Όταν το Ισραήλ έγινε η γραμμή ρήξης της αμερικανικής Δεξιάς

Αν κάποιος περιέγραφε σε έναν Αμερικανό συντηρητικό του 2010 τη σημερινή εικόνα της δεξιάς συμμαχίας, πιθανότατα θα τον περνούσαν για τρελό: το Ισραήλ, θέμα σχεδόν «αυτονόητης» συστράτευσης για το Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, έχει μετατραπεί σε πεδίο σκληρής εσωτερικής σύγκρουσης. Όχι απλώς σε διαφωνία τόνου, αλλά σε πόλεμο ταυτότητας, με κατηγορίες προδοσίας, «λομπίστικης» υποταγής, ακόμη και ανοικτές σκιές αντισημιτισμού.

Η πρόσφατη έκρηξη φάνηκε γυμνή στο AmericaFest του Turning Point USA, ένα από τα κεντρικά «πανηγύρια» του σύγχρονου MAGA οικοσυστήματος που φέτος μάλιστα είχε ως στόχο να τιμήσει τον δολοφονηθέντα ιδρυτή του, Τσάρλι Κερκ. Εκεί, προσωπικότητες που μέχρι χθες συνυπήρχαν κάτω από την ίδια ομπρέλα, συγκρούστηκαν δημόσια με επίκεντρο το Ισραήλ και το τι σημαίνει «America First». Οι ατάκες τύπου «Israel First» απέναντι σε όσους ζητούν σταθερή και στιβαρή στήριξη, δεν ειπώθηκαν σε κάποια αριστερή κατασκήνωση, ειπώθηκαν μπροστά σε δεξιό ακροατήριο, ως εσωτερική μομφή.

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η ρήξη δεν αφορά μόνο το «τι πρέπει να κάνει το Ισραήλ» ή «πώς πρέπει να απαντήσει η Αμερική». Αφορά το ποιος έχει δικαίωμα να μιλά ως «κανονικός» συντηρητικός. Για τη μία πλευρά, το Ισραήλ παραμένει σύμβολο ενός ηθικού και γεωπολιτικού άξονα: Δημοκρατία, Δύση, μάχη με τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό, στρατηγική αξιοπιστία. Για την άλλη, έχει γίνει σύμβολο μιας δεκαετίας κούρασης από «ατέρμονες» δεσμεύσεις στο εξωτερικό, δυσπιστίας προς τις ελίτ της Ουάσιγκτον, και μιας νέας λαϊκιστικής ανάγνωσης όπου κάθε διεθνής συμμαχία μοιάζει ύποπτη ως «δουλειά του κατεστημένου».

Η σύγκρουση πλέον παρασύρει θεσμούς. Το Heritage Foundation, ιστορικός πυλώνας της αμερικανικής συντηρητικής πολιτικής παραγωγής, βρέθηκε σε εσωτερική αναταραχή με παραιτήσεις και αποχωρήσεις στελεχών, μέσα σε διαμάχη που συνδέεται με την υπεράσπιση του δημοσιογράφου και influencer Tucker Carlson, σε ένα πλαίσιο καταγγελιών για αντισημιτισμό στον χώρο.  Αυτά, πριν λίγα χρόνια, θα θεωρούνταν αδιανόητα: η «σοβαρή» δεξιά δεξαμενή σκέψης να αιμορραγεί γύρω από ένα θέμα που παλιότερα λειτουργούσε ως συγκολλητική ουσία. Στον αντίποδα, ο τέως αντιπρόεδρος Πενς προσπαθεί να δημιουργήσει ένα θεσμικό αντίβαρο στην παρεκτροπή του Heritage προτάσσοντας το δικό του think tank, το Advancing American Freedom, ως το νέο πόλο της συντηρητικής σκέψης που μένει πιστή στα συστατικά που δημιούργησαν το σύγχρονο συντηρητισμό: ελεύθερη αγορά, ισχυρή άμυνα με δόγμα αποτροπής έναντι των εχθρών, και παραδοσιακές αξίες.

