Η Τράπεζα της Ελλάδος λέει το αυτονόητο που φοβάται η πολιτική

Σε μια εκλογική χρονιά, η ευκολότερη γλώσσα είναι η γλώσσα των παροχών. Κάθε κόμμα υπόσχεται κάτι σε κάποιον. Κάθε υπουργός θέλει να εμφανιστεί ως προστάτης. Κάθε αντιπολίτευση ανακαλύπτει ξανά τον μαγικό κουμπαρά του κράτους. Γι’ αυτό ακριβώς η ετήσια Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος αξίζει να διαβαστεί όχι ως τεχνοκρατικό έγγραφο, αλλά ως μάθημα πολιτικής και θεσμικής σοβαρότητας. Η ΤτΕ δεν είναι συμβουλευτικό παράρτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη ή think tank της Νέας Δημοκρατίας. Είναι ανεξάρτητη αρχή με κρίσιμο θεσμικό ρόλο στην οικονομία. Και όσα λέει δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση. Αφορούν όλα τα κόμματα που ζητούν να κυβερνήσουν τη χώρα. Κυρίως όμως αφορούν τους πολίτες και τους ψηφοφόρους.

Το κεντρικό μήνυμα της έκθεσης είναι καθαρό. Η Ελλάδα δεν μπορεί να χτίσει διατηρήσιμη ευημερία πάνω στην κατανάλωση, στις επιδοτήσεις και στην πολιτική διαχείριση των παραπόνων. Χρειάζεται ένα παραγωγικό, εξωστρεφές, καινοτόμο και ανθεκτικό μοντέλο ανάπτυξης. Δηλαδή χρειάζεται λιγότερη ρητορική περί κοινωνικής ευαισθησίας και περισσότερη θεσμική σοβαρότητα. Γρήγορη απονομή δικαιοσύνης. Λιγότερη γραφειοκρατία. Σταθερό φορολογικό περιβάλλον. Ψηφιακό κράτος. Ταχύτερες αδειοδοτήσεις. Χωροταξική ομαλότητα και προβλεψιμότητα. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες για συνέδρια οικονομολόγων. Είναι οι προϋποθέσεις για να ανοίξει μια επιχείρηση, να επενδύσει ένας άνθρωπος, να παραχθεί πλούτος.

Ιδίως η έμφαση της Τράπεζας στην ποιότητα των επενδύσεων είναι απολύτως σωστή. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα χρήματα. Χρειάζεται καλύτερη κατεύθυνση κεφαλαίων. Βιομηχανία, έρευνα, ενέργεια, logistics, αγροδιατροφή, φάρμακο, εξαγωγικές υπηρεσίες, τεχνητή νοημοσύνη και άυλο κεφάλαιο. Επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας. Και χωρίς παραγωγικότητα, κάθε συζήτηση για υψηλότερους μισθούς μετατρέπεται σε ευχή ή ψέμα. Όταν οι μισθοί ανεβαίνουν χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, το αποτέλεσμα δεν είναι κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι πληθωρισμός, απώλεια ανταγωνιστικότητας ή αναδιανομή εισοδήματος από μία τάξη εργαζομένων σε μια άλλη.

Η ΤτΕ λέει επίσης κάτι που οι πολιτικοί συχνά αποφεύγουν. Η δημοσιονομική σύνεση δεν είναι ιδεοληψία. Είναι εθνική ασφάλεια. Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την ψευδαίσθηση ότι το κράτος μπορεί να ξοδεύει χωρίς όριο και να στέλνει τον λογαριασμό στο μέλλον. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, η μείωση του χρέους και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν συγκινούν τα κομματικά ακροατήρια. Κρατούν όμως τη χώρα όρθια όταν έρχονται εξωτερικές κρίσεις.

Το ίδιο ισχύει για τον ανταγωνισμό. Όποιος θέλει πραγματικά χαμηλότερες τιμές δεν πρέπει να ζητά περισσότερους υπουργικούς ελέγχους στην αγορά ως μόνιμη λύση. Πρέπει να ζητά λιγότερα εμπόδια εισόδου, λιγότερες ρυθμιστικές στρεβλώσεις, και λιγότερη προστασία οργανωμένων συμφερόντων. Ο ανταγωνισμός είναι η πιο φιλολαϊκή πολιτική που επινόησε ποτέ η αγορά.

Ακόμη και στα κοινωνικά ζητήματα, η προσέγγιση της Τράπεζας είναι υγιής. Για τη στέγη προτείνει αύξηση της προσφοράς, ταχύτερες άδειες, αξιοποίηση αδρανούς αποθέματος και περισσότερες κατοικίες. Όχι απλώς επιδότηση της ζήτησης, που συχνά ανεβάζει τις τιμές. Για την εργασία μιλά για συμμετοχή γυναικών, νέων, μεγαλύτερων εργαζομένων και ευάλωτων ομάδων. Όχι για επιδοματική παγίδευση. Για την παιδεία μιλά για δεξιότητες και σύνδεση με την αγορά εργασίας. Όχι για φαντασιώσεις κρατικού προστατευτισμού.

Σε αυτή την εκλογική χρονιά, λοιπόν, η Τράπεζα της Ελλάδος προσφέρει ένα χρήσιμο οδηγό. Κάθε πρόγραμμα, κάθε υπόσχεση και κάθε σύνθημα πρέπει να συγκριθεί με αυτή την ατζέντα. Όποιος την υπηρετεί, μιλά σοβαρά για το μέλλον. Όποιος την αγνοεί, απλώς εμπορεύεται την κόπωση μιας κοινωνίας που έχει πληρώσει πολύ ακριβά τα ψέματα του κρατισμού.