Ο Γιάννης Στουρνάρας είπε το αυτονόητο, και γι’ αυτό ενόχλησε. Οι δημόσιες συντάξεις, από μόνες τους, δύσκολα θα εξασφαλίσουν στο μέλλον επαρκές εισόδημα για τους εργαζόμενους που σήμερα πληρώνουν εισφορές. Η δήλωσή του δεν ήταν μια τεχνοκρατική παρατήρηση. Ήταν μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας μέσα σε μια χώρα που έχει μάθει να αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σαν πεδίο υποσχέσεων, παροχών και πολιτικής εξαπάτησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η παρέμβαση έγινε στο 7ο Συνέδριο Επαγγελματικής Ασφάλισης της ΕΛ.Ε.Τ.Ε.Α., με τίτλο «Η Επαγγελματική Ασφάλιση στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τις Αποταμιεύσεις και τις Επενδύσεις». Ο ίδιος ο τίτλος δείχνει τη μεγάλη μετατόπιση που πρέπει να γίνει. Το συνταξιοδοτικό δεν μπορεί να παραμένει φυλακισμένο στη λογική του κρατικού ταμείου που μοιράζει αύριο όσα εισπράττει σήμερα. Πρέπει να συνδεθεί με αποταμίευση, επενδύσεις, ιδιοκτησία και ατομική ευθύνη.
Η πρώτη σκληρή αλήθεια είναι απλή. Το αναδιανεμητικό σύστημα δεν είναι κουμπαράς. Είναι μια υπόσχεση. Οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τους σημερινούς συνταξιούχους, με την προσδοκία ότι οι αυριανοί εργαζόμενοι θα κάνουν το ίδιο για εκείνους. Όταν όμως η κοινωνία γερνά, όταν η εργασία αλλάζει και όταν οι πολιτικοί αγοράζουν εύκολη δημοφιλία με ξένα χρήματα, αυτή η υπόσχεση γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη.
Η δεύτερη σκληρή αλήθεια είναι ότι το σύστημα αυτό δεν είναι τόσο δίκαιο όσο παρουσιάζεται. Ονομάζεται αλληλεγγύη, αλλά πολύ συχνά λειτουργεί ως μεταφορά βάρους στους νεότερους. Άνθρωποι που δεν ψήφισαν τις παλιές υποσχέσεις, δεν έζησαν τις εποχές των πρόωρων συντάξεων και δεν πρόλαβαν το πάρτι της μεταπολίτευσης, καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα μοντέλο που δεν τους εγγυάται αντίστοιχη ασφάλεια.
Εδώ ακριβώς μπαίνουν ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας. Είναι πιο δίκαιοι επειδή συνδέουν καθαρότερα την εισφορά με την παροχή. Ο εργαζόμενος δεν πληρώνει απλώς σε έναν απρόσωπο κρατικό μηχανισμό. Βλέπει έναν λογαριασμό. Χτίζει ένα δικαίωμα. Δημιουργεί περιουσία. Ένα μέρος του κόπου του δεν εξαφανίζεται στον μεγάλο κουβά του κράτους, αλλά αποταμιεύεται, επενδύεται και επιστρέφει σε αυτόν με τρόπο διαφανή και εποπτευόμενο.
Είναι και πιο ανθεκτικοί στο μέλλον. Όχι επειδή οι αγορές κάνουν θαύματα. Καμία σοβαρή φιλελεύθερη επιχειρηματολογία δεν χρειάζεται τέτοια παραμύθια. Είναι πιο ανθεκτικοί επειδή δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την επόμενη κυβερνητική απόφαση, τον επόμενο προϋπολογισμό και την επόμενη γενιά φορολογουμένων. Ένα σύστημα που στηρίζεται μόνο στην πολιτική υπόσχεση μπορεί να κουρευτεί, να παγώσει ή να αλλάξει με έναν νόμο. Ένα σύστημα που χτίζει πραγματική αποταμίευση δίνει στον πολίτη κάτι πολύ ισχυρότερο: ιδιοκτησία.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η σύνταξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φιλοδώρημα του κράτους προς τον πολίτη στα γεράματά του. Πρέπει να είναι αποτέλεσμα εργασίας, αποταμίευσης, θεσμικής συνέπειας και προσωπικής ιδιοκτησίας. Ο πρώτος πυλώνας πρέπει να υπάρχει για να προστατεύει από τη φτώχεια και να εγγυάται ένα βασικό επίπεδο αξιοπρέπειας. Αλλά δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του ολόκληρο το βάρος της τρίτης ηλικίας.
Ο δεύτερος πυλώνας, μέσα από την επαγγελματική ασφάλιση, πρέπει να γίνει κανονικότητα για πολύ περισσότερους εργαζόμενους. Ο τρίτος πυλώνας, μέσα από την ιδιωτική αποταμίευση, πρέπει να πάψει να θεωρείται πολυτέλεια για λίγους. Χρειάζονται κίνητρα, διαφάνεια, αυστηρή εποπτεία και πραγματικός ανταγωνισμός. Χρειάζεται επίσης πολιτικό θάρρος για να ειπωθεί ότι η ασφάλεια στα γεράματα δεν χτίζεται με συνθήματα, αλλά με κεφάλαιο.
Η παλιά Ελλάδα μοίραζε συνταξιοδοτικές υποσχέσεις με δανεικά, εισφορές και φόρους. Η σοβαρή Ελλάδα οφείλει να χτίσει περιουσία για τους πολίτες της. Όχι άλλες συντάξεις ως πολιτικό εμπόρευμα. Συντάξεις ως δικαίωμα που στηρίζεται στην εργασία, στην αποταμίευση, στην ιδιοκτησία και στην ελευθερία. Αυτός δεν είναι ένας απλός μεταρρυθμιστικός στόχος. Είναι μονόδρομος.