Όμως η ρήξη δεν ξεκίνησε φέτος. Ήδη από το 2023 και το 2024, το ρήγμα φάνηκε στο συντηρητικό μιντιακό σύμπαν. Η αποχώρηση της Candace Owens από το Daily Wire, μετά από σύγκρουση με τον Ben Shapiro με φόντο το Ισραήλ και τις κατηγορίες περί αντισημιτικών υπαινιγμών, ήταν προειδοποιητική βολή: το «δεξιό ίντερνετ» δεν υπακούει πια στην παλιά πειθαρχία συμμαχίας.

Το ίδιο αποτυπώθηκε και στο Κογκρέσο. Το πακέτο βοήθειας που περιλάμβανε σημαντική στήριξη προς το Ισραήλ πέρασε την άνοιξη του 2024, αλλά έμεινε για καιρό μπλοκαρισμένο εξαιτίας βαθιών διαιρέσεων, κυρίως στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, που συνέδεε πλέον την εξωτερική βοήθεια με τον εσωτερικό θυμό για την ελλειπή φύλαξη των συνόρων, το χρέος και «προτεραιότητες στο σπίτι».

Και σήμερα, το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο: η αμερικανική Δεξιά που για δεκαετίες υπερηφανευόταν για τη συνέπεια στις συμμαχίες της, βλέπει μέρος της βάσης της να αντιμετωπίζει τη στήριξη στο Ισραήλ ως τεστ «ανεξαρτησίας» από τα «λόμπι», ενώ άλλοι τη θεωρούν τεστ στοιχειώδους σοβαρότητας και ηθικής καθαρότητας. Η ίδια η συζήτηση συχνά θολώνει, επειδή η εύλογη κριτική πολιτικών επιλογών (που είναι απολύτως θεμιτή) συγχέεται, σκόπιμα ή από αφέλεια, με υπαινιγμούς για «Εβραίους» ως συλλογικό υποκείμενο. Εκεί το πράγμα παύει να είναι διαφωνία εξωτερικής πολιτικής και γίνεται δηλητήριο που καταστρέφει στρατόπεδα από μέσα.

Γιατί έχει σημασία αυτό σε ένα ελληνικό κοινό; Διότι σχεδόν όλα τα μεγάλα πολιτισμικά και πολιτικά κύματα των ΗΠΑ, αργά ή γρήγορα, εισάγονται και στην Ευρώπη, συχνά αποκομμένα από το δικό μας πλαίσιο. Αν η αμερικανική Δεξιά χάνει την ικανότητα να έχει έναν σταθερό, ενιαίο λόγο για το Ισραήλ, τότε κλονίζεται ένα ευρύτερο πράγμα: η προβλεψιμότητα της αμερικανικής ισχύος και η συνοχή του δυτικού στρατοπέδου στη Μέση Ανατολή. Και όταν οι μεγάλες δυνάμεις γίνονται εσωτερικά ασταθείς, μικρότερες χώρες και περιφέρειες πληρώνουν το κόστος της ασάφειας.

Το πιο «απίθανο» στοιχείο, σε σχέση με το 2010, δεν είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Αυτό πάντα υπήρχε. Το νέο είναι ότι το Ισραήλ έγινε εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης: ένας τρόπος να αποδεικνύει κάποιος ότι ανήκει στο «γνήσιο» στρατόπεδο, είτε ως υπερασπιστής της συμμαχίας, είτε ως διώκτης των «ελίτ». Κάποτε η αμερικανική Δεξιά διαφωνούσε για φόρους και κοινωνικά θέματα, αλλά στο Ισραήλ μιλούσε με μία φωνή. Σήμερα, μιλάει με πολλές, και μερικές από αυτές ακούγονται επικίνδυνα ξένες προς ό,τι αποκαλούσε κάποτε συντηρητισμό.