Αφορμή για το σημερινό άρθρο είναι ότι, μετά την πρόσφατη παρέμβαση του πρωθυπουργού, άνοιξε ξανά ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση. Και καλώς άνοιξε. Γιατί αν πρόκειται να πειράξουμε τον καταστατικό χάρτη της χώρας, δεν έχει νόημα να κάνουμε μικροβελτιώσεις βιτρίνας. Αν το Σύνταγμα είναι το συμβόλαιο ελευθερίας μιας χώρας, τότε το δικό μας κουβαλά ακόμη όρους κηδεμονίας. Δεν φταίει μόνο η ιστορική του καταγωγή. Φταίει και η σημερινή του λειτουργία. Σε κρίσιμα σημεία δεν περιορίζει την εξουσία. Της δίνει αποστολή, της δίνει κύρος, και της δίνει το λεξιλόγιο για να επεκτείνεται χωρίς να απολογείται. Κι έτσι το κράτος στην Ελλάδα δεν αμύνεται απέναντι στις καταχρήσεις. Επιτίθεται στις ελευθερίες με τη σιγουριά ότι «το Σύνταγμα το επιτρέπει».
Ξεκινάμε από το άρθρο 3, την «επικρατούσα θρησκεία». Σκοπός δεν είναι να ανοίξουμε θεολογική συζήτηση. Το ζήτημα είναι θεσμικό. Το Σύνταγμα δεν χρειάζεται να ρυθμίζει τις θρησκευτικές υποθέσεις ενός έθνους. Δεν είναι η δουλειά του να μοιράζει τιμές και προνόμια στον χώρο της συνείδησης. Η δουλειά του είναι να εγγυάται ισονομία και ελευθερία συνείδησης, άρα κρατική ουδετερότητα.
Όταν, αντί γι’ αυτό, προσφέρει συνταγματική σκέπη σε μία θρησκεία, έστω και την επικρατούσα μιας χώρας, φτάνει να εμπλέκεται σε λεπτομέρειες που κανονικά ανήκουν στη ζωή της Εκκλησίας των πιστών και των πολιτών. Δημιουργεί κάτι χειρότερο από προνομιοδότηση. Δημιουργεί σύγχυση ρόλων. Κάνει την πίστη προέκταση της κρατικής τάξης και το κράτος θεματοφύλακα πνευματικών πραγμάτων.
Κι εδώ έρχεται η πιο απλή αλήθεια. Η Εκκλησία και η Ορθοδοξία δεν χρειάζονται την προστασία του Συντάγματος. Δεν άντεξαν δύο χιλιάδες χρόνια επειδή τις προστάτεψε ο νομοθέτης. Αντέχουν επειδή τις κράτησε ζωντανές η κοινωνία. Η θρησκεία που χρειάζεται άρθρο για να σταθεί, έχει ήδη χάσει το νόημά της. Από την άλλη, το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει τους πολίτες από την εξουσία, όχι να προστατεύει θεσμούς πίστης με εργαλεία εξουσίας.
Το άρθρο 16 είναι το δεύτερο και μεγαλύτερο ελληνικό παράδοξο. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιδεολογική επιλογή υπέρ του δημόσιου πανεπιστημίου. Πρόκειται για συνταγματική απαγόρευση της ελευθερίας επιλογής στην ανώτατη εκπαίδευση. Για δεκαετίες η χώρα πλήρωνε ένα διαρκές, αθόρυβο τίμημα.
Εξαγωγή φοιτητών. Εξαγωγή χρημάτων. Εξαγωγή ταλέντου. Και όλα αυτά στο όνομα μιας δήθεν «προστασίας» που στην πράξη προστάτευε τη μετριότητα από τον ανταγωνισμό. Ναι, σήμερα έχει περάσει νόμος που επιτρέπει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού να ανοίξουν παραρτήματα στην Ελλάδα με ειδική μη κερδοσκοπική μορφή. Είναι μια χαραμάδα. Αλλά δεν παύει να είναι χαραμάδα.
Όταν χρειάζεσαι νομική μηχανική για να κάνεις κάτι που σε άλλες χώρες είναι αυτονόητο, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι συνταγματικό. Η απαγόρευση, και μάλιστα ως συνταγματική απαγόρευση, είναι μια παράνοια που στέρησε από την Ελλάδα ευκαιρίες, εκπαιδευτικό πλουραλισμό και καινοτομία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η στέρηση παρουσιαζόταν ως «πρόοδος», ενώ ήταν απλώς φόβος μεταμφιεσμένος σε αρχή.
Το άρθρο 22 είναι η μικρή Βίβλος του ελληνικού εργασιακού κρατισμού και αποκαλύπτει μια σοσιαλιστικής έμπνευσης, μπακαλίστικη φιλοσοφία για το πώς λειτουργεί η αγορά εργασίας: ξεκινά με το «η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος» και αμέσως μετατρέπει το κράτος σε σκηνοθέτη της αγοράς, με αποστολή όχι απλώς να εγγυάται ελευθερίες αλλά να «μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών» και για «ηθική και υλική εξύψωση» πληθυσμών, δηλαδή κοινωνική μηχανική με συνταγματική σφραγίδα.
Στο ίδιο πνεύμα, υπόσχεται «ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας», μια διακήρυξη που ακούγεται δίκαιη αλλά είναι πρακτικά και θεωρητικά ανεφάρμοστη, γιατί προϋποθέτει ότι κάποια αρχή μπορεί να μετρήσει αντικειμενικά την «ίση αξία» σε διαφορετικές ειδικότητες, κλάδους, παραγωγικότητες, ρίσκα, δεξιότητες, ωράρια, συνθήκες και διαπραγματευτική ισχύ, δηλαδή να κάνει κεντρικό υπολογισμό εκεί όπου η πραγματική πληροφορία γεννιέται μόνο μέσα στην αγορά.
Τέλος, με την κοινωνική ασφάλιση «όπως νόμος ορίζει», ολοκληρώνει μια συνταγματική αρχιτεκτονική που θεωρεί αυτονόητο ότι η εργασία είναι πεδίο κεντρικής ρύθμισης, ότι η οικονομική ζωή χρειάζεται μόνιμο επιτηρητή, και ότι η ευημερία θα προκύψει από διατάξεις, όχι από παραγωγικότητα, ανταγωνισμό και ελευθερία επιλογών.
Το άρθρο 106 είναι ο θεσμικός πυρήνας του ελληνικού κρατισμού. Εκεί το κράτος δεν παρουσιάζεται ως ουδέτερος εγγυητής κανόνων. Παρουσιάζεται ως πρωταγωνιστής της οικονομικής ζωής της χώρας. «Προγραμματίζει και συντονίζει» την οικονομική δραστηριότητα, στο όνομα της «κοινωνικής ειρήνης» και του «γενικού συμφέροντος». Αυτή είναι η θεσμοθέτηση του σοσιαλισμού σε συνταγματικό επίπεδο, είτε το ομολογούμε είτε όχι.
Διότι δεν πρόκειται μόνο για ρητορική. Πρόκειται για φιλοσοφία εξουσίας. Κι εδώ σταματά η αφέλεια ότι «σε εμάς δεν γίνονται αυτά». Αν εμφανιστεί μια πραγματικά ριζοσπαστική αριστερά ή φασιστική δεξιά, δημοκρατικά εκλεγμένη με σκοπό να ανατρέψει το Σύνταγμα εκ των έσω, τύπου Τσάβες ή Μαδούρο, θα βρει στο άρθρο 106 ένα έτοιμο λεξιλόγιο για να βαφτίσει την επίθεση στην ιδιωτική οικονομία ως «συνταγματική αποστολή». Όταν το Σύνταγμα επιτρέπει στην εξουσία να επικαλείται την «εθνική οικονομία» ως κριτήριο για να περιορίζει την ιδιωτική πρωτοβουλία, έχει ήδη αφήσει μια πόρτα μισάνοιχτη. Και μια μισάνοιχτη πόρτα, στην πολιτική, δεν μένει ποτέ μισάνοιχτη.
Και τέλος, το πιο ύπουλο στρώμα, εκεί όπου η καταναγκαστική λογική φοριέται σαν ηθική αρετή. Το κράτος πρόνοιας όταν γίνεται πατερναλισμός. Το άρθρο 21 απλώνει μια λογική μόνιμης κρατικής μέριμνας, μέχρι και με ρητές προβλέψεις για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Το άρθρο 25 δένει τα πάντα με την αρχή του «κοινωνικού κράτους δικαίου» και με ένα «χρέος αλληλεγγύης» που εύκολα μετατρέπεται από ηθική προτροπή σε πολιτικό μαστίγιο.
Δεν έχω πρόβλημα με το δίχτυ ασφαλείας για τους πραγματικά αδύναμους. Έχω πρόβλημα με τη μετατροπή της πρόνοιας σε μόνιμο μηχανισμό εξάρτησης, εκεί όπου το κράτος αυτοπαρουσιάζεται ως πατέρας και ο πολίτης ως ανήλικος. Σε αυτό το μοντέλο η ελευθερία δεν κόβεται με απαγορεύσεις. Κόβεται με «παροχές» που συνοδεύονται από όρους, έλεγχο, επιτήρηση και ένα συνεχές μάθημα υποταγής.
Κι έτσι το κράτος, δήθεν στο όνομα των πολλών, προστατεύει τελικά τον εαυτό του. Τη μηχανή του. Την ισχύ του. Το αποτέλεσμα το ζούμε. Λιγότερη ευθύνη, λιγότερη πρωτοβουλία, λιγότερη αξιοπρέπεια. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερο κράτος με καλύτερες προθέσεις. Χρειάζεται λιγότερο κράτος με σκληρότερα όρια. Και αυτά τα όρια ξεκινούν από το Σύνταγμα.
