένεται να ληφθούν στη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στην Άγκυρα στις αρχές Ιουλίου.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Τριανταφύλλου, θα θέλαμε την «ανάγνωσή» σας για το μνημόνιο κατανόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Τι σηματοδοτεί στην πράξη και ποιο είναι το πολιτικό του αποτύπωμα;
Δεν θα σταθώ στο ποιος κέρδισε και ποιος έχασε· ποιος είναι γενικότερα ο κερδισμένος και ποιος ο χαμένος από όλη αυτή την υπόθεση. Το ζήτημα είναι ότι έχουμε ένα μνημόνιο κατανόησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, το οποίο έχουν υπογράψει οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Μασούντ Πεζεσκιάν, και ότι ξεκινούν συνομιλίες στην Ελβετία. Παρόλο που υπάρχουν ασάφειες στο μνημόνιο, αυτές ενδεχομένως είναι απαραίτητες ώστε οι δύο πλευρές να μπορέσουν να καθίσουν στο «τραπέζι» και να συζητήσουν τα πιο ουσιαστικά ζητήματα.
Κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας είδαμε ότι υπήρξε μία γενικότερη ομοφωνία στη στήριξη αυτής της προσπάθειας, αλλά και ευρύτερη σύμπλευση σε αρκετά ζητήματα μεταξύ των επτά ηγετών, όπως αποτυπώνεται στη σειρά των κοινών ανακοινωθέντων που εκδόθηκαν.
Παρατηρώ μία αλλαγή πλεύσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό την έννοια ότι δείχνουν να επανέρχονται στη λογική της συνομιλίας και συνεννόησης με εταίρους και συμμάχους. Αυτή η τάση είχε ήδη διαφανεί εδώ και μερικές εβδομάδες μέσα από τις ακροάσεις του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε επιτροπές του Κογκρέσου. Υπάρχει η αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον θέλει να συνομιλήσει περισσότερο με τους συμμάχους της και αυτό είναι σημαντικό.
Ένα στοιχείο βέβαια που εγείρει ερωτηματικά είναι ο απρόβλεπτος χαρακτήρας του Ντόναλντ Τραμπ. Είδαμε και την τελευταία ημέρα της συνόδου στον Εβιάν τον κ. Τραμπ να επανέρχεται στις απειλές κατά του Ιράν. Δηλαδή, μόλις κατέστη εφικτό να συναφθεί ένα μνημόνιο συνεργασίας με τους Ιρανούς, την ίδια στιγμή απειλεί ότι αν δεν το υλοποιήσουν, οι ΗΠΑ θα επανέλθουν στους βομβαρδισμούς. Και αυτό δημιουργεί μία γενικότερη αβεβαιότητα ως προς το πώς θα εξελιχθεί η διαδικασία.
Ωστόσο, το γεγονός ότι οι δύο πλευρές εμφανίζονται διατεθειμένες να τερματίσουν τον πόλεμο -η καθεμία για τους δικούς της λόγους- είναι το βασικό στοιχείο. Αυτό είναι που τις έχει οδηγήσει στο «τραπέζι», παρά το γεγονός ότι υπάρχει πλήρης έλλειψη εμπιστοσύνης εδώ και σχεδόν 47 χρόνια, από την Ιρανική Επανάσταση και την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας το 1979. Για το καθεστώς του Ιράν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο «Μεγάλος Σατανάς». Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι κάθονται στο ίδιο «τραπέζι» και υπάρχουν ήδη κάποια σημεία συμφωνίας πάνω στα οποία θα οικοδομηθούν οι διαπραγματεύσεις είναι θετικό.
Διαβάζοντας το κείμενο της συμφωνίας και τις αναλύσεις πάνω στα επιμέρους άρθρα της, τόσο περισσότερο διακρίνω να σηματοδοτεί ενδεχομένως και μια αλλαγή πλεύσης από αμερικανικής πλευράς. Οι ΗΠΑ επιδίωξαν μία γρήγορη νίκη με διαφόρους στόχους, που ενδεχομένως να μην επιτεύχθηκαν. Εφόσον το καθεστώς στο Ιράν παραμένει στην εξουσία και αποδεικνύεται ανθεκτικό, η νέα προσέγγιση διαφαίνεται πως μπορεί να είναι να στηριχθεί υπό προϋποθέσεις. Ειδικά αν δει κανείς τα σημεία που αφορούν την άρση κυρώσεων, το «ξεπάγωμα» ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τις επενδύσεις που προβλέπονται από γειτονικές χώρες και τον ιδιωτικό τομέα μέσω αυτού του ταμείου των 300 δισ. δολαρίων, διακρίνει μία λογική σταδιακής ενσωμάτωσης του Ιράν στην οικονομία.
Η αλλαγή πλεύσης εδράζεται στο σκεπτικό ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Ιράν επιμένει στην ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος και ενδεχομένως στην απόκτηση πυρηνικού όπλου είναι ακριβώς η απομόνωσή του. Και μήπως, εάν ενσωματωθεί σταδιακά και οικοδομηθεί ένα επίπεδο εμπιστοσύνης, θα μειωθεί η ανάγκη να επιμένει τόσο πολύ στον εμπλουτισμό ουρανίου και στην προοπτική απόκτησης πυρηνικού όπλου.
Το αν αυτή η αλλαγή πλεύσης μπορεί να αποδώσει θα φανεί σε βάθος χρόνου, όχι απαραίτητα μέσα στις επόμενες 60 ημέρες, που αποτελούν και το κρίσιμο διάστημα των διαπραγματεύσεων. Ως προς αυτό το χρονικό πλαίσιο υπάρχει μεγάλο ερωτηματικό. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το έργο των διαπραγματευτών. Ελπίζω και οι δύο πλευρές να έχουν σοβαρούς ανθρώπους στο «τραπέζι», γιατί υπάρχουν πάρα πολλές τεχνικές λεπτομέρειες που πρέπει να διευθετηθούν και δεν αφορούν μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία διαδικασία αμοιβαίων δεσμεύσεων: «αν κάνω εγώ αυτό, θα κάνεις εσύ εκείνο». Όλα αυτά πρέπει να συμφωνηθούν. Να βρεθεί ένας βηματισμός.
Η όλη διαδικασία σχετίζεται, βεβαίως, όπως προαναφέραμε και το μη προβλέψιμο του χαρακτήρα Τραμπ. Για να φτάσουμε εδώ χρειάστηκε να ακούσουμε δεκάδες φορές ότι ο πόλεμος τελειώνει «αύριο» ή «μεθαύριο» και τελικά χρειάστηκαν μήνες. Το κρίσιμο τώρα είναι αν μπορεί να αποτραπεί μια επιστροφή σε κατάσταση προπολεμικής έντασης, όπου το Ιράν θεωρείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και πολλές δυτικές χώρες ως απειλή και κίνδυνος για τα συμφέροντά τους.
Ως προς το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, τι συνάγουμε για το μοντέλο αποκατάστασης της ναυσιπλοΐας; Θολό το τοπίο και προβληματίζει η φράση στο μνημόνιο για ελεύθερη διέλευση χωρίς διόδια «μόνο για 60 ημέρες» για να ακολουθήσουν στη συνέχεια διαβουλεύσεις με το Ομάν για καθορισμό πλαισίου μελλοντικής διαχείρισης και παροχής ναυτιλιακών υπηρεσιών, σε συνεννόηση με τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου.
Ακριβώς υπάρχει ασάφεια. Και αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Μελετώντας, πάντως, προσεκτικά τη σειρά των ανακοινωθέντων των ηγετών των κρατών-μελών της G7, περιλαμβανομένου αυτού που αφορά τα γεωπολιτικά ζητήματα -το οποίο συνυπογράφουν όλοι, και ο Τραμπ- βλέπουμε ότι είναι ξεκάθαρη η δέσμευση για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Η θέση είναι ομόφωνη και σαφής. Η ελεύθερη διέλευση χωρίς περιορισμούς και διόδια αποτελεί θεμέλιο του διεθνούς εμπορίου.
Τα πλοία σταδιακά θα απεγκλωβιστούν αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι όντως τι θα συμβεί μετά το πέρας αυτών των 60 ημερών - θα πρέπει να δούμε τι καθεστώς θα προκύψει μετά. Και πριν από τον πόλεμο υπήρχε ένα συγκεκριμένο καθεστώς διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ, βεβαίως χωρίς διόδια ή τέλη με τη μορφή που συζητείται τώρα από το Ιράν. Βλέπουμε το Ιράν να λέει ότι δεν θα υπάρχουν «διόδια», αλλά ενδεχομένως να υπάρχουν τέλη υπηρεσιών, σαν να μην είναι πρακτικά ισοδύναμο.
Υπήρχε ένα καθεστώς και ένα πλαίσιο συνεργασίας με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό που αφορά και το Ομάν για την ασφαλή διέλευση των πλοίων από τα Στενά. Αντίστοιχα καθεστώτα υπάρχουν και σε άλλα στρατηγικά περάσματα, όπως στα Στενά του Βοσπόρου, όπου συνυπάρχουν ζητήματα ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας. Μένει να δούμε αν θα προκύψει ένα νέο σύστημα επιτήρησης και διαχείρισης της ναυσιπλοΐας χωρίς επιβαρύνσεις ή αν θα υπάρξει κάποια άλλη μορφή χρέωσης. Και βεβαίως θα πρέπει να δούμε πώς θα αντιδράσει η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα. Ήδη βλέπουμε ότι ορισμένες εταιρείες εμφανίζονται διατεθειμένες να καταβάλουν κάποιο τέλος προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διέλευση των πλοίων τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιστρέφουμε στο προπολεμικό καθεστώς ή ότι δεν θα μπορούσαμε να δούμε διόδια διά της πλαγίας
Μένει να διαφανεί. Πρέπει επίσης να δούμε τι θα συμβεί με τα ασφάλιστρα. Και αυτό αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Το γεγονός ότι εγκλωβίστηκαν τόσα πλοία στην περιοχή είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί κατακόρυφα το κόστος ασφάλισης. Μόνο λίγες εταιρείες ήταν διατεθειμένες είτε να αναλάβουν το ρίσκο της διέλευσης είτε να πληρώσουν τους Ιρανούς για τη μεταφορά των εμπορευμάτων τους. Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν επιβάλει επίσης εξαιρετικά υψηλές χρεώσεις. Το ερώτημα είναι αν αυτές θα μειωθούν και πώς αυτό θα επηρεάσει συνολικά τη ροή του διεθνούς εμπορίου.
Από την άλλη πλευρά, νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο -και πάλι μέσα από τις αποφάσεις της G7- ότι οι δυτικές χώρες οφείλουν να εξετάσουν πιο σοβαρά τη διαφοροποίηση των ενεργειακών οδών εφοδιασμού. Υπάρχει σχετική παράγραφος που αναφέρεται στην ανάγκη επιτάχυνσης της διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρόμων ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ και να αυξηθούν τα αποθέματα ενέργειας.
Εδώ βρίσκεται και ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους ο κ. Τραμπ συμφώνησε να υπογράψει αυτό το μνημόνιο συνεργασίας και το έθιξε και ίδιος στη συνέντευξη Τύπου στο Εβιάν ότι τα πετρελαϊκά αποθέματα σταδιακά μειώνονται. Είχαμε αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων από διάφορες χώρες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Υπήρχε ορατός κίνδυνος να υπάρξουν σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, πέραν του πληθωρισμού.Υπάρχει ασάφεια αλλά και τουλάχιστον πρόθεση από πλευράς του Ιράν να συζητηθούν όλα αυτά τα ζητήματα.
Η ελεύθερη διέλευση από τα Στενά τουλάχιστον για 60 ημέρες, η άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων, η σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά του Ιράν, καίριας σημασίας για την οικονομία της χώρας και τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων, και το «ξεπάγωμα» των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, βρίσκονται στο προσκήνιο ως βήματα που πρέπει να προχωρήσουν μέσα στο επόμενο δίμηνο -σε συνδυασμό βέβαια με τις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα-, προκειμένου να αποδείξουν ότι υπάρχει πραγματική βούληση από τις δύο πλευρές για τελική συμφωνία. Γιατί οι 60 ημέρες για τελική συμφωνία μπορεί να παραταθούν - και υπάρχει άλλωστε και σχετική αναφορά στο μνημόνιο για επιμήκυνση εφόσον διαπιστωθεί καλή πίστη και πρόοδος στις συνομιλίες.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε επίσης από το Εβιάν ότι οι 60 ημέρες δεν αποτελούν αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Δεδομένης της πάγιας παρελκυστικής τακτικής του Ιράν, υπάρχει ο κίνδυνος να επιχειρήσει να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα επ’ αόριστον; Υπό την έννοια ότι στο μεταξύ ευνοείται οικονομικά, αποκτά δυνατότητα εξαγωγών και ταυτόχρονα δεν αλλάζει το status quo ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα έως μία τελική συμφωνία, όπως αναφέρεται στο μνημόνιο. Μήπως μπαίνουμε σε μια διαδικασία χωρίς σαφές τέλος;
Δεν το γνωρίζουμε. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη δημόσια σφαίρα των δηλώσεων. Υπάρχουν δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων, υπάρχουν δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων και βεβαίως υπάρχουν και οι δηλώσεις του προέδρου Τραμπ, τις οποίες πάντοτε πρέπει να αξιολογούμε με προσοχή. Αυτό που έχει σημασία είναι να δούμε τι θα γίνει στην πράξη.
Το ιρανικό καθεστώς μπορεί να επιμένει ή να θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να διατηρήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, παρότι φαίνεται πλέον διατεθειμένο να το συζητήσει. Από την άλλη, οι αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι το Ιράν βρίσκεται σήμερα πιο αποδυναμωμένο από ποτέ. Οι βομβαρδισμοί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις που είχαν προηγηθεί του πολέμου, οι επιθέσεις κατά τη διάρκειά του και η απομείωση των στρατιωτικών του δυνατοτήτων το έχουν φέρει σε μια κατάσταση που αρκετοί αναλυτές παρομοιάζουν με εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Υπό αυτή την έννοια, το ίδιο το Ιράν έχει ανάγκη να καθίσει στο «τραπέζι». Άλλο τι δηλώνει δημοσίως προς το εσωτερικό του ακροατήριο και άλλο ποια είναι η πραγματική του ανάγκη αυτή τη στιγμή. Υπάρχει ανάγκη να βρεθεί μία φόρμουλα. Και η σχετική παράγραφος της συμφωνίας σχετικά με τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου είναι αρκετά εκτεταμένη, με αναφορές και στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και σε μηχανισμούς εποπτείας.
Θα το δούμε φυσικά στην πορεία, αλλά η αίσθηση είναι ότι εάν το Ιράν αποκτήσει πρόσβαση σε κονδύλια -είτε μέσω της άρσης κυρώσεων είτε μέσω της ανάκτησης των 25 δισ. δολαρίων σε «παγωμένα» περιουσιακά στοιχεία σε δυτικές τράπεζες και όχι μόνο, είτε μέσω των επενδύσεων που προβλέπονται-, τότε ενδεχομένως θα μπορούσε το καθεστώς να αλλάξει προσέγγιση ως προς το πυρηνικό του πρόγραμμα. Άλλωστε υπάρχει και αναφορά στη χρήση πυρηνικής ενέργειας για πολιτικούς σκοπούς. Σήμερα διεθνώς η συζήτηση για το ενεργειακό μείγμα που διαμορφώνεται περιλαμβάνει όχι μόνο τις ανανεώσιμες πηγές αλλά και την πυρηνική ενέργεια. Βλέπουμε ότι και στη δική μας χώρα έχουν σπάσει τα ταμπού γι’ αυτό το ζήτημα και διεξάγεται δημόσια συζήτηση.
Θεωρώ ότι το μνημόνιο, παρότι δεν λύνει κανένα από τα μεγάλα προβλήματα, με τον τρόπο που είναι δομημένο δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε πλευρά μπορεί να ισχυρίζεται ότι διατηρεί τις θέσεις της, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ένας μηχανισμός ελέγχου και μια διαδικασία διαπραγμάτευσης. Η ουσία βρίσκεται στα βασικά άρθρα που ανέφερα προηγουμένως. Εκεί θα φανεί αν υπάρχει καλή θέληση και πραγματική πρόθεση να προχωρήσουν οι συνομιλίες.
Το βασικό είναι, όπως λέγαμε από την έναρξη αυτού του πολέμου, ότι και οι δύο πλευρές προσπαθούν να παρουσιάσουν στο εσωτερικό τους εικόνα νίκης. Ο Τραμπ για τους δικούς του λόγους - πολιτικούς, ευρύτερα γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς. Οι Ιρανοί από την πλευρά τους για να επιβληθούν, καθώς πρόκειται για ένα καθεστώς που βάλλεται, δέχεται πιέσεις και εσωτερικές αμφισβητήσεις, και με πολύ σύνθετη ηγεσία και πολλές δυνάμεις που διεκδικούν τον έλεγχο. Όμως και οι δύο πλευρές δείχνουν να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει γιατί συνεχίζει να προκαλεί ζημιά σε όλους. Το πώς θα συμβεί αυτό χωρίς καμία πλευρά να εμφανιστεί ότι έχει ηττηθεί, είναι το στάδιο στο οποίο τώρα βρισκόμαστε.
Ουσιαστικά λέτε ότι η ασάφεια στο μνημόνιο, που επιδέχεται πολλών ερμηνειών, ήταν το «όχημα» για να φτάσουμε σε αυτό σημείο παύσης των εχθροπραξιών και απεγκλωβισμού του Ορμούζ. Χωρίς αυτή την ασάφεια θα ήταν πολύ δύσκολο να υπάρξει έστω και αυτή η συμφωνία. Και περιγράφετε, αν καταλαβαίνω σωστά, μία προσέγγιση της Αμερικής να δοκιμάσει κατά πόσο η σταδιακή ενσωμάτωση του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος απομάκρυνσής του από την προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων.
Ενσωμάτωση από την άποψη ότι το μήνυμα που εκπέμπεται είναι το εξής: «Είμαστε διατεθειμένοι να στηρίξουμε το καθεστώς, υπό προϋποθέσεις». Γι’ αυτό και η πρώτη παράγραφος του μνημονίου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αναφέρεται ξεκάθαρα στη μη ανάμειξη στα εσωτερικά της κάθε χώρας. Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον δημοσίως, ο στόχος της ανατροπής του καθεστώτος μπαίνει στην άκρη.
Η λογική είναι: εφόσον υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορείς να αναπτύξεις την οικονομία σου, και όχι μόνο εσύ ως καθεστώς να παραμείνεις στην εξουσία αλλά να δημιουργηθούν συνθήκες πραγματικής ανάπτυξης της χώρας. Και αν αυτό συμβεί, τότε χτίζεται εμπιστοσύνη. Αν χτιστεί εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει λόγος εσύ ως Ιράν να συνεχίζεις να απειλείς τον υπόλοιπο κόσμο.
Δεν μιλώ για ενσωμάτωση σε κάποιο πλέγμα ασφάλειας ή για κάτι αντίστοιχο με τις σχέσεις που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με χώρες του Κόλπου. Μιλώ για μία λογική: «Σε αφήνω να αναπτυχθείς και να λειτουργήσεις, αλλά κι εσύ δείχνεις ότι είσαι πρόθυμος να αλλάξεις συμπεριφορά». Αυτό αφορά πρώτα απ’ όλα την απειλή κατά του Ισραήλ και τη στάση απέναντι σε άλλες γειτονικές χώρες, τη στήριξη των πληρεξουσίων οργανώσεων και φυσικά το πυρηνικό πρόγραμμα.
Τι σημαίνει αυτή η προκαταρκτική συμφωνία για το Ισραήλ; Αναφορά στο μνημόνιο για το βαλλιστικό οπλοστάσιο και τους proxies δεν υπάρχει, ενώ αντίθετα υπάρχει αναφορά-διασύνδεση με το μέτωπο του Λιβάνου σε ένα κείμενο συμφωνίας που το Ισραήλ καθιστά σαφές ότι δεν το δεσμεύει
Δεν εκτιμώ ότι η συμφωνία αυτή είναι τόσο κακή για το Ισραήλ.
Πρώτα απ’ όλα, δεν κατονομάζεται το Ισραήλ, όπως και δεν υπάρχει αναφορά στους άλλους «δορυφόρους», ούτε στην Χαμάς, ούτε στους Χούθι. Η Χεζμπολάχ προκύπτει επειδή συνδέεται άμεσα με τον Λίβανο και εκεί το βασικό μήνυμα είναι ότι ο Λίβανος πρέπει να ενισχυθεί ως κράτος.
Υπήρξαν πρόσφατα και δημόσιες αντιδράσεις από την κυβέρνηση του Λιβάνου σε αυτό που θεωρεί ως παρέμβαση του Ιράν στα εσωτερικά του κράτους. Η λογική είναι ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου πρέπει να διαθέτει το μονοπώλιο της νόμιμης χρήσης βίας, όπως συμβαίνει σε κάθε κράτος Δικαίου. Το κράτος πρέπει να είναι αυτό που έχει το μονοπώλιο των όπλων και ασκεί τον έλεγχο. Το ζήτημα είναι η ενίσχυση του Λιβάνου και όχι για την εξαφάνιση αλλά τουλάχιστον ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ και να μη θεωρείται ότι ελέγχει τη χώρα. Από αυτή την άποψη, θεωρώ πως είναι σαν μια παραδοχή από πλευράς Ιράν ότι και η Χεζμπολάχ θα πρέπει να βάλει νερό στο κρασί της.
Γι’ αυτό σας μιλώ περί ενσωμάτωσης και αλλαγής πλεύσης από την Αμερική και ενδεχομένως και από τον υπόλοιπο κόσμο. Αν πράγματι υπάρξει μεγαλύτερη οικονομική συναλλαγή και ενσωμάτωση του Ιράν, τότε ενδεχομένως να μην υπήρχε λόγος για το καθεστώς να συνεχίσει να στηρίζει τους «δορυφόρους» του με τον τρόπο που το έκανε μέχρι σήμερα.
Είναι ίσως η αισιόδοξη εκδοχή;
Η αισιόδοξη ίσως, και σε κάθε περίπτωση θα απαιτηθεί πολύς χρόνος. Διότι έχει να κάνει και με τις εσωτερικές ισορροπίες του Ιράν και με το ρόλο που διαδραματίζουν και οι Φρουροί της Επανάστασης, οι οποίες έχουν πάρει το «πάνω χέρι». Είχε επίδραση η εξόντωση του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στην αρχή του πολέμου, καθώς μπορεί να ήταν σκληροπυρηνικός αλλά τουλάχιστον αναγνωρισμένος από όλες τις δυνάμεις του Ιράν, και θα μπορούσε εκείνος να είναι ο διαπραγματευτής, κατανοώντας τα συμφέροντα του Ιράν και ελέγχοντας τις διάφορες τάσεις εντός του καθεστώτος, όπου πολλοί δεν θέλουν αυτή τη συμφωνία.
Πάντως, έχω την αίσθηση ότι, κατά κάποιον τρόπο, έχει απομακρυνθεί το Ιράν από τους δορυφόρους του και θα δούμε πώς θα λειτουργήσει και η συμφωνία. Αν δούμε τη συνολική εικόνα, η Χαμάς κινδυνεύει με εξαφάνιση και κρύβεται ακόμη μετά τον πόλεμο στη Γάζα, ενώ και οι Χούθι έχουν περιορίσει τη δράση τους στην Ερυθρά Θάλασσα. Αυτό ενδεχομένως μπορεί να σχετίζεται με τα εσωτερικά του Ιράν και όχι με το τι επιδιώκει η αμερικανική κυβέρνηση.
Να επισημάνουμε επίσης ως προς το βαλλιστικό πρόγραμμα και τους πληρεξουσίους ότι φέρει και την υπογραφή του Ντόναλντ Τραμπ το ανακοινωθέν της G7 που υπογραμμίζει τη σημασία να καλυφθούν τα δύο ζητήματα σε ευρύτερη συμφωνία.
Δοκιμάζει η Ουάσινγκτον κατά πόσο μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική σχέση εμπιστοσύνης με το Ιράν; Και πώς εκτιμάτε ότι προσλαμβάνει το Ισραήλ αυτή τη διαδικασία;
Το Ισραήλ, θεωρώ ότι θα χρειαστεί χρόνο αποδοχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι σε ετοιμότητα και δεν θα δρα με τον τρόπο που θεωρεί ότι πρέπει να δράσει αν θεωρήσει ότι απειλείται από τη Χεζμπολάχ και το ίδιο Ιράν. Όμως, αν θυμηθούμε τις πρώτες δηλώσεις του πρωθυπουργού Νετανιάχου όταν ξεκίνησε ο πόλεμος -ανεξαρτήτως ποιοι ήταν οι απώτεροι στόχοι της ανατροπής της ιρανικής ηγεσίας-, προέκυπτε ότι το βασικό επιχείρημα ήταν να τεθούν τα θεμέλια για την επόμενη 15ετία και έπειτα ενδεχομένως θα μπορούσε να επιστρέψει ο κύκλος της βίας. Η ιστορία της Μέσης Ανατολής και η ιστορία επιβίωσης του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή δείχνει ότι υπάρχουν περίοδοι σταθεροποίησης και στη συνέχεια νέοι κύκλοι έντασης.
Έχει σημασία ότι από το περασμένο καλοκαίρι και μετά δεν φάνηκε να υπάρχει τόσο έντονη και δημόσια στήριξη του Ιράν προς τη Χαμάς όσο πολλοί ανέμεναν. Και αυτό είναι ένδειξη πως συνειδητοποιεί η ιρανική ηγεσία πως και οι περυσινοί βομβαρδισμοί των πυρηνικών εγκαταστάσεων και ο πόλεμος τώρα είναι συνέπεια της 7ης Οκτωβρίου - που ενδεχομένως η 7η Οκτωβρίου, όπως υποψιαζόμασταν πολλοί όταν έγινε η επίθεση κατά των αμάχων του Ισραήλ, δεν ήταν συντονισμένη. Έβλαψε τα συμφέροντα του ίδιου του Ιράν. Η Χεζμπολάχ είναι διαφορετική περίπτωση, καθώς πρόκειται για σιιτική οργάνωση, σε αντίθεση με τη Χαμάς, με πολύ βαθύτερους δεσμούς με την Τεχεράνη και στοιχείο της περιφερειακής προβολής ισχύος του Ιράν, όπως συμβαίνει και με άλλες σιιτικές οργανώσεις στο Ιράκ ή αλλού στην περιοχή.
Εκτιμώ ότι το μήνυμα που επιχειρεί να περάσει σήμερα η αμερικανική πλευρά είναι πως επί της ουσίας συζητείται η αλλαγή του «μείγματος», του παραδείγματος όσον αφορά το Ιράν και τις σχέσεις μαζί του. Δεν σημαίνει ότι δεν το αντιλαμβάνεται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, όμως υπεισέρχεται και το ζήτημα των ισορροπιών στον κυβερνητικό συνασπισμό του όπου συνυπάρχουν ακραία στοιχεία. Μπορεί, όπως αναφέρατε, να είναι αισιόδοξο το σενάριο, όμως διακρίνω πως αυτό είναι που έχει μεταφερθεί στο Ισραήλ. Και γι’ αυτό υπάρχουν και περιοδικές απειλές από τις ΗΠΑ ότι αν δεν τηρήσουν τα συμφωνηθέντα οι Ιρανοί, θα υπάρξουν νέοι βομβαρδισμοί. Κατ’ αυτό τον τρόπο είναι σαν να δίνει ο Τραμπ το «πράσινο φως» στο Ισραήλ ότι και εκείνο θα μπορεί να το πράξει.
Η κρίση στον Περσικό μπαίνει σε φάση διαπραγμάτευσης, έστω με πολλές ασάφειες και ανοιχτά ζητήματα. Ποια είναι τα μέτωπα που παίρνουν τη σκυτάλη; Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για το Ουκρανικό ζήτημα σε συνάρτηση με τη σύνοδο της G7 στο Εβιάν και σχετικά με τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα που ακολουθεί. Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το τοπίο μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών;
Όλα συνδέονται μεταξύ τους. Και γι’ αυτό είναι σημαντικό που χρονικά συμπίπτουν οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν με τη σύνοδο στο Εβιάν και με την προετοιμασία της Συνόδου Κορυφής στο ΝΑΤΟ.
Όπως σας προανέφερα, είχα ήδη την αίσθηση μίας αλλαγής πλεύσης από τις τοποθετήσεις του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στις ακροάσεις του Κογκρέσου. Ότι οι ΗΠΑ πρέπει να συνομιλήσουν ξανά με τους εταίρους και τους συμμάχους τους, να περάσουν σε φάση εξισορρόπησης και να ξαναχτίσουν «γέφυρες» με όλους.
Αυτό αποτυπώθηκε στο Εβιάν, όπου υπήρξε μία αρκετά μεγάλη σύμπλευση απόψεων ως προς το Ουκρανικό ζήτημα. Υπήρξε ξεκάθαρη στήριξη στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Υπήρξε επίσης σαφής αναφορά στην ανάγκη ενίσχυσης των δυνατοτήτων αεράμυνας της χώρας. Στηρίχθηκε η περαιτέρω ανάπτυξη της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας, ακόμη και μέσω μεταφοράς τεχνολογίας. Παράλληλα, διατυπώθηκε ξεκάθαρα στο ανακοινωθέν επί των γεωπολιτικών ζητημάτων η ανάγκη αύξησης της πίεσης προς τη Ρωσία, κυρίως μέσω οικονομικών μέτρων που αφορούν τους τομείς του φυσικού αερίου και του πετρελαίου.
Όλα αυτά συνιστούν μία διαφοροποίηση σε σχέση με τη στάση που είχαν ακολουθήσει τους τελευταίους μήνες οι Ηνωμένες Πολιτείες. Και εκτιμώ ότι συνδέονται με μία ευρύτερη διαπίστωση: ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Έχουν αλλάξει στο πεδίο. Έχουν αλλάξει στις δυνατότητες της Ουκρανίας. Έχουν αλλάξει και στους υπολογισμούς όλων των εμπλεκομένων. Ίσως, λοιπόν, να διαμορφώνονται οι συνθήκες για μία νέα προσπάθεια εξεύρεσης κάποιας φόρμουλας για κατάπαυση του πυρός και στο Ουκρανικό. Η λογική είναι ότι στηρίζουμε την Ουκρανία ώστε να αυξηθεί η πίεση προς τη Ρωσία να καθίσει στο «τραπέζι» και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για πιο ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο θα το έθετα.
Η συναίνεση στο Εβιάν ήταν σημαντική και εν όψει της προπαρασκευαστικής για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο χθεσινής συνόδου των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι μετά από αρκετούς μήνες οι Ηνωμένες Πολιτείες εκπροσωπήθηκαν διά ζώσης, καθώς ο αρμόδιος υπουργός Πιτ Χέγκσεθ συνήθως δεν μεταβαίνει στις συνεδριάσεις - για την ακρίβεια έχει να παραστεί από τον Οκτώβριο. Αυτό από μόνο του στέλνει ένα μήνυμα.
Βεβαίως η παρουσία του σχετίζεται με το σχέδιο του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, για το λεγόμενο «ΝΑΤΟ 3.0», το οποίο και στηρίζει η Αμερική και πρόκειται ουσιαστικά για ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα της Συμμαχίας. Με απλά λόγια, το μήνυμα προς τους Ευρωπαίους είναι ότι θα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά τους και για την ασφάλειά τους.
Το γεγονός ότι ο Μάρκο Ρούμπιο είχε προαναγγείλει ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα παραστεί τόσο στη σύνοδο του Εβιάν όσο και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είναι επίσης κατ’ εμέ ενδεικτικό μιας αλλαγής πλεύσης σε γενικότερο επίπεδο από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών. Όλα αυτά είναι θετικά στοιχεία, όμως πρέπει να δούμε και την πράξη και εδώ πρέπει να προσμετρηθεί και πάλι ο χαρακτήρα του κ. Τραμπ, που σαφώς επηρεάζει την κατάσταση. Μπορεί η στρατηγική να «λέει» αλλαγή πλεύσης προς πιο συναινετική κατεύθυνση, αλλά επίσης καταγράφονται και διαφορετικές τάσεις εντός της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης. Βλέπουμε, για παράδειγμα, τον Μάρκο Ρούμπιο να εμφανίζεται πιο συναινετικός, ενώ υπάρχουν και άλλες φωνές που υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται μια κοινή γραμμή με τους Ευρωπαίους και τον υπόλοιπο κόσμο.
Διακρίνουμε, πάντως σε κάθε περίπτωση, μία επιστροφή στη συναίνεση, με έναν Τραμπ που φαίνεται να στηρίζει αυτή την αλλαγή πλεύσης, έχοντας συνειδητοποιήσει τις πολλαπλές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν και το ΝΑΤΟ. Δεν είναι μόνο πολιτικές. Σχετίζονται και με ζητήματα που συζητούνται πλέον ανοιχτά στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπως οι ελλείψεις που αντιμετωπίζει ο αμερικανικός στρατός σε οπλικά συστήματα μετά τη σύγκρυση.
Αυτό με τη σειρά του συνδέεται και με τη συζήτηση γύρω από την Ουκρανία. Πέρα από τη γνωστή προσέγγιση του Τραμπ ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αγοράζουν αμερικανικά όπλα και να τα διαθέτουν στην Ουκρανία, βλέπουμε ότι ακόμη και συστήματα Patriot που προορίζονταν για ευρωπαϊκές χώρες δεν παραδίδονται, ακριβώς επειδή διαπιστώθηκαν ελλείψεις από αμερικανικής πλευράς. Παρά ταύτα, βλέπουμε μια προσπάθεια εκ νέου συνεννόησης με τους Ευρωπαίους. Και νομίζω ότι οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι δείχνουν διάθεση να συμπλεύσουν σε αρκετά ζητήματα. Στο Εβιάν, για παράδειγμα, σε αρκετά σημεία των ανακοινώσεων για τα γεωπολιτικά θέματα γίνεται αναφορά στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και διαδρομών, κάτι που προφανώς ενισχύει και τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως προμηθευτή ενέργειας, χωρίς όμως να περιορίζεται μόνο σε αυτό.
Παράλληλα, υπήρξε ανακοίνωση, που αφορά και την Ουκρανία, και σχετίζεται με τις σπάνιες γαίες, καθώς και ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια διμερή συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Κιέβου. Βλέπουμε μια πιο ορθολογική προσέγγιση απέναντι στις προκλήσεις που υπάρχουν, όχι μόνο σε σχέση με τη Ρωσία, αλλά ιδιαίτερα σε σχέση με τις μελλοντικές προκλήσεις από την Κίνα.
Εξ ου και θα επαναλάμβανα πως διακρίνω μια αλλαγή πλεύσης από αμερικανικής πλευράς. Όσον αφορά το ερώτημά σας για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, θεωρώ ότι αυτή η προσέγγιση θα διευκολύνει όποιες δύσκολες αποφάσεις ανακοινωθούν στην Άγκυρα, γιατί οι αποφάσεις αυτές θα είναι πράγματι δύσκολες. Το βασικό μήνυμα προς τους Ευρωπαίους θα είναι ότι πρέπει να κάνουν περισσότερα.
Ενδεχομένως να δούμε και αντιδράσεις, με τον Τραμπ να συναντά τον Πέδρο Σάνσεθ στην Άγκυρα και να καταφέρεται ξανά κατά της Ισπανίας ή και κατά κάποιων άλλων χωρών. Αυτά είναι αναμενόμενα. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, θεωρώ ότι διακρίνεται αυτή η αλλαγή για την οποία σας μιλώ καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας, με περισσότερη συνεννόηση με τους Ευρωπαίους. Για παράδειγμα, το βλέπουμε και στις δηλώσεις και στις αναφορές που έγιναν στην ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη στα Στενά του Ορμούζ.
Οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει και τα δικά τους όρια. Δεν σημαίνει βέβαια ότι αλλάζουν οι στρατηγικές προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο στρατηγικός προσανατολισμός προς τον Ινδοειρηνικό παραμένει.
Αλλά η μετάβαση φαίνεται να επιχειρείται με πιο ήπιο και πιο συναινετικό τρόπο; Έναν πιο ομαλό τρόπο μείωσης του αμερικανικού αποτυπώματος, καθώς ανοίγει το κεφάλαιο του ΝΑΤΟ 3.0;
Ακριβώς. Ο στρατηγικός στόχος δεν αλλάζει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να θεωρούν ότι το μεγάλο βάρος βρίσκεται στον Ινδοειρηνικό και στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που συνδέονται με την Κίνα. Αυτό που ίσως αλλάζει είναι ο τρόπος. Μιλώντας για ήπια στάση, αυτό διακρίνεται τόσο στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους όσο και στις επαφές με άλλους σημαντικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Ήταν ενδιαφέρουσες οι συζητήσεις που έγιναν στο περιθώριο της G7 και ιδιαίτερα η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον πρωθυπουργό της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, ο οποίος είχε προσκληθεί στο Εβιάν. Η Ινδία έχει προβληματιστεί από το γεγονός ότι το Πακιστάν, μαζί με το Κατάρ, διαδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο στις διαμεσολαβητικές προσπάθειες, που αποτυπώθηκε άλλωστε στη λεγόμενη Διακήρυξη του Ισλαμαμπάντ. Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν μεταξύ Ουάσινγκτον και Νέου Δελχί σε ζητήματα όπως οι δασμοί, οι δύο πλευρές κάθισαν στο τραπέζι και συζήτησαν. Ο Τραμπ επανήλθε δημοσίως και στις Συμφωνίες του Αβραάμ, τις οποίες θεωρεί σημαντικές όχι μόνο για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής αλλά και για το παγκόσμιο εμπόριο, χωρίς να κάνει αναφορά στον IMEC.
Γενικότερα, βλέπω ότι αυτή η πιο ήπια προσέγγιση δεν αφορά μόνο την Ευρώπη. Τη βλέπουμε να εκδηλώνεται απέναντι σε μια σειρά από χώρες και εταίρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν αλλάξει οι στρατηγικές προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών. Σημαίνει όμως ότι η προσπάθεια διαχείρισης αυτών των προτεραιοτήτων φαίνεται να γίνεται με περισσότερη συνεννόηση και ιδιαίτερη προσοχή - και αυτό είναι που θεωρώ ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη.
* Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2010 έως το 2023 διετέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης.
